Σάββατο, 13 Αυγούστου 2016

Όποιος αγαπάει παιδεύει

Υπάρχει μία παρανόηση, μία απολύτως εσφαλμένη αντίληψη ότι για να αποδείξεις την αγάπη σου για κάποιον πρέπει να είσαι δυστυχισμένος. Όσο περισσότερο το κλάμα, όσο μεγαλύτερη η δυστυχία, τόσο δυνατότερα τα αισθήματα, τόσο μεγαλύτερη η αφοσίωση. 



Δεν ξέρω πως στο καλό μπορεί να ριζώθηκε στην συνείδηση μας κάτι τέτοιο, ίσως να φταίει και η πολύ κακή γνώση των αρχαίων που οδηγεί στην αναπόφευκτη παρανόηση του «όποιος αγαπάει παιδεύει»; Ίσως για την παρανόηση να ευθύνονται εμπειρίες από την παιδική μας ηλικία, απωθημένες βιαστικά, χωμένες στις λόχμες του υποσυνείδητου, κρυμμένες κάτω από μια τέντα σε ένα από τα δαιδαλώδη στενοσόκακα της εγκεφαλικής Σαγκάης. 



Υπάρχει λοιπόν διάχυτη η απαίτηση ότι αν αξιολογείς μια σχέση ως σημαντική θα πρέπει να υπομένεις δυστυχίες - "δάκρυα καυτά σταγόνες θα με καιν’ ώσπου να ‘ρθεις". Και τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ικανοποίηση του έτερου μέλους. Βασανίζεται, άρα με αγαπάει! - "Κι όλο γίνομαι κομμάτια, πράσινα γλυκά μου ματια!" Σε άρρωστη μετάφραση: Ένας ενήλικας, ένας ολόκληρος άνθρωπος, είναι διατεθειμένος να διακινδυνεύσει την συναισθηματική του ακεραιότητα, είναι διατεθειμένος να ακρωτηριαστεί για να αποδείξει την αγάπη του, κάτι που φυσικά αποτελεί τιμή για το έτερο συμβαλλόμενο μέρος. Τιμή και χάιδεμα του εγωισμού. «Πόσο σημαντικός είμαι, που ο/η τάδε λιώνει για μένα».  Το πρόβλημα μου δεν είναι ότι είναι εγωιστικό (όλες οι πράξεις εγωιστικές είναι), το πρόβλημα είναι ότι δεν είναι πραγματική ικανοποίηση. Από τηγανίτα... τίποτα. Η ικανοποίηση είναι, ας το πούμε, μόνο "ηθική" και εξαντλείται εντός ωρών. Χρειάζεται να ανατροφοδοτηθεί από νέα βάσανα και ακρωτηριασμούς. Συμβαίνει και στους πιό έξυπνους ανθρώπους. Επιπλέον αυτή η διαδικασία δημιουργεί και μία ιδιότυπη συμφωνία. «Κοίτα να δεις, μπορεί να βασανίζομαι εγώ για εσένα, αλλά στο μέλλον θα απαιτήσω να βασανιστείς και εσύ για μένα, εντάξει;» Και πριν το καταλάβεις ο φαύλος κύκλος διαιωνίζεται στο διηνεκές και δεν ξεφεύγεις από αυτόν με τίποτα. 

Νot! 

Επίκειται συγκλονιστική αποκάλυψη!

Τα δύο φαινόμενα: βασανισμός/αγάπη είναι ανεξάρτητα! 

Μπορεί κάποιος να αγαπάει και να μην βασανίζεται! Ναι, το ξέρω και εγώ δεν θα τα πόνταρα τα λεφτά μου σε αυτό το γκανιάν, αλλά κοίτα να δεις που γίνεται! Στην πραγματικότητα είναι και ο υγιής τρόπος να αγαπάει κανείς. 

Παρδόν; Πώς είπατε; 

Ένα ενήλικας, ένας ολόκληρος άνθρωπος συναναστρέφεται έναν άλλο ενήλικα και ολόκληρο άνθρωπο και περνάνε καλά ο ένας στην παρουσία του άλλου! Γουάου, δεν ξανάγινε! Δεν χρειάζεται να βασανίζεται κανένας, δεν χρειάζεται να στερηθεί κανείς μέρος του εαυτού του. Είναι εφικτό διαφορετικοί άνθρωποι να μην συμφωνούν στα πάντα και παρόλα αυτά να περνάνε ωραία μαζί, αναγνωρίζοντας την διαφορετικότητά τους. 

Δεν χρειάζεται κάποιος να βασανίζεται για να αποδείξει τα συναισθήματά του. Είναι πολύ πιθανότερο η ικανοποίηση που λαμβάνουμε όταν είμαστε μαζί με έναν χαρούμενο άνθρωπο να είναι μεγαλύτερη από όταν είμαστε μαζί με έναν βασανισμένο άνθρωπο, ακόμα και αν βασανίζεται για μας. Οι άνθρωποι που είναι χαρούμενοι τείνουν να είναι πιο δημιουργικοί. Η χαρά είναι αυτοτροφοδοτούμενη, δεν περιλαμβάνει τύψεις, δεν έχει βάρος, ούτε τόκους υπερημερίας. Δεν έχει συμβόλαιο. Απλά ελευθερία!

Η ζωή είναι αρκετά δύσκολη και από μόνη της για να φορτώνουμε επιπλέον ανώφελο βάρος. Θα χρειαστούμε όλες μας τις εφεδρείες για τις πραγματικές δυσκολίες, δεν χρειάζεται να τις δημιουργούμε μόνοι μας από hobby. Αντί να ψάχνουμε για δράματα, για το ποιος μας αδίκησε, μπορούμε απλά να περάσουμε ωραία τη μία και μοναδική ζωή μας. 



Κάντε σήμερα ένα δώρο στους αγαπημένους σας και τους σημαντικούς ανθρώπους της ζωής σας. Αφήστε τους να είναι χαρούμενοι και περάστε ωραία μαζί τους!




Εμπνευσμένο και αφιερωμένο σε δύο πολύ γενναίους ανθρώπους.

Τρίτη, 2 Αυγούστου 2016

We ‘ll always have Parnon

Ο Αύγουστος του 2016 με βρήκε σε ένα ξέφωτο, να φοράω πουλόβερ, μπουφάν, παντελόνι του σκι και ορειβατικά μποτάκια, ξαπλωμένη σε μία ψάθα πάνω σε ξερά χορτάρια, έχοντας για προσκέφαλο ένα σακίδιο πλάτης με χαλασμένο φερμούαρ. Γύρω γύρω έλατα και από πάνω μου ένα αλλιώτικο πέλαγος, ανεπανάληπτο. Το μοναδικό φαινόμενο που δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψεις, ούτε συναισθήματα να περικλύσεις, ούτε αρκετά μάτια να το χορτάσεις, ούτε αρκετός χρόνος σε μία, ή χίλιες ζωές για να βαρεθείς. Ο ξάστερος νυχτερινός ουρανός!

Ο ουρανός ενός βουνού, ο ουρανός μιας νύχτας χωρίς φεγγάρι, που είναι ωστόσο τόσο παράδοξα φωτεινή που μπορεί κανείς να δεί τα πάντα. Όσο συνηθίζει το μάτι στο σκοτάδι, τόσο περισσότερα αστέρια βλέπει. Και αστερισμούς και νεφελώματα και τον γαλαξία της Ανδρομέδας και τον δικό μας υπέροχο Γαλαξία, τον Κύκνο, το Βέλος, και άλλα, και άλλα, και άλλα. Και μετά βλέπει και πράγματα που δεν φαίνονται με το μάτι…

Σε εκείνο το υπέροχο ξέφωτο που θαρρείς πως ο αέρας ήταν ελαφρότερος, το γρασίδι απαλότερο, τα δέντρα πρασινότερα από κάθε άλλο που είχες ποτέ σου βρεθεί με έφεραν τα βήματά μου με αφορμή την 10η Πανελλήνια Συνάντηση Ερασιτεχνών Αστρονόμων που οργάνωσε η Αστρονομική Ένωση Σπάρτης από 29 ως 31 Ιουλίου 2016 στον Πάρνωνα. Η αρχική ιδέα ήταν να ανέβουμε μεγάλη παρέα, δυστυχώς τα καταφέραμε μόνο δύο, αλλά αυτό που δεν καταφέραμε να οργανώσουμε εδώ κάτω, το βρήκαμε εκεί πάνω. Μία μεγάλη χαρούμενη παρέα. 

Αφού μας υποδέχτηκε ο Φαρμακόπουλος, συνελόντι ειπείν η μασκότ της διοργάνωσης, και διευθετήθηκε το χωροταξικό, σαν προσεκτικό λαγωνικό ιχνηλάτησα την περιοχή και διάλεξα δύο δέντρα που θα ήταν το σπίτι μας για το επόμενο τριήμερο, κουβάλησα όλα μου τα υπάρχοντα τα πράγματα μου, ίσιωσα με ένα σκεπάρνι ελαφρώς το χώρο κάτω από το δέντρο μεταφέροντας μαλακό χώμα από την ανηφόρα προς την κατηφόρα την οποία και «μπάζωσα» με πέτρες και κλαδάκια, έστησα την σκηνή, έβαλα το στρώμα, φουσκωτό για πρώτη φορά μετά από 10 χρόνια ύπνου σε carry mat/καταής #πόσολυπάμαιταχρόνιαπουπήγανχαμένα, και με είδε ο Θεός. Μπορεί και να με άκουσε κιόλας! Μετά από τέσσερις ώρες οδήγηση και δύο ώρες μπάζωμα/στήσιμο σκηνής ο μεσημεριανός υπνάκος μπορεί να συνοδευόταν από, να μην το πω ροχαλητό, να το πω ένα θρόισμα που το παίρνει το αεράκι και το ταξιδεύει αέναα στις ρεματιές. Το απόγευμα έφτασε και η Ευγενία με ένα ψυγείο γεμάτο καλούδια, στήσαμε και τη δική της σκηνή και κατεβήκαμε στο ξέφωτο για να ακούσουμε την ομιλία για τις μαγνητικές καταιγίδες από την Δρ. Φιόρη – Αναστασία Μεταλληνού. Ακολούθησε μία εξαιρετική ουρανογραφία μετά μυθολογίας, από τον Θανάση Ευαγγελόπουλο με την ραδιοφωνική φωνή. Δεν θα βαρεθώ ποτέ να τον ακούω να μιλάει για την Κόμη της Βερενίκης – είναι αστείο πως η εκκλησιαστική εξουσία συμβαδίζει από πάντα με την κοσμική εξουσία – και τον Περσέα που έσωσε την Ανδρομέδα, δηλαδή την ψυχή του. 


Blue Snowball
Πηγή εικόνας

Στη συνέχεια ψάχνοντας να βρούμε τηλεσκόπιο να κοιτάξουμε, πέσαμε – εντελώς τυχαία - πάνω στα παιδιά από την Κέρκυρα που μας φιλοξένησαν, μας έδειξαν αντικείμενα βαθέως ουρανού όπως το Lagoon, Μ11, Μ22 και όλη την προπαίδεια του 11 σε αντικείμενα Messier, το Veil (πανωσέντονο και κατωσέντονο), την αγριόπαπια (χωρίς σάλτσα), την Ανδρομέδα, και το εντυπωσιακό blue snowball. Ήμασταν παντελώς άγνωστοι, δύσκολα έβλεπε ο ένας το πρόσωπο του άλλου και όμως μοιραστήκαμε τους ίδιους αστερισμούς, τις σταφίδες, τα φουντούνια. Γιατί πριν να μοιραστούμε αυτά, μοιραζόμασταν το ίδιο πάθος.

Ο βραδινός ύπνος στην σκηνή ήταν ελαφρύς, πουπουλένιος, γεμάτος όνειρα για αστέρια, τηλεσκόπια και… πορσελάνινες τουαλέτες με γάργαρα καζανάκια.




Το Σάββατο ήταν άλλη μία ωραία μέρα με χαλάρωση, φιλική κουβεντούλα, βόλτες στο βουνό όπου συστηθήκαμε με ενδιαφέροντες ανθρώπους και, δεν ξέρω αν το ανέφερα, ύπνο! Πολύ ύπνο. Ο καλύτερος μεσημεριανός ύπνος της ζωής μου. Μικρούλης όμως μωρέ, δύο ώρες μπρούμυτα, δύο ώρες ανάσκελα και δύο ωρίτσες στο πλάι. Όταν επιτέλους ξύπνησα, βγήκα από το σκηνή σαν τον Λάζαρο, τυλιγμένη σε ένα σεντόνι και σέρνοντας τα βήματά μου. Ένας καινούργιος άνθρωπος. Που ήθελε απεγνωσμένα καφέ!

Η απέναντι πλαγιά γεμάτη κατασκηνωτές, σκηνές, κόσμο, πήγαινε – έλα, φίλους μας από την Αθήνα, όπως ο Μάνος, η Δήμητρα και τα παιδιά, αλλά και τα παιδιά από την Κέρκυρα που τα είδαμε πια και στο φως της μέρας, τον Σπύρο, την Αμαλία, τον Θανάση, και τον Βασίλη. Βρήκαμε και τα παιδιά από τον ΣΕΑ και φυσικά δεν γινόταν να μην σταματήσουμε μπροστά στο ινδιάνικο Τίπι που μας ξενάγησαν ο Βαγγέλης και η Κυριακή και να φωτογραφηθούμε και να φορέσουμε το ινδιάνικο βραχιόλι μας. Όλοι τους φιλικοί, αυθεντικοί, δημιουργικοί, «εμπνευστικοί». Άνθρωποι που σίγουρα έχουν/με ελαττώματα και ανασφάλειες, αλλά με το ίδιο μεράκι και άρα πνευματικά συγγενείς. 


Αναμνηστική φωτογραφία

Απολαύσαμε άλλες δύο βραδιές με ενδιαφέρουσες ομιλίες, (μία από τον κ. Σιμόπουλο) και παρατήρηση και, δεν θυμάμαι αν είπα, Ύπνο! Η τελευταία νύχτα ήταν και η καλύτερη, όταν συνειδητοποιήσαμε ότι τελειώνει η εξόρμηση, και προσπαθούσαμε άφωνες, ξαπλωμένες σε μία ψάθα να ρουφήξουμε όλα τα αστέρια μέσα από τα μάτια μας, να στείλουμε το φως τους σε κάθε κύτταρο μας, να το πάρουμε μαζί μας για όταν θα έρθουν τα δύσκολα. Εκεί έχασα και το σκουλαρίκι μου με τον Μικρό Πρίγκηπα. Ίσως και να έφυγε για τον αστεροειδή του. Κάπως έτσι με βρήκε ο Αύγουστος, ντυμένη σαν αρκούδα, γιατί είμαι και κρυουλιάρα, πανάθεμά με! Όμορφη όμως, φτού μη με ματιάσω!

image credit Manos Kardasis



Έχω ξαναπάει στο παρελθόν σε εξορμήσεις ερασιτεχνών αστρονόμων και μαγεύτηκα, οπότε ήξερα περίπου τι θα συναντήσω. Τον συγκλονισμό της διάστικτης αβύσσου τον είχα βιώσει πρώτη φορά στον Γράμμο και άλλαξε τη ζωή μου σε βαθμό που δεν θεωρούσα δυνατό. Όμως όταν ξεκίνησα από την Αθήνα την Παρασκευή είχα έναν στόχο, αναζητούσα έμπνευση. Και βρήκα και άλλα που δεν είχα ζητήσει. Βρήκα χαρά, ομορφιά, ελευθερία και γαλήνη. ΌΛΑ μου φάνηκαν ωραία! Φεύγοντας συγκινημένη, ευχαρίστησα το βουνό για την εμπειρία και τα δώρα που μου χάρισε. 

Ο νυχτερινός ουρανός έχει τη μοναδική ικανότητα να μας κάνει να αισθανόμαστε ολόκληροι και μικροί ταυτόχρονα. Είναι το πάθος μου, η δύναμη που με ενεργοποιεί. H έμπνευσή μου! 






Σάββατο, 16 Ιουλίου 2016

Και πάλι Μουρακάμι

Η σχέση μου με τον Μουρακάμι έληξε μετά το δέκατο βιβλίο του «ο Κάφκα στην ακτή». Δεν ξέρω αν ήταν δέκατο στη σειρά που τα έγραψε, αλλά ήταν δέκατο στη σειρά που το διάβασα εγώ. Το παθαίνω αυτό με τους συγγραφείς που μου αρέσουν, πλακώνω και τους διαβάζω αχόρταγα, άπληστα, ανελέητα.

Για την απομακρυνσή μου από τον Μουρακάμι, δεν έφταιγε κανένας συγκεκριμένα, απλά νομίζω ότι διάβασα αρκετά. Σε όλα τα βιβλία υπάρχει ένα αλλόκοτο παιχνίδι με τα όρια του πραγματικού και απολάμβανα την ισορροπία στην λεπτή γραμμή της πραγματικότητας και του σουρεαλισμού, μου άνοιγε νέα παράθυρα σκέψης, ίσως να με έφερνε και πιο κοντά στην αποδοχή των δικών μου ονειρικών εμπειριών.

Οι ήρωες του βιβλίου είναι ουσιαστικά δύο: ο Κάφκα, ένας δεκαπεντάχρονος που το σκάει απ’ το σπίτι, προτού «εκραγεί», και ο Νακάτα, ένας κάπως λειψός στο μυαλό ηλικιωμένος άντρας που είναι επαγγελματίας αναζητητής χαμένων γάτων. Τους δύο αυτούς διαμετρικά αντίθετους χαρακτήρες ενώνει ένα αόρατο νήμα, που διασχίζει τις δεκαετίες, αλλά και ενώνει τους κόσμους. Γύρω απ’ αυτούς περιστρέφονται και κάποιοι άλλοι άνθρωποι, που έχουν να παίξουν ένα μικρότερο ή μεγαλύτερο ρόλο στην υπόθεση: Ο ανδρόγυνος βιβλιοθηκάριος Οσίμα, που θέτει τον Κάφκα υπό την προστασία του με το που φτάνει στη μικρή τους πόλη, η δεσποινίς Σαέκι που μοιάζει να είναι ο συνδετικός κρίκος ανάμεσα στο χθες και το σήμερα, ο αινιγματικός Τζόνι Γουώκερ, που φέρνει τον Νακάτα στα όρια της απελπισίας, και ο Χοσίνο, που χωρίς καλά-καλά να το σκεφτεί αποφασίζει να συνοδέψει τον ηλικιωμένο άντρα σ’ ένα ταξίδι αναζήτησης.

"Sometimes fate is like a small sandstorm that keeps changing directions. You change direction but the sandstorm chases you. You turn again, but the storm adjusts. Over and over you play this out, like some ominous dance with death just before dawn. Why? Because this storm isn't something that blew in from far away, something that has nothing to do with you. This storm is you. Somethinginside of you. So all you can do is give in to it, step right inside the storm, closing your eyes and plugging up your ears so the sand doesn't get in, and walk through it, step by step. There's no sun there, no moon, no direction, no sense of time. Just fine white sand swirling up into the sky like pulverized bones. That's the kind of sandstorm you need to imagine"



Το τυπικό μοτίβο των βιβλίων του Μουρακάμι είναι ότι βρίσκεσαι σε ένα κόσμο στον οποίο ισχύουν κανόνες αιτίας και αιτιατού, απλά διαφορετικοί από τον κόσμο που γνωρίζουμε (μαγικός ρεαλισμός), αλλά συμβαίνει ένα μυστήριο που δεν κολλάει και ο ήρωας ψάχνει να βρει στην αιτία του καθώς μαγειρεύει σούπα με μίσο, τα πράγματα γίνονται όλο και πιο μπερδεμένα και στο τέλος βρίσκεται ο λόγος/αιτία, παράλογη μεν, αιτία δε και αναγνώστης και ήρωας επιστρέφουμε ο καθένας στη δική του πραγματικότητα. Αλλά αυτή τη φορά το παράκανε. Από τη σελίδα τριακόσια και μετά δεν έβγαινε κανένα νόημα. Με πείσμα διάβασα ως το τέλος – που ήρθε απότομα, όταν απλά γύρισα μία σελίδα και δεν υπήρχε τίποτα από πίσω – μπας και επανέλθει στο ρεαλισμό, αλλά σε αυτό το βιβλίο μένεις μέχρι το τέλος σε ένα μέρος που δεν βγάζει νόημα. Απαράδεκτο ακόμα και για μένα.  Ίσως επειδή στην παρούσα φάση έχω ανάγκη μία στέρεη πραγματικότητα να επιστρέφω τελικώς… Στο αυτό το βιβλίο (νομίζω ότι) δεν υπήρξε κάτι τέτοιο και τσατίστηκα πολύ!

Στο «Κουρδιστό Πουλί» ο ήρωας κατεβαίνει σε ένα πηγάδι και μένει κλεισμένος εκεί για μέρες. Μου πήρε ένα χρόνο να καταλάβω τι σημαίνει η κατάδυση στο σκοτεινό πηγάδι.
«Εδώ λοιπόν, σ' αυτό το σκοτάδι με την παράξενη σπουδαιότητά του, οι αναμνήσεις μου άρχισαν ν' αποκτούν μια δύναμη που δεν είχαν ποτέ πριν. Οι αποσπασματικές εικόνες που αναβίωναν μέσα μου ήταν κατά μυστήριο τρόπο πολύ ζωηρές και λεπτομερείς, σε σημείο που να νομίζω ότι θα μπορούσα να τις αγγίξω με τα χέρια»



Ίσως το αγαπημένο μου βιβλίο του να είναι ο «Ο άχρωμος Τσουκούρου Ταζάκι και τα χρόνια του προσκυνήματος του». Αυτό που προτείνει ο Μουρακάμι στο αναγνώστη για τις προσωπικές του αναζητήσεις είναι να βουλιάξει στην ανυπαρξία για να εκτιμήσει την ύπαρξή του, να βιώσει το απόλυτο χάος για να βρει την αρμονία. Λίγο ανορθόδοξη, αλλά αποτελεσματική τεχνική, θα προσθέσω εγώ.


Ουφ, τελικά μου αρέσουν τα βιβλία του Μουρακάμι, ο τρόπος γραφής του, το παράδοξο και αλλόκοτο μέρος της πραγματικότητας που σε ταξιδεύει, αλλά προς το παρόν ότι έχω ήδη διαβάσει μου είναι αρκετό. Δεν φταίει αυτός, θέλω απλά να μείνω λίγο μόνη μου να διαβάσω … Καζαντζάκη!  



Κυριακή, 10 Ιουλίου 2016

Καλοκαίρι μεσημέρι

Χτες, ήταν από εκείνα τα ωραία καλοκαιρινά μεσημέρια που φυσούσε ένα απαλό, δροσερό αεράκι. Από εκείνο το είδος των μεσημεριών που θέλεις να κοιμηθείς στο σκιερό υπνοδωμάτιο με ανοιχτές τις μπαλκονόπορτες και να νιώθεις την δροσερή αύρα και τον ήχο που κάνει στις πευκοβελόνες και τα φυλλώματα των δέντρων. Που ο ήχος των τζιτζικιών δεν είναι επισφράγιση αφόρητης ζέστης, αλλά ένα ρυθμικό νανούρισμα. Από εκείνο το είδος των μεσημεριών που όταν ήμασταν παιδιά δεν εκτιμούσαμε καθόλου. Αχάριστα πλάσματα! 

Απροσδιόριστος αριθμός χρόνων έχουν περάσει από τότε που μετράγαμε τα παγωτά από το Πάσχα και τα μπάνια από τον Ιούνιο. Στα παγωτά ήμασταν χαμένοι από χέρι, γιατί μέναμε σε χωριό και το περίπτερο αργούσε να φέρει παγωτά, ενώ τα ξαδέρφια μου που έμεναν Λαμία είχαν πρόσβαση σε αυτά από τον Μάρτιο κιόλας, ή τουλάχιστον έτσι διατείνονταν και έκαναν εμένα και τον αδερφό μου να σκάμε από ζήλια. 


Τώρα, το δικό μας το περίπτερο, το είχε ένας παππούς με το γλυκό και άκρως μαρκετινίστικο παρατσούκλι «Σκατίλας» που περνούσε με το ποδήλατό του μπροστά από το σπίτι μας για να κατέβει στην πλατεία στο περίπτερο. Και κάποια απογεύματα την εβδομάδα, όχι κάθε μέρα – θεός φυλάξοι – ακολουθούσαμε και εμείς μετά από λίγο για να πάρουμε από το ψυγείο της ΕΒΓΑ το λατρεμένο κυπελάκι Τρινιτά (τρεις γεύσεις: βανίλια-σοκολάτα-φουντούκι και από πάνω παγωμένη σοκολάτα και κροκάν φουντουκιού). Η ΕΒΓΑ έβγαζε επίσης και παγωτό ξυλάκι με τις ίδιες γεύσεις, την Τρόικα - ΤΟΣΟ μπροστά η ΕΒΓΑ – μόνο που επειδή ήταν σαφώς λιγότερο, συνήθως έπαιρνα το Τρινιτά! Για τον ίδιο λόγο δεν αγόρασα ποτέ Λάκυ Καπ, γιατί είχε μόνο δύο κουταλιές παγωτό και δεν πα να είχε παιχνίδι! Ήμουν το χαρακτηριστικό παράδειγμα παιδιού που δεν το επηρέαζε το μάρκετινγκ, αλλά ήξερε τις ανάγκες του και επέλεγε τα προϊόντα που τις κάλυπταν, χένς το κύπελλο. 





Τα καθημερινά μπάνια στην θάλασσα ξεκινούσαν επίσημα με τη λήξη του σχολικού έτους. 12 και 13 Ιουνίου έχει πανηγύρι στο χωριό της μάνας μου. Κάπου εκεί τελείωναν και τα σχολεία, και άρχιζαν οι καλοκαιρινές διακοπές και τα μπάνια. Την πρώτη εβδομάδα πήγαινα απαραιτήτως στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς (5 χιλιόμετρα από το σπίτι μας, μιλάμε για εξωτικό ταξίδι) που όμως ήταν πάνω στην πλατεία του χωριού, στα μάτια μου ήταν ό,τι πιο κοσμοπολίτικο θα μπορούσε να υπάρξει και τα βράδια παίζαμε με τα παιδιά ως αργά (δηλαδή 10.30) κρυφτό και αμπάριζα. Αφού μου έδινα και καταλάβαινα, αλλά πλέον δεν μπορούσα να αγνοήσω τα καλέσματα του παππού από τη βεράντα, γύριζα σπίτι, και αφού έπλενα τα δόντια μου και σταύρωνα το μαξιλάρι μου, κοιμόμουν σε ένα ντιβάνι στο σαλόνι, παρέα με το φως από το καντήλι που άναβε κάθε βράδυ η γιαγιά και τον ρυθμικό, αλέγκρο ήχο από το πράσινο κουρδιστό ρολόι. Το περίεργο ήταν ότι έβαζα λόγια στον ήχο του ρολογιού. Και πριν το καταλάβω ήταν πρωί και έφερνε ο παππούς το κουλούρι από τον διπλανό ξυλόφουρνο. Αφού γινόντουσαν όλες οι δουλειές (τάισμα των ζωντανών, κότες, κατσίκες, πρόβατα, σκυλιά) πηγαίναμε για μπάνιο στην καρότσα του «Κοκκίνη», το κόκκινο Datsun του παππού. 

Με το που στρίβαμε στην παραλία τα νερά που λαμπύριζαν στον πρωινό ήλιο μου έκοβαν την ανάσα. Στην παραλία έβρισκα τα ξαδέρφια μου και τον αδερφό μου. Δεν υπήρχαν πολλά προπαρασκευαστικά στάδια, πέφταμε μέσα με συνοπτικές διαδικασίες. Το νερό ήταν καθαρό και λεπτό, σχεδόν διάφανο. Σε όσες θάλασσες και αν έχω βουτήξει, δεν έχω ματά βρει τόσο λεπτόρευστα νερά. Ίσως και να μπορούσες να το αναπνεύσεις, όπως τα ψάρια.




Στα πρώτα μέτρα του νερού, κάτω από τις πέτρες βρίσκαμε κολλημένες πεταλίδες, αλλά γρήγορα πηγαίναμε προς τα βαθιά για κολύμπι και βουτιές, ή ίσως θα έπρεπε να πω τρέλες και φασαρία. Την περισσότερη ώρα ήμουν με το κεφάλι κάτω από το νερό και στις τελευταίες τάξεις του δημοτικού που ξεθαρέψαμε κάπως κολυμπούσαμε με τον αδερφό μου και τα ξαδέρφια μου μέχρι τα «άπατα» για να δούμε τη σκεπή του εξοχικού των θείων μου να προβάλει στο βάθος, και ξέραμε ότι όταν γυρίσουμε σπίτι εξουθενωμένοι οι θεία Δήμητρα θα έχει να μας περιμένουν γεμιστά και καρπούζι. 

Ο αριθμός των μπάνιων καταγράφονταν ευλαβικά. Ξέραμε κάθε μέρα πόσα μπάνια ΑΚΡΙΒΩΣ έχουμε κάνει. Ήταν πολύ σοβαρή υπόθεση για εμάς, όλο μας το κύρος ήταν άμεσα συνδεδεμένο με τον αριθμό τους, δεν ήταν παίξε – γέλασε να το πάρουμε αψήφιστα. Μέχρι τα μέσα Ιουλίου μετράγαμε κοντά στα 40 και φέτος δεν έχω προλάβει ακόμη να κάνω ούτε ένα… 

Καμιά φορά ονειρεύομαι ότι είμαι ψάρι στη θάλασσα των παιδικών μου χρόνων και σχίζω γρήγορα τα νερά, περνώ ανάμεσα στα φύκια και τα άλλα ψαράκια με καθαρτική άνεση και ταχύτητα. Είμαι ελαφριά και γρήγορη και κολυμπάω χωρίς προσπάθεια στην απέραντη θάλασσα...






Κυριακή, 5 Ιουνίου 2016

Ο Θεριστής

Μπήκα νωρίς στο σπίτι απ' τη δουλειά, μόλις που είχε ανατείλει ο Άρης πάνω από τον Υμηττό. Συνήθως δεν με έπιανε πονοκέφαλος, αλλά είχα διάβασμα και δεν γινόταν να περιμένω να μου περάσει με ξεκούραση, ένα αναβράζον δισκίο στο χαμηλό ποτήρι αφρίζει μέχρι να ανάψει ο υπολογιστής και να γίνει κι άλλος ένας καφές.




The Gleaners - Οι Σταχομαζώχτρες, 1857, Jean Francois Millet, 

Λάδι σε καμβά Musee d Orsay Paris


Δεν μπορεί να είναι έτσι η ζωή, άσκοπο πήγαινε-έλα. Λυσσάω στη σκέψη ότι αυτή η καθημερινότητα θα επαναλαμβάνεται στο διηνεκές. Σαν να έχω μέσα μου ένα άγριο ζώο που δεν μπορώ να ημερέψω. Κάπου θα ζει η ποίηση, κάπου θα υπάρχει το πάθος. Ο Θεριστής είναι περίεργος μήνας, μου έχει στερήσει πολλά... Πιάνουν οι ζέστες και δεν τις μπορώ καθόλου. Επιπλέον έχω διάβασμα. Μπορεί και να είναι εξαρτημένο αντανακλαστικό από την σχολική μου ζωή, Ιούνιος ίσον εξετάσεις. Μόνο που, για κάτσε μία στιγμή, στο σχολείο νόμιζα ότι δεν με τραυμάτιζαν οι εξετάσεις. Φεύ, τέσσερα χρόνια ψυχοθεραπείας αργότερα καταλαβαίνω ότι μου έχουν γαμήσει το τάμ-τιριρί! Δεν ξέρω τελικά τί είναι προτιμότερο, να έχεις επίγνωση του εαυτού σου, ή να έχεις άγνοια. Το δεύτερο είναι σίγουρα μακαριότητα, το πρώτο το γουστάρω περισσότερο αλλά με έχει τεντώσει σε τέτοιο σημείο, που λέω ότι λίγο ακόμα και θα σπάσω.  Το κερασάκι σε όλα τα υπαρξιακά, που έτσι και αλλιώς έχω, είναι η αποτυχημένη μου προσπάθεια να στρωθώ να διαβάσω για τις επερχόμενες εξετάσεις Στατιστικής Μηχανικής, πράγμα που είναι πολύ χειρότερο από το καθεαυτό διάβασμα, γιατί έχει όλη την προσπάθεια του διαβάσματος με την χαρωπή προσθήκη του αυτομαστιγώματος και φυσικά την έλλειψη των γνώσεων που απαιτούνται για την επιτυχή εξέταση. Κοιτάζω τις σημειώσεις μου, τις λυμένες μου ασκήσεις για τις οποίες ξόδεψα ατελείωτες ώρες και δεν καταλαβαίνω απολύτως τίποτα! Τα σύμβολα πήδάνε έξω από το χαρτί και εξαφανίζονται, το δωμάτιο βρίσκεται σε ένα σημείο εκτός του κόσμου. Νιώθω παντελώς χαζή. 

Έχω μερικούς υπέροχους ανθρώπους στη ζωή μου, λογικούς, γήινους. Με στρώνουν, με καλιμπράρουν. Μόνο που δεν νιώθουν ότι αυτό που κουβαλάω δεν είναι μόνο αθώα ευαισθησία, δεν είναι αφελές πέταγμα στα σύννεφα. Είναι επιλογή μου να τα νιώθω όλα τόσο βαθιά. Δεν ξέρουν από τί έχω επιζήσει. Η έμπνευση είναι για μένα ανάγκη, όπως ο αέρας που αναπνέω. Αυτό το τρίγκερ (πώς το λέτε εσείς εδώ γιατί δεν θυμάμαι πως το λέμε εμείς εκεί) οδηγεί σε επόμενο επίπεδο της ανασφάλειας, συνελόντι ειπείν ποιά είμαι – πού πάω (ωρέ) – τί κάνω στη ζωή μου. Φαύλος κύκλος που μπορεί να πνιγεί στο αλκοόλ, ή στον καπνό, μόνο που αφενός δεν καπνίζω, και αφετέρου μέσα στην τούρλα του καημού έκοψα το αλκοόλ. Σπρώχνω τον εαυτό μου στα όρια να δω μέχρι που θα γίνει ορατή η έκρηξη…


                                                              Blue Oyster Cult - (Don't Fear) The Reaper 1976




Κυριακή, 15 Μαΐου 2016

Επιλογές

Η στιγμή εκείνη του ύπνου. Το μαγικό δευτερόλεπτο που γνωρίζεις ότι χάνεις τον έλεγχο και ωστόσο αισθάνεσαι ασφαλής. Ένα τρεμόπαιγμα στο γόνατο και αίσθηση ότι πέφτεις, αίσθηση απώλειας. Ένα τίναγμα του δείκτη. Όλο το «είναι» καταρρέει σε ένα σημείο ελαφρότητας και μετά... πούφ, εξαφανίζεται.

Μόνο όποιος έχει νιώσει το άγχος της αϋπνίας, μπορεί να εκτιμήσει τη σημασία εκείνης της στιγμής που πέφτεις. Ίσως και να είναι ένας μικρός θάνατος. Μία μικρή πεταλουδίτσα που σπαρταράει τα φτερά της να φύγει από το χέρι που την κρατάει, να είναι στην πραγματικότητα αυτό το τίναγμα του σώματος. Η πεταλούδα μένει εκεί. Προσωρινά εγκλωβισμένη σε μία κατάσταση ανυπαρξίας.

Προσωρινά εγκλωβισμένες είναι και οι δυνατότητες που έχουμε. Μέχρι να υπεισέλθει η ελεύθερη βούληση και να γίνουν επιλογές. Ιερό πράγμα η ελεύθερη βούληση. Κραταιά, παντοδύναμη. Οδηγός των βημάτων και των συναισθημάτων. Σαν να κρατάς στο χέρι σου μία εύθραυστη, σπάνια πεταλούδα. Σπαρταράει για να φύγει. Μένει μόνο η επιλογή. Επιλογές που καθορίζουν το μέλλον μας. Ακόμη και επιλογές που δεν κάνουμε οι ίδιοι, αλλά άλλοι για τον εαυτό τους και αναγκαστικά επηρεάζουν και εμάς...

Πόρτες μπροστά. Απλώνει κάποιος το χέρι και επιλέγει μία. Για κάθε μία πόρτα που ανοίγει, μια άλλη κλείνει... 
Αθόρυβα, 
απαλά, 
έκλεισε...  



Και η βρόχα έπεφτε... straight through - Γιώργος Ζαμπέτας


Σάββατο, 30 Απριλίου 2016

Φαναράκι

Στην περιφορά του επιταφίου χτες είχε πολύ ωραίο ουρανό. Σκοτεινό, καθαρό, γεμάτο χιλιάδες μικρές πυγολαμπίδες...




Η περιφορά είναι ένα είδος λύτρωσης. Ένα ολόκληρο χωριό παρέα. Μυρωδιές από λιβάνι και βιολέτα και έξω από μερικά σπίτια γιασεμιά και σε άλλα νερατζιές και αλλού αγιόκλημα. Εδώ στο χωριό είναι άνοιξη και κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι η ζωή δεν σταματάει ποτέ. Ότι τελικά η ζωή νικάει το θάνατο.

Αστεία ιστορία. Όταν ήμουν μικρή είχαμε με τον αδερφό μου ο καθένας το χάρτινο φαναράκι του για την περιφορά του επιταφίου. Του Γιώργου ήταν κόκκινο σφαιρικό, σαν κινέζικο, ενώ  το δικό μου ρόμβος, άσπρο με χρωματιστά πουά. Μια χρονιά στο μέσο περίπου της διαδρομής αντικρύσαμε ένα άλλο φαναράκι πεσμένο στο δρόμο να λαμπαδιάζει. Το θυμάμαι ακόμα και σήμερα. Θυμάμαι τον τρόμο που πήρα. Πώς χτυπούσε η καρδιά μου δυνατά λες και θα βγει από το στήθος μου. Δεν ήθελα και το δικό μου φαναράκι να καεί. Ήμουν εγώ η υπεύθυνη. Αν εγώ ήμουν αρκετά προσεκτική, όλα θα πήγαιναν καλά. Αν όχι, θα καιγόταν και το δικό μου. Πόση τρομάρα, από εκείνο το περιστατικό. Με τους παλμούς στα ύψη, ολοκλήρωσα εκείνη τη διαδρομή, με το φαναράκι σώο. Αδρεναλίνη, καρδιοχτύπι, έξαψη… Τα επόμενα χρόνια προτιμούσα να καίγομαι με τα κεριά που στάζανε από τη λαμπάδα που κρατούσα, παρά να ξαναπάρω φαναράκι και να κινδυνέψω να το χάσω. Αυτό ήταν. Έχασα όλα τα φαναράκια έκτοτε.

Μόνο αφού μεγάλωσα και ξεπέρασα (κάποιους από) τους παιδικούς μου φόβους κατάλαβα την απάτη. Ο φόβος με εμπόδιζε να ζήσω τη χαρά της περιφοράς. Ο φόβος του θανάτου μας εμποδίζει να χαρούμε τη ζωή. Αυτό που φοβόμαστε στην πραγματικότητα δεν είναι να πεθάνουμε, αλλά να ζήσουμε! Μην κάνουμε κάτι "λάθος" και τότε τί; Ίσως και να φοβόμαστε μερικά από τα πιο συναρπαστικά πράγματα στη ζωή. Εδώ που τα λέμε η βόλτα με το φαναράκι υπό την επίδραση της αδρεναλίνης ήταν γα-μά-τη! 

Όσο και αν δεν το θέλω, όσο και αν με πονάει, η ζωή συνεχίζεται ακόμα και μετά την απώλεια πολύ αγαπημένων προσώπων. Γίνεται πιο μαλακή, λιγότερο επικριτική, με μεγαλύτερη κατανόηση στον πόνο του άλλου. Όταν έχεις πενθήσει, καταλαβαίνεις πόσο πολύτιμη είναι η ζωή, πόσο μεγάλο καθήκον σου είναι να ζήσεις και να χαρείς. Να ζήσεις και για όσους έχουν φύγει. 

Καλή Ανάσταση!


Κυριακή, 7 Φεβρουαρίου 2016

Άντε να λύσουμε

Δεν θα ξαναπαρκάρω σε ανηφόρα στου Ζωγράφου!


Δεν θα ξαναπαρκάρω σε ανηφόρα στου Ζωγράφου!


Δεν θα ξαναπαρκάρω σε ανηφόρα στου Ζωγράφου!

Με την καμία όμως! Αφού την γλίτωσα προχτές, το πήρα το μάθημά μου. Ακόμα τρέμουν τα πόδια μου. 

Έχω πάει μία επίσκεψη γυρίζω γύρω- γύρω και δεν βρίσκω τίποτα. Μόνο σε μία τρελή ανηφόρα υπάρχουν θέσεις αν θέλεις κενές. Στις πρώτες γύρες κάνω πως δεν το βλέπω. Στο τέταρτο πέρασμα ενδίδω. Μέγα λάθος! Το φέρνω και αρκετά άκρη στο πεζοδρόμιο, μόνο που στο πεζοδρόμιο υπάρχουν κάτι μεταλλικές μπάρες, δεν πειράζει ψυχραιμία, κλείνω τους καθρέπτες και ισιώνω. Ρίχνει ψιλόβροχο. Ο κλειστός, αριστερός μου καθρέπτης απέχει ένα εκατοστό από την μπάρα. Τραβάω χειρόφρενο, πάω να αφήσω, τσουλάω λίγο πίσω και αριστερά, πατάω συγχρόνως φρένο, ο καθρέπτης σχεδόν ακουμπάει στη μπάρα και το υπόλοιπο αυτοκίνητο βρίσκεται επικίνδυνα κοντά. Ευτυχώς επίτηδες απέχω πολύ από τον πισινό. Σηκώνω το χειρόφρενο λίγο πιο ψηλά, πάλι φεύγει προς τα πίσω. Γαμώτο, αρχίζω να αγχώνομαι. Είμαι αριστερόχειρη και το δεξί μου χέρι δεν είναι και πολύ δυνατό, αλλά με όση δύναμη έχω και δεν έχω, τραβάω το χειρόφρενο όσο δεν πάει άλλο και κλειδώνει στην ανώτατη δυνατή θέση. Αυτή τη φορά το αυτοκίνητο δεν κουνιέται, έχω καταλάβει το λάθος μου, αλλά είναι αργά. Είμαι σίγουρη ότι δεν θα μπορέσω να το λύσω. Με τίποτα! 




Με προσοχή σέρνομαι στο διπλανό κάθισμα και βγαίνω από την πόρτα του συνοδηγού μέσα στο ψιλόβροχο, και ευτυχώς το αυτοκίνητο δεν κουνιέται καθόλου. 

Με μαύρες σκέψεις ότι κατά έναν περίεργο και μαγικό τρόπο εν τη απουσία μου θα λυθεί το χειρόφρενο και το αυτοκίνητο θα βρεθεί παρασέρνοντας και όλα τα υπόλοιπα πίσω του στην παιδική χαρά που είναι στο πάτο της ανηφόρας, πάω στην επίσκεψη. Μεγάλη χαρά. Ο αγαπημένος μου νονός/θείος μετά από τρεις εβδομάδες νοσηλείας στην διάρκεια των οποίων έκανε μια βόλτα στα νερά του Αχέροντα και γύρισε πίσω, βγήκε από το νοσοκομείο, έχει έρθει ο έτερος ξαδερφός μου από το χωριό να τον πάρει. Με την ευκαιρία έχει στείλει η μανούλα μια τσάντα (σακ βουαγιάζ γίγαντα) από το χωριό γεμάτο προμήθειες μαγειρεμένου φαγητού για τις μέρες που το βλαστάρι της διαβάζει για τις εξετάσεις του μεταπτυχιακού για να μην τρώει μόνο τοστ. Μέσα στην τσάντα και 48 πορτοκάλια! Για να τρώω και να στύβω και να βάζω στη βότκα!

Με την πρώτη ματιά καταλαβαίνω ότι αυτή η βαλίτσα δεν ανεβαίνει την ανηφόρα με τίποτα! Σκέφτομαι λύσεις:
Παίρνω τον γιγάντιο μπόγο και φεύγω με ταξί. Έρχομαι αύριο να πάρω το αυτοκίνητο με την οδική βοήθεια. 
Παίρνω την άλλη μου ξαδέρφη μαζί και καλά για να την αφήσω στο μετρό και το πολύ - πολύ αν δεν καταφέρουμε να λύσουμε το χειρόφρενο, παίρνουμε μαζί ταξί. 

Πήραμε το δεύτερο σενάριο.

Πλέον δεν θυμάμαι και πολλά από τα γεγονότα. Προσπαθώντας να λύσω το χειρόφρενο, έβγαλα και το κασκόλ και τελικά το πανωφόρι μου, φυσικό αφού ιδρωκόπησα, και παρ' όλα αυτά δεν κατάφερα τίποτα. Δεν πατιόταν καν το κουμπάκι. Είχα πιάσει και τα χερούλια της τσάντας μου ανάμεσα στην ζώνη ασφαλείας και στον λεβιέ, ένας πανικός! Και η βρόχα έπεφτε, στρέιτ θρου! Το χειρόφρενο εκεί, ντούρο! 

Άντε να λύσουμε, να ξεκινήσουμε! Ευτυχώς είναι και η ξαδέρφη αριστερόχειρας και κατάφερε από τη θέση του συνοδηγού να λύσει το βρωμο-χειρόφρενο, οπότε άρχισαν οι απόπειρες να ξεπαρκάρω στην ανηφόρα που γλιστρούσε. Έχω φουντώσει για τα καλά. Βγάζω και το ζακετάκι μου. Σιγά σιγά θα μείνω με το βρακί! Δεν μάρσαρα αρκετά, αλλά βασικά δεν κατέβαζα το χειρόφρενο. Μου έσβησε μία φορά, μου έσβησε δεύτερη, το δεξί μου πόδι είχε αρχίσει να τρέμει. Τώρα θα φύγουμε πίσω, σκέφτομαι, ολοταχώς προς την παιδική χαρά. 




Η Έφη έλεγε ότι θα τα καταφέρω, ξεπέρασα τον φόβο μου, μάρσαρα, κατέβασα με τόλμη τον κωλο-λεβιέ, και ναι, άρχισε να κουνιέται το αυτοκίνητο (με παντιλίκια), και επιτέλους διάολε, ανεβήκαμε στην κορυφή, που ανάθεμα και την ώρα και τη στιγμή και την φαεινή ιδέα να παρκάρω στην κωλο-ανηφόρα. Για τα πρακτικά, όταν κάναμε τον γύρο και επιστρέψαμε μπροστά από το σπίτι να πάρουμε τον μπόγο με την ανθρωπιστική βοήθεια, ενημερωθήκαμε ότι μας είχαν ακούσει που ξεπαρκάραμε 100 μέτρα μακριά. 

Φτάνοντας πλέον στο δικό μου σπίτι, κατέβηκα τρεκλίζοντας και με γόνατα που τρέμανε ανέβηκα πάνω, αφήνοντας τον μπόγο στο αυτοκίνητο!



*Βρείτε πόσες φορές έγραψα την λέξη "χειρόφρενο" σε αυτή την ανάρτηση και κερδίστε ένα δίλιτρο βαλβολίνες. 



Πέμπτη, 4 Φεβρουαρίου 2016

Βροχή και σήμερα

Έφτασε και πάλι η εποχή των μουσώνων σε αυτό το σπίτι. Πιο συγκεκριμένα σε αυτό το γραφείο, εδώ που κάθομαι τώρα. 


Συνήθως όταν διαβάζω βάζω μουσική. Τα πάντα, από Bach μέχρι Μελωδία FM. Εξαρτάται την στιγμή, εξαρτάται την διάθεση. Jazz πιάνο επίσης είναι πολύ ψηλά στην λίστα των προτιμήσεών μου. Μικρές συνεχόμενες νοτίστες να τρέχουν απαλά η μία δίπλα στην άλλη, σαν στραγαλάκια που κυλάνε την κατηφόρα. 

Όταν όμως, όταν έχω ΣΟΒΑΡΟ διάβασμα για εξετάσεις, τότε που χρειάζεται να εντυπωθούν τα πάντα σωστά και με ακρίβεια laser, τότε καταφεύγω στον απόλυτο λευκό θόρυβο. Την βροχή! Ω, ναι, την βροχή. Αυτή την ομολογουμένως περίεργη συνήθεια την απέκτησα πέρυσι τέτοια εποχή (δείτε εδώ που έγραφα "βροχή παντί τρόπω") που διάβαζα για τα τρία τελευταία μαθήματα του πτυχίου μου και με δύο εννιάρια και ένα δεκάρι την θεωρώ εξαιρετικά επιτυχημένη μέθοδο. Ο αδερφός μου και η νύφη μου όταν κοιμίζουν την κόρη τους, για λευκό θόρυβο της βάζουν ήχο από τρένο που τρέχει σε ράγες (κι όλο μαζεύει η γραμμή, όλο τελειώνει). Το μωρό έχει φτάσει ίσα με το Μπαϊκονούρ. Εγώ με τόση βροχή πρέπει να έχω ποτίσει όλη την Σρι Λάνκα. 




Επίσης ανάβω ένα κεράκι ρεσώ (παραξενιές και φρίκη) που μάλλον μου προσφέρει την ψευδαίσθηση της φωτιάς. Τώρα που το σκέφτομαι τίγκα στην ψευδαίσθηση αυτό το διάβασμα. Τί άλλο θα κάνω Θεέ μου για να καταφέρω να συγκεντρωθώ! Αν και θορυβούμαι ελαφρώς από τις πιθανές ψυχολογικές προεκτάσεις των παραξενιών μου, μάλλον μου αρέσουν. Σε κάποια φάση είχα πάρει από το ένα κατάστημα με είδη σπιτιού κάτι πανάκριβα αρωματικά κεράκια με άρωμα πράσινο τσάι που καθώς καιγόταν τσουρουφλιζόμουν και εγώ μαζί, και φυσικά δεν ξαναπήρα, αλλά για καλή μου τύχη μου έδωσε μια φίλη μου ένα κομματάκι σανδαλόξυλο το οποίο αν το ανάψεις λιγάκι, βγάζει μια γλυκιά μυρωδιά που μου θυμίζει δάσος, που σε συνδυασμό με την βροχή και το κεράκι είναι ά-παι-χτο. Δημιουργώ λοιπόν ένα (τεχνητό έστω) περιβάλλον βουνού, στο οποίο βρέχει και βροντάει, έχει φωτιά και μυρίζει καμένο ξύλο. Και φυσικά καφέ. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ όταν βρίσκομαι σε τέτοιο περιβάλλον θέλω να διαβάσω! Βουαλά! 
Ε... χμμ... εντάξει, όχι μόνο, αλλά τέλος πάντων... την έχουμε τη βασική ιδέα! Το διάβασμα είναι το σημαντικό στην παρούσα φάση. 




Μόλις ξεκίνησε και κανονική βροχή! Τί φάση; Το έκανα να βρέξει!?? Όπως και να έχει, μου φαίνεται ότι θα τυλιχτώ με το πάπλωμα και θα ανοίξω το παράθυρο να ακούω την βροχή!


Τετάρτη, 27 Ιανουαρίου 2016

Μαδριγάλι που γράφτηκε χειμώνα καιρό

Στα μύχια βάθη της θαλάσσης
Στη νύχτα των μακρών δελτίων,
Σαν άλογο που ετρόχαζε αίφνης
Σωπαίνει φρέσκο το όνομά σου

Στους ώμους σου, άχ προστάτεψέ με,
Στα κάτοπτρά σου βγές νυχτέρια
Και φύλλινη μονάξια δώς μου
Από της ράχης την ισκιάδα

Το στόμα σου φιλιά ντυμένο
Και από τους χωρισμούς φευγάτο
Το στόμα δώσε μου το φίνο
Τερπνό λουλούδι της φωταύγειας

Από μακριά πολύ μακριά, από
Λησμόνια σε  λησμόνια οι ράγιες
Μαζί μου μένουν – της βροχούλας
Κραυγή που υφαίνει η εσπέρα η μαύρη

Το μίτο εσύ θα βρείς της νύχτας,
Τη γκαρνταρόμπα της σαν βγάζει
Η αυγή τους ουρανούς με αστέρια
Γιομάτα ανέμους που φτυαρίζουν

Το βλέμμα μου σκεπάζει απούσα
Η σκιά η βαθιά της θύμισής σου
Παρούσα πάλι μου ξεσκίζει
Στα στήθη την γυμνή καρδιά μου

                                    Madrigal escrito en invierno
                                    P. Neruda

Τρίτη, 26 Ιανουαρίου 2016

7

Time is not






Hours fly

Flowers die.
New days,
New ways,
Pass by.
Love Stays

Time is
Too Slow for those who Wait,
Too Swift for those who Fear,
Too Long for those who Grieve,
Too Short for those who Rejoice;
But for those who Love,
Time is Not
















Henry Van Dyke [Katrina's Sundial]

Σάββατο, 16 Ιανουαρίου 2016

Η πιο όμορφη θάλασσα

Η πιο όμορφη θάλασσα

είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει

Θα γελάσεις απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών


είμαστε μες στο δικό μας κόσμο

Η πιο όμορφη θάλασσα


είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει

Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα

Τις πιο όμορφες μέρες μας 
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα

Κι αυτό που θέλω να σου πω


το πιο όμορφο απ’ όλα,

δε στο `χω πει ακόμα.


Ναζίμ Χικμέτ


μτφρ. Γιάννης Ρίτσος