Τετάρτη, 31 Ιουλίου 2013

Ευγνωμοσύνη

Και αφού σ' εξοντώσουν θα 'ναι ακόμη ωραίος
Ο κόσμος εξαιτίας σου

                                      η καρδιά σου - καρδιά
Πραγματική στη θέση εκείνης που μας πήρανε
Ακόμη θα χτυπά και μία ευγνωμοσύνη
Από τα δέντρα που άγγιξες θα μας σκεπάζει

Ω λυτή αστραπή και πως σε ξαναδένουν
Που πια δεν έχω αέρα δεν έχω ζώου συντροφιά
Ή ξυλοκόπου καν ένα χαμένο αστροπελέκι
Ακούω νερά να τρέχουν

                                      ίσως να 'ναι από Θεού
(Κι εγώ να βλασφημώ) ή να 'ναι από το στόμα
Κάποιου μοναχικού που σίμωσε της κορυφής τα Μυστικά Κλειδιά
Και τ' άνοιξε

                     γι ' αυτό απευθύνομαι σε Σένα
Βράδυ Μεγάλης Τρίτης με αντίκρυ μου το πέλαγος
Το ανεπανάληπτο - για να του πεις αντίο κι ευχαριστώ.


Ο μικρός (επαναστάτης) Ναυτίλος - Ο. Ελύτης



Σε τιμώ, τιμώ την πορεία σου

 


Παρασκευή, 26 Ιουλίου 2013

Όνειρο

Βρίσκομαι  κλεισμένη σε ένα παλιό, ερειπωμένο σπίτι. Μπορεί να είναι και κάτω από την επιφάνεια της γης, δεν είμαι σίγουρη. Περνώ από δωμάτιο σε δωμάτιο, είναι σαν λαβύρινθος. Εγκατάλειψη. Χωρίς έπιπλα, με μαδημένους, ασβεστωμένους τοίχους, κομματάκια ασβέστη πεσμένα κάτω, ένα παλιό σκονισμένο στρώμα πεταμένο σε μία γωνιά, μπάζα, αντίλαλος από τα βήματά μου, τριγύρω ψυχή.. Δεν ξέρω πως βρέθηκα εδώ κάτω. Έχει καιρό να κατοικηθεί αυτό το μέρος. Είναι άγριο, είναι θαλασσί. Τριγυρίζω τα δωμάτια ψάχνοντας για διέξοδο. Αγωνιώ, αλλά δεν βιάζομαι. Ένα ξεχαρβαλωμένο πιάνο.

Φτάνω σε ένα ανοιχτό παράθυρο που βλέπει σε μία πλακόστρωτη εσωτερική αυλή. Μακρόστενη. Και άλλα παράθυρα κοιτάνε στην αυλή, όλα κλειστά.  Παράθυρα ψηλά, με τετράγωνα τζάμια, σαν αυτά που ζωγράφιζα στο νηπιαγωγείο.





Στην άλλη άκρη της μακρόστενης αυλής, είναι ένα παράθυρο ίδιο με το δικό μου, ανοιχτό. Και εκεί ξαφνικά εμφανίζεται ένας άνθρωπος ίδιος με μένα. Σχεδόν! Έχουμε τα ίδια μάτια. Και κοιτάει μέσα στη ψυχή μου, και κοιτάζω μέσα στην δική του.  Δεν τον έχω ξαναδεί ποτέ μου. Και ελευθερώνομαι απ' την άβυσσο. Και ξυπνάω. Είμαι είκοσι χρονών. Μένει καιρός μέχρι να γίνω τριάντα...


  

Πέμπτη, 11 Ιουλίου 2013

Έρημος


Υπάρχουν οι οάσεις. Είναι τα σημεία που συγκεντρώνονται οι άνθρωποι. Κατοικούν, υδρεύονται, δροσίζονται. Οι οάσεις είναι αναγκαία σημεία. Κάποιοι τσατίζονται. Μαλώνουν. Κοινωνικές συμπεριφορές. Έτσι έχουν μάθει. Έτσι είναι αποδεκτοί. Όλοι χαμογελάνε. Αναγκαστικά. Εξ ανάγκης. Αν θέλεις να ζεις στην όαση πρέπει να χαμογελάς. Πρέπει να είσαι δυνατός. Είσαι, δεν είσαι. Μπορείς να κάνεις την θυσία και να παριστάνεις ότι είσαι δυνατός. Αποκόβεσαι από τον εαυτό σου και συνδέεσαι με τους άλλους που απαιτούν να είσαι δυνατός. Και γίνεσαι λίγο καλύτερα... Στις οάσεις ζουν πολλοί άνθρωποι. Η φυλακή της ζωής μου.

Όταν το μάταιο βασίλειο μου γίνεται στάχτη, υπάρχει η Έρημος. Δεν έχει νερό, δεν έχει χαμόγελα. Δεν έχει τίποτα. Εκεί δεν απαιτεί κανένας τίποτα. Εκεί είμαι εγώ και η Έρημος. Μόνο σκέψεις και αναμνήσεις. Κάθε σκέψη για εσένα... Κάθε βήμα σκεφτόμουν μόνο εσένα...Και ας είναι σαράντα χρόνια η περιπλάνηση. Και ας είναι πέντε δευτερόλεπτα. Ο χρόνος εξάλλου υπάρχει μόνο για τους ζωντανούς. Μόνο σκέψεις και αναμνήσεις. Κάθε βήμα μόνο εσένα...Ο ήλιος, τα φίδια, η πείνα, η δίψα, η Αγία Έρημος. Εγώ μόνη. Ούτε δυνατή, ούτε αδύνατη. Όπως είμαι. Μόνη, με το στόμα κολλημένο, ανήμπορη, αδύναμη,  μηδαμινή, ταπεινωμένη, χωρίς να μπορώ να ελέγξω τίποτα. Χωρίς νίκες, χωρίς προσδοκίες, χωρίς ελπίδα... 
  




"Μη με αφήνεις εδώ που δεν μπορώ να σε βρω..."




“There was a water-drop, it joined the sea,
A speck of dust, it was fused with earth;
what of your entering and leaving this world?
A fly appeared, and disappeared.

....

I cannot hide what stands out a mile
I cannot tell the mysteries of Time
My intellect dredges from thoughts’ ocean

A pearl which I fear to thread.

the Ruba'iyat of Omar Khayyam



Although I claim dominions over all I see
It means nothing to me
There are no victories