Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Το καλό παιδί


Ξέρεις κάτι; Αυτό δεν είναι καθόλου δίκαιο! Κανόνισες κυρία μου μόνη σου, ούτε μου το είπες, ούτε ζήτησες τη γνώμη μου, ούτε για την παρέα έμαθα και απλά φύγατε και με αφήσατε να υ-πο-θέ-σω! Ε, αυτή η κούπα πρέπει να φύγει από το τραπεζάκι. Κομματάκια στο πάτωμα, τέλεια!  Με νοιάζει που ήταν η αγαπημένη σου, που την είχες πάρει από εκείνο το μαγαζί με είδη μουσικής, που είχε λεπτή πορσελάνη, ήταν ελαφριά και ταίριαζε απόλυτα στα χείλη σου, που έκανε τον καφέ να έχει καλύτερη γεύση; Όοοοοχι!
Αν θέλεις να με νοιάζουν τα πράγματά σου θα πρέπει και εσύ να νοιάζεσαι για εμένα, νεσπά; Δεν θα φεύγεις εσύ και εγώ να μένω μόνος στο σπίτι και να αντικρίζω την παρατημένη οδοντόβουρτσα, να σπαράζω, να ουρλιάζω...
Ώπα, χαρτί υγείας, βγήκε από τη θέση του και κάτσε να το τραβήξω και λίγο να απλωθεί παντού, δεν με ξέρεις καλά εσύ εμένα! Και τα εφεδρικά ρολά από το καλαθάκι, και οι διπλωμένες πετσέτες και το φαγητό. Κώλο θα στα κάνω, να ξεσπάσω να εκτονωθώ.

Εντάξει, μου φαίνεται το παράκανα. Θέλω να μπορώ να κάνω κάτι αυτόν τον θυμό. Όταν θυμώνω γίνεται κάτι μέσα μου και ξεχνάω τους καλούς μου τρόπους, ζώο γίνομαι. Θέλω μόνο να σκίσω, να καταστρέψω, να εξολοθρεύσω. Το σώμα μου πρώτα παραλύει και μετά ενεργοποιείται, το στόμα μου τρέμει, μου τρέχουν τα σάλια, καρδιοχτυπώ, σηκώνονται οι τρίχες μου και μετά έρχεται η καταστροφή. Κάθε, μα κάθε φορά το μετανιώνω μετά. Απογοητεύομαι. Κυρίως με τον εαυτό μου. Εγώ είμαι καλό αγόρι. Δεν κερδίζω τίποτα με το να χάνω την ψυχραιμία μου, χάνω και το δίκαιο μου, νεσπά; Θα πάω τώρα να κουλουριαστώ σε μία γωνία μαζί με αυτή τη θλίψη που είναι σαν ένα μικρός μεταλλικός κύλινδρος, κρύος και αιχμηρός κάτω από το στέρνο μου. Ο αέρας που μπαίνει όταν αναπνέω περνάει από την ακμή του και σφυρίζει ασθματικά. Θλίψη. Κενό. Πότε θα γυρίσει; Να τρέξω πάνω της να με χαϊδέψει, αυτή η παγωμάρα μου να εξαφανιστεί.

Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Η πόρτα ανοίγει με δυσκολία και κριτσανίζει. Τί είναι αυτό που έχει από κάτω? Γυαλιά; Θρύψαλα; Ωχ, τί έκανε πάλι αυτός; Χαρτιά υγείας, wtf! Τί είναι αυτό? Η κούπα μου; Η ΚΟΥΠΑ ΜΟΥ; Την κούπα μου καργιόλη; Πέταξες και τις κροκέτες σου στο πάτωμα; Και μου έρχεσαι χαρούμενος, κουνώντας την ουρά σου και θέλεις και χάδια; Τί έκανες; Ποιος είναι κακό παιδί; Κακό παιδί!



Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Διλήμματα

Όταν γράφουμε, ή λέμε μια ιστορία, είπε προχτές ο εκπαιδευτής του story telling, πρέπει στο τέλος να φέρνουμε τον ήρωά μας αντιμέτωπο με ένα δίλημμα που καλείται να πάρει. Σήκωσα τα αυτιά μου και τέντωσα τις κεραίες μου να δω τί θα πει μετά. Και όταν λέμε δίλημμα θα πρέπει να υπάρχει σαφές κόστος για την κάθε επιλογή. Αν η ερώτηση που καταλήγει η ιστορία είναι «καλύτερα μιας ώρας σκλαβιά και φυλακή, παρά σαράντα χρόνια ελεύθερη ζωή?», τότε δεν μιλάμε για δίλημμα. Η απάντηση είναι μονοσήμαντη. Ο ήρωας δεν εξασκεί την ελεύθερη βούληση, δεν υπάρχει κόστος βρε αδερφέ. Τι να αποφασίσω; Αν γίνεται να τρώω και να μην παχαίνω θα το πάρω αβάδιστα. Δεν θα πάρω από την άλλη το να τρώω και να μην χορταίνω. Η απόφαση για να έχει νόημα θα πρέπει να έχει και ένα κόστος. Το εμπεδώσαμε αυτό. Πάμε παρακάτω. 






Βάζεις λοιπόν στη ζυγαριά τις επιλογές, τα υπέρ και τα κατά και τα ζυγίζεις. Κοίτα εδώ τώρα τι συμβαίνει σε εμένα. Για να μην μου το κάνω εύκολο, πάω και μεροληπτώ υπέρ του χαμένου και του προσθέτω ένα στατιστικό βάρος. Αλλά προσοχή, όχι αρκετό για να γύρει η πλάστιγγα υπέρ του πιο αδύναμου, όχι. Μόνο τόσο όσο να ισορροπήσει η ζυγαριά. Και πάλι να μην μπορώ να αποφασίσω. Άμα έχεις τέτοιον εαυτό, τι τους θέλεις τους εχθρούς! 

Τι θα μπορεί να είναι το στατιστικό βάρος. Χμ… μπορεί να είναι πεποιθήσεις, πολιτικές, ηθικές, ιδεολογικές, μπορεί να είναι προκαταλήψεις. Μπορεί να είναι μια λογική πλάνη. Αν το δίλημμα είναι να τα παρατήσω, ή να συνεχίζω, πολλές φορές συνεχίζω από συνήθεια, ή από την ιδεολογία ότι δεν κάνει να εγκαταλείπουμε την προσπάθεια, η θεώρηση ότι η παραίτηση από έναν στόχο/δέσμευση είναι προσωπική αποτυχία, ή από την προκατάληψη ότι δεν γίνεται να παραιτηθώ, θα βαράω γκασμά, μέχρι να ισοπεδωθούν τα Ιμαλάια. Παλιά αυτή η βρύση έτρεχε νερό, δεν μπορεί να στέρεψε, κάποια στιγμή θα αρχίσει να ξανατρέχει. Και κάθεσαι εκεί και πεθαίνεις της δίψας, αντί να ψάξεις άλλη πηγή. 

Άλλο παράδειγμα μεροληπτικής προκατάληψης είναι ο χρόνος που έχω ήδη επενδύσει (στη βρύση). H λανθασμένη άποψη ότι αξίζει να μείνεις προσκολλημένος σε κάτι μόνο και μόνο επειδή ήδη του έχεις αφιερώσει πολύ χρόνο που θα πάει χαμένος αν το παρατήσεις, ακόμα και αν δεν σου αρέσει (πια). Λυπάσαι τον χρόνο που έχεις επενδύσει. Λοιπόν, να πω ένα μυστικό; Πρέπει να λυπόμαστε τον χρόνο που θα πάει χαμένος αν συνεχίσουμε να κάνουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν, αντί να αλλάξουμε και να αφιερώνουμε χρόνου κάπου που μας αρέσει. Αυτή είναι η αιτία πολλών κακών σχέσεων, πληγωμένων συναισθημάτων, διαβάσματος κακών βιβλίων και ετών χαμένου χρόνου. Προσωπικά, το να επιμείνω να διαβάσω ένα βιβλίο που ήξερα ότι δεν μου άρεσε από νωρίς, μόνο και μόνο επειδή το είχα ξεκινήσει, είναι το πιο ανώδυνο πράγμα που μου συνέβη από άποψης προσκόλλησης σε χαμένες υποθέσεις. 

Το άλλο είναι ο φόβος του αγνώστου. Θα προσθέσω περισσότερο στατιστικό βάρος στην επιλογή που γνωρίζω, παρά στο άγνωστο. Ανθρώπινο. Για αυτό το δίλημμα έχει κόστος. Το να ξέρει ο ήρωας τι θέλει, είναι κρίσιμο. Γιατί μετά θα κάνει την επιλογή που θα τον πάει προς τον στόχο του. Επίσης το να μην έχει ο ήρωας την ικανότητα των αποφάσεων δεν είναι εφικτό. Τότε μιλάμε για αντικείμενο, όχι για έναν αυτόβουλο ήρωα. Μπορεί να πιέζεται από καταστάσεις, ή επιθυμίες άλλων, αλλά θα πρέπει και αυτά να είναι μέρος του διλήμματος. Γαμάτη η συγγραφή; Όλα από τη ζωή είναι βγαλμένα! 

Έχω ευθύνη απέναντι στους φίλους μου, στους γονείς μου, στο σύντροφό μου, στα παιδιά μου, ΑΛΛΑ κυρίως και πάνω από όλα έχω ευθύνη απέναντι στον εαυτό μου! Με αυτόν ζω και πεθαίνω. Δεν υπάρχει χειρότερη αίσθηση από την συνειδητοποίηση ότι κάνεις τις επιλογές των άλλων.  Ο ήρωας είναι ικανός να επιλέξει οποιοδήποτε επιλογή. 

Και εκεί που κάθεται ο ήρωας και βάζει στατιστικά βάρη σε πράγματα που είναι σημαντικά για άλλους, έρχεται ένα βράδυ που ‘βρεχε, που ‘βρεχε μονότονα και τα παίρνει ο ήρωας και ζυγίζει με κριτήριο τα δικά του θέλω και τους στόχους. Με έχεις φέρει στο αμήν, if you know what I mean. 

Και γέρνει η αγαπημένη η πλάστιγγα, και ρίπτεται ο κύβος!



Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ιστορίες με βιβλία




Κάθομαι σε ένα γωνιακό τραπέζι δίπλα στην τζαμαρία, σε ένα γυάλινο μπουκάλι με στενό λαιμό βρίσκονται τρεις μωβ ανεμώνες. Διαβάζω το βιβλίο μου, ρουφώντας έναν αφράτο καφέ. Έχω ταυτόχρονα μια ανησυχία και μια γαλήνη, πως γίνεται αυτό δεν ξέρω να σας πω, μάλλον κβαντομηχανικά. Είναι απόγευμα, μια υπέροχη ώρα, που ναι μεν έχει δύσει ο Ήλιος, αλλά έχει ακόμα φως που ολοένα και λιγοστεύει και ανάβουν σιγά σιγά τα φώτα των σπιτιών και του δρόμου. Το επόμενο λεπτό έχω απορροφηθεί στο βιβλίο μου. Περπατάω εκεί γύρω στους ίδιους δρόμους του Θησείου, μόνο που στο βιβλίο έχουν 1973. Τόσο έχω και εγώ. Ταξιδεύω κάμποση ώρα ώσπου η σερβιτόρα γεμίζει νερό το ποτήρι μου σε ένα άλλο τώρα. Απολαμβάνω αυτή τη μετάβαση, από πραγματικότητα σε πραγματικότητα.

Κάτω από τη τζαμαρία, στα πέτρινα σκαλιά ανεβοκατεβαίνουν ζευγαράκια, γονείς με παιδιά και γάτες. Στον δρόμο περνούν αυτοκίνητα, όλο κοιτάζω μήπως είναι κάποιο που ξέρω. Πεταρίζει η καρδιά μου, ακουμπάω το χέρι μου πάνω στο μενταγιόν μου στο στήθος, χαμογελάω… Νιώθω μια μελαγχολία, μια αβεβαιότητα και μαζί μια γλύκα. Παίρνω μια βαθιά ανάσα κοιτάζω γύρω, έχουν ανάψει τα φώτα και ένα σποτάκι πέφτει πάνω μου. Φοράω ένα μπλε βελούδινο φόρεμα και κάθομαι πάνω σε κόκκινα μαξιλάρια. Το βιβλίο μου πάντως φωτίζεται άριστα, ρουφάω μια γουλιά καφέ πριν επιστρέψω στο τότε. Δεν θέλω να γυρίσω σπίτι, απολαμβάνω τη μοναξιά μου εδώ, μέσα στο χάρτινο παρόν. 

Το βιβλίο είναι ένας τρόπος να ταξιδεύεις όταν πρέπει να μείνεις εκεί που βρίσκεσαι. Εντάξει, δεν πρέπει να μείνω στο Θησείο, δεν πρέπει γενικότερα, δηλαδή δεν ξέρω αν, και ούτε μπορώ να τα διαχειριστώ και όλα, η ψυχραιμία έχει τα όριά της, μια αδιόρατη θλίψη, ένα βάρος και ένας αναστεναγμός. Καταλάβατε εσείς; 

Ωραία, γιατί δεν κατάλαβα εγώ! 

Μπροστά μου δυο τύποι παίζουν τάβλι, ενώ στο διπλανό τραπέζι έχει έρθει ένας νεαρός, κάθεται μόνος του και διαβάζει ένα κόκκινο βιβλίο. Δεν βλέπω τον τίτλο, αλλά είναι από αυτά που τους κόβεις τις σελίδες. Η κοπέλα του φέρνει μια τσαγιέρα και ένα άσπρο φλιτζάνι. Ανταλλάσσουμε χαμόγελα και συνεχίζω το διάβασμα. Κάποιος από τη φυλή μου κάθεται εκεί δίπλα και αυτό είναι μια κάποια παρηγοριά.

Κοιτάζω τα αυτοκίνητα, την κούπα μου, το κινητό μου, τις μωβ ανεμώνες, έξω από το παράθυρο τα σύρματα του ηλεκτρικού που κουνιούνται από τον αέρα. Χειμώνας. Χειμώνας παντού.







Madeleine Peyroux - Smile


Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Time is not

Είναι νωρίς το πρωί, και εγώ περπατάω σε ένα επαρχιακό νεκροταφείο. Κάνει κρύο, όχι τσουχτερό. Τσουχτερό είναι το απολύτως προβλέψιμο επίθετο που θα χρησιμοποιούσε κανείς για το κρύο και είναι αυτό ακριβώς που έχει πει ο δάσκαλος της δημιουργικής γραφής ότι πρέπει να αποφεύγουμε για να μην είναι αδιάφορα τα γραφτά μας. Να πω πουτσόκρυο; Όχι στο νεκροταφείο! Κάνει λοιπόν ένα τραγανό κρύο λιακάδας. 


Πάω να ανάψω το καντήλι των μπαρμπάδων μου, τόσο καιρό έχω να έρθω στο χωριό, αλλά δεν βιάζομαι, περιπλανιέμαι αργά και τεμπέλικα, με ενδιαφέρον ανάμεσα στα μνήματα. Ο πρώτος έχει προτομή, δεν μου λέει τίποτα το όνομα. Πιο δίπλα γνωστοί, που τους έβλεπα στο καφενείο όταν μικρή με κερνούσε ο παππούς πορτοκαλάδα. Κάποιοι γέροντες που δεν ξέρω, κάποιες παλιές φωτογραφίες, ο κυρ-Σταύρος που ερχόταν με ποδήλατο στο σχολείο και μας πουλούσε στο πρώτο διάλειμμα τοστ, ψητό λουκάνικο φρανκφούρτης και σουβλάκια και στο δεύτερο διάλειμμα πορτοκαλάδες με νερό Γοργοποτάμου. Εγώ έπαιρνα κλασικά το λουκάνικο και πολύ σπάνια καμιά πορτοκαλάδα. Συνήθως βέβαια είχα κολατσιό από το σπίτι, τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο, οπότε δεν συνωστιζόμουν στην σιδερένια πόρτα. Ο αδερφός του παππού μου, η γιαγιά η Μαριγούλα, η Γιάννα που πηγαίναμε μαζί σχολείο, ήταν δύο χρόνια μικρότερή μου όταν… 12 χρονών. Εγώ κοντεύω να σαρανταρίσω. Εκείνη είναι ακόμα δώδεκα. Για πάντα δώδεκα… Αυτός νομίζω ότι είναι και ο μόνος τρόπος να μείνεις για πάντα νέος. Δεν θέλω να μείνω νέα για πάντα, θέλω να ζήσω!

Σε μια άκρη ένας χορταριασμένος τάφος και πιο δίπλα στη μάντρα ακουμπισμένοι κάμποσοι αδέσποτοι σταυροί, με ονόματα και ημερομηνίες παλιές. 




Ο κύριος Γιάννης, ο δάσκαλός μου την έκτη δημοτικού, ο κύριος Ηλίας καθηγητής θρησκευτικών στο Γυμνάσιο, θυμάμαι να μας μιλάει για τη θέωση, ένας Δημήτριος Γουιγούης(!!!) έτσι ακριβώς γράφει Γουιγούης ετών 80, η θεία η Μίνα, ο θείος ο Κωστάκης, ο παππούς μου ο Πλούταρχος και η γιαγιά η Ευθυμία μαζί. Φτάνω στους θείους, τον θείο Γιάννη και τον θείο Πάνο, μπατζανάκια. Στα τραπέζια καθόντουσαν δίπλα – δίπλα και τραγουδούσανε στη θειά μου «γειά σου Δημητρούλα μ’, -τρούλαμ’, -τρούλαμ’» πρίμο, σεκόντο, ο θείος ο Πάνος έκανε φοβερές δεύτερες! Γυρνούσε σε εμάς και έλεγε «μικροί ψαράδες έτοιμοι;» και εμείς ξέραμε ότι άρχιζε το παιχνίδι. Τα καντήλια τους είναι αναμμένα, γεμάτα ως απάνω, δίπλα – δίπλα και εδώ. Κόβω από το διπλανό χωράφι μερικές καμπανούλες και μαργαρίτες και τους τις αφήνω. 

Κάπου σε ένα νεκροταφείο αλλού, κάποιος είναι για πάντα 36...


It's a Beautiful Day-Time Is

Time is:
Too Slow for those who Wait,
Too Swift for those who Fear,
Too Long for those who Grieve,
Too Short for those who Rejoice;
But for those who Love,
Time is Not

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Πήρα τον δρόμο κι έρχομαι, μες τη βροχή και βρέχομαι

Μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, μεσάνυχτα, Μετρό Κατεχάκη, βρέχει. Τυλιγμένη με ένα μάλλινο μωβ κασκόλ, ζεστό πουλόβερ, φούστα, χοντρό καλσόν και παλτό.

Περπατάω προς το αυτοκίνητο κουβαλώντας τα πάντα εκτός από ομπρέλα. Δεν ωφελεί να τρέξω. Τα τακούνια μου γλιστράνε στα νερά και λίγο λίγο γίνομαι μουσκίδι. Δεν αγχώνομαι, δεν βιάζομαι, δεν θέλω να πάω κάπου, δεν έχω σκοπό και δεν με νοιάζει...

Περπατώ αργά μέσα στη βροχή και απολαμβάνω το δράμα.



Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Μην ακουμπάτε το φεγγάρι





Πόσοι δεν έχουν δει ταινίες που σε αποφοιτήσεις σπουδαίων και ακριβών κολλεγίων ο ομιλητής ενθαρρύνει τους νέους πτυχιούχους να βγουν εκεί έξω και να πιάσουν τα όνειρά τους. Ατάκες του τύπου «ο κόσμος είναι το κέλυφος σου», «ακούμπησε τα αστέρια», «μπορείς να πετύχεις ό,τι ονειρευτείς» εκτός από πραγματικά ελπιδοφόρες είναι και επικερδείς για τις εταιρείες που πουλάνε υλικό κινητοποίησης. Και ως εκεί τα πράγματα είναι καλά, αλλά…

Το αλλά έγκειται στο ότι αν δεν αποφοιτάς από ένα μεγάλο και σπουδαίο σχολείο, του οποίου το όνομα και οι διασυνδέσεις σε συνδυασμό με το δικό σου όνομα και διασυνδέσεις θα σου εξασφαλίσουν οικονομική αποκατάσταση, άσχετα από το πεδίο των σπουδών σου, ιστορία της τέχνης – ξέρω γω – η εκπαίδευση και η κινητοποίηση που λαμβάνεις είναι ελαφρώς διαφορετική. Και για να μην παρεξηγηθώ μου αρέσει η ιστορία της τέχνης, κυρίως δηλαδή μου αρέσει η τέχνη, αλλά μέσα από πολλές επισκέψεις σε πολλά και διαφορετικά μουσεία ακούγοντας πολλούς και διαφορετικούς ξεναγούς και audio guides, κάτι μου έχει μείνει και για την ιστορία της. Θα ήθελα να είχα την οικονομική άνεση να σπουδάσω και τέχνη, αλλά δεν την έχω. Και επανέρχομαι στο «αλλά».

Η εκπαίδευση για τους κοινούς θνητούς είναι η εκπαίδευση του συμβιβασμού. Και δεν είναι μόνο το εκπαιδευτικό σύστημα αλλά η ίδια η κοινωνία που σε μαθαίνει να μην απλώνεσαι πολύ, να μην εκτίθεσαι, να ακολουθείς πιστά τους κανόνες, να μην παίρνεις ρίσκα για να μην κάνεις λάθη (πολύ μεγάλη παγίδα αυτή), να τα κάνεις όλα σύμφωνα με το αυστηρό χρονοδιάγραμμα, δηλαδή να κάνεις τυπικές σπουδές, να βρεις μια «καλή δουλίτσα» και ένα «καλό» αγόρι/κορίτσι να κάνεις μια «καλή» οικογένεια και όταν αυτά σε φέρουν σε αδιέξοδο, οικονομικό, συναισθηματικό ή/και υπαρξιακό η ίδια κοινωνία θα σου πετάξει ένα «το όριο είναι ο ουρανός», θα σου πει ότι είσαι υπεύθυνος για τον εαυτό σου και ότι θα έπρεπε αν ήσουν «άξιος», «έξυπνος» να μην έχεις φτάσει στο αδιέξοδο που έφτασες. 

Οπότε όχι μόνο σε εκπαιδεύει να αποτύχεις, αλλά σου ρίχνει και όλη την ευθύνη!






Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Μια φορά θυμάμαι...

Από τα πράγματα που με έχουν πραγματικά σημαδέψει από την παιδική μου ηλικία είναι οι εκδρομές και οι βόλτες με το αυτοκίνητο των γονιών μου, ένα πορτοκαλί Renault 14, ένα κουκλί του σχεδιασμού, που τώρα καταλαβαίνω ότι ήταν πολύ μπροστά, αλλά στην τρυφερή νηπιακή ηλικία δεν είχα την κριτική ικανότητα να το εκτιμήσω. Είχε εξαιρετικές αναρτήσεις το Ρενώ, ειδικά στους χωματόδρομους γύρω από το χωριό και στα χωράφια που μας έπαιρνε μαζί ο πατέρας μου όταν πήγαινε να ελέγξει τα μπεκ αν ποτίζονται οι ελιές και μας έβαζε να πίνουμε νερό σαν καμπόυδες - έλεγε - σάματις και ξέραμε πώς πίνουν νερό οι καμπόυδες, απλά εμπιστευόμασταν τον μπαμπά τυφλά. Στα χωράφια μπαίνανε από τα ανοιχτά παράθυρα τζιτζίκια

Μόνο τα πόνυ μας λείπανε εμάς, κατά τα άλλα μπαμπάς-μαμά μπροστά και εγώ με τον αδερφό μου να ζμπρωχνόμαστε πίσω

Λοιπόν το κασετόφωνο στο ρενώ έπαιρνε κάτι τεράστιες ορθογώνιες κασέτες στις οποίες έπαιζαν ταυτόχρονα 4 κανάλια και εσύ με ένα κουμπάκι επέλεγες ποιο θα ακούσεις. Πολύ μπροστά το ρενώ λέμε! Μια από αυτές τις κασέτες είχε νέο κύμα Γιώργο Ζωγράφο, Αρλέτα, Καίτη Χωματά και την είχαμε λιώσει. Λιώσει όμως! Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, λαμβάναμε μουσική παιδεία. Σίγουρα ένα νήπιο προτιμάει τις μείζονες κλίμακες και τις εύκολες μελωδίες, εμένα για παράδειγμα μου άρεσαν το "στην ποταμιά σωπαίνει το κανόνι/πετούν τα παλιομάχαιρα" που τραγουδούσε η Χωματά γιατί ήταν τσιριμπίμ τσιριμπόμ η μελωδία και η ενορχήστρωση, άσχετο που οι στίχοι του Καμπανέλλη είναι να σηκώνεται η τρίχα των ενηλίκων, αλλά αφού εμείς τα παιδιά δεν είχαμε τρίχες, απολαμβάναμε την μακαριότητα του πτωχού πνεύματος. Το άλλο αγαπημένο μου ήταν του Γιώργου Ζωγράφου "άκρη δεν έχει ο ουρανός" κυρίως για τον ρυθμό του και τα αρπίσματα της κιθάρας. Και το "ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος" για το ενθουσιώδες vivace, τα πνευστά, την εξαιρετική μελωδία, στο τέλος λιγάκι γινόταν θλιβερό γιατί δακρύζανε ανεξήγητα και ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος, μάλλον λόγω της ελάσσονος κλίμακας... αλλά τελικά ένα γρήγορο εντυπωσιακό τελείωμα δεν σε άφηνε να το πολυ-σκεφτείς. Είπαμε άλλα τα κριτήρια των παιδιών. Για να προσέξω τους στίχους ούτε λόγος, εξάλλου πού να ήξερα τί πα να πει καημός, ή πόλεμος..



Γιώργος Ζωγράφος - Ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος

Το επόμενο τραγούδι της κασέτας ήταν το "άσπρα καράβια τ' όνειρά μας" και όλα καλά!

Κάπου εκεί ανάμεσα έμπαινε και το τραγούδι "μια φορά θυμάμαι" που ήταν μια σκέτη γλύκα με την κιθάρα και τη φωνή της Αρλέτας έτσι το τραγουδούσα ασυναίσθητα "έφυγες εσύ και έχουν ανάψει...",  "θα 'ρθει το πρωί και θα περάσει, θα με λυπηθεί θα με ξεχάσει" και μετά όταν φτάναμε στην θάλασσα, έβγαινα τρέχοντας φορώντας τα πορτοκαλί μου μπρατσάκια ήδη από το σπίτι και βουτούσα μπιχτοκέφαλα στα νερά, πριν καλά καλά στήσει ο πατέρας μου την κόκκινη ομπρέλα με τα λουλουδάκια. 

Έτσι λοιπόν έγινε η Αρλέτα κομμάτι της ανατροφής μου και της μουσικής μου παιδείας και ενώ νόμιζα ότι ούτε που έδινα σημασία στα "βαρετά" τραγούδια της κασέτας, τώρα διαπιστώνω ότι ήταν τα πιο ενδιαφέροντα. 

"Φώναξε με, αγάπη! Φώναξέ με!"

Αρλέτα - Φώναξε με αγάπη

"Είχα ένα αγόρι" 

Σήμερα δεν μπορώ να ακούσω το τραγούδι για αυτόν τον άγριο άνεμο χωρίς να βάλω κλάματα για τα όνειρά του που γίναν' δυο σταλαγματιές πικρή δροσιά. 


Αρλέτα - Είχα ένα αγόρι


Και μετά το ποτάμι που έγινε αναφιλητό, ερχόταν ένα ακόμα τραγουδάκι που ήταν πολύ αισιόδοξο γιατί μιλούσε για τα φτερά που θα άνοιγα και εγώ σύντομα, μόλις δηλαδή μάθαινα να κολυμπάω χωρίς μπρατσάκια! Υποπτευόμουν ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά, αλλά αυτή η τόσο γλυκιά φωνή με το απαλό βιμπράτο με καθησύχαζε ακόμα και αν σε εκείνη την ηλικία ήμουν ανίκανη συναισθηματικά να μελαγχολήσω.



Αρλέτα - Τώρα θ' ανοίξω τα φτερά


Η σημερινή ανάρτηση μου βγήκε λίγο ραδιοφωνική. Με ήχους. Να μπορούσα μόνο να βάλω και τις μυρωδιές από τα χόρτα στην θάλασσα που στην πραγματικότητα βρωμάνε, αλλά για μένα μυρίζουν αθωότητα! "Τα μικρά παιδιά, που κρατούνε στο χέρι τους, σαν το μήλο το χάρτινο τις ελπίδες μας"Ακόμα μπορώ να νιώσω τα μπρατσάκια, το μαγιό (γυαλόβρακο κατά τον πατέρα μου, δηλαδή το βρακί που φοράς και πας στον γυαλό) τα λεπτά φύκια στα πόδια μου, να ακούσω το γέλιο της μάνας μου, να θυμηθώ τις βουτιές που μας έκανε ο μπαμπάς από την πλάτη του. Μια φορά θυμάμαι...




------
Παρόμοια ανάρτηση

    

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

H μέρα που σταμάτησε ο χρόνος



"Όχι, ο χρόνος δεν γιατρεύει όλες τις πληγές. Ο Χρόνος είναι η Πληγή.." 

Εlke Ηeidenreich



Στο πένθος ο χρόνος διαχωρίζεται σε σημεία προ και μετά του γεγονότος μηδέν. Σε ένα σύμπαν πριν και μετά. Σε δύο σύμπαντα που απέχουν όσο ο ουρανός από τη γη. Μετά από εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αλλάζει όλος ο κόσμος. 

Υπάρχουν αναμνήσεις από γεγονότα του «πριν», λόγια, λέξεις, πράξεις, συναισθήματα. Δεν είναι μόνο ένα το πρόσωπο που δεν υπάρχει πια όπως το ξέραμε. Δεν είναι μόνο εκείνος που ταξίδεψε. Είμαι και εγώ και εκείνοι που μείναμε πίσω. Θυμάμαι πώς ήμουν. Δεν είμαι πια. Είμαι μια άλλη. Σαν να ανοιγόκλεισα τα μάτια και να βρέθηκα ξαφνικά σε ένα άλλο σύμπαν. Που δεν βγάζει νόημα. Που δεν είναι δυνατόν να υπάρχει. Παράδοξο. Διαιρέθηκαν τα πάντα με το μηδέν και ακυρώθηκαν. Η ομορφιά στον κόσμο δεν έχει πλέον κανένα νόημα, κανένα λόγο ύπαρξης. Όλα τα άλλα συμβαίνουν σαν να είναι κανονικά. Οι άνθρωποι ζουν σαν να είναι όλα κανονικά. Δεν βλέπουν ότι δεν είναι; Δεν βλέπουν την παραδοξότητα; Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κόσμος με τέτοια απουσία;


(Yesterday, Beatles, τραγουδάω εγώ)


Παραδόξως όμως ο χρόνος κυλάει. Δηλαδή, ας πούμε ότι κυλάει. Μετράω 3 ημέρες, 15 ημέρες, 96 ημέρες, 600 μέρες και ακόμα δεν καταλαβαίνω πως είναι δυνατόν. Έχω συνείδηση του εαυτού μου σε χρονικές στιγμές μετά του γεγονότος μηδέν. Του καινούργιου εαυτού μου. Ο παλιός που γέλαγε εύκολα και ήταν αθώος και ξένοιαστος χάθηκε. Και όσο απομακρύνομαι χρονικά από το γεγονός, δεν συμβαίνουν και συνταρακτικές αλλαγές. Δεν απαλύνεται τίποτα. Φυσικά δεν είναι δυνατόν να είσαι όλη την ώρα μέσα στη θλίψη. Είναι βιολογικά αδύνατον. Υπάρχουν μηχανισμοί άμυνας. Ξεχνιέσαι, ασχολείσαι με διάφορα. Αλλά το μηδέν είναι πάντα εκεί. Όταν μένεις μακρυά από το μηδέν υπάρχει η ψευδαίσθηση της κανονικότητας. Όταν πλησιάζεις στο μηδέν, όλα παραμορφώνονται. Ο χρόνος μετά, εμπεριέχει αιώνια το μηδέν. 

Ωστόσο όταν καθαρίζει η όρασή μου από τα χιόνια των ασήμαντων πραγμάτων που καταδυναστεύουν τη ζωή μας, αξιολογώ τα σημαντικά, τα δυνατά, τα πολύτιμα και τα αληθινά. Έτσι διακρίνω εκτός από το μηδέν και κάτι ακόμα. Κάτι από το οποίο προσπαθώ να κρατηθώ. Ότι τα αληθινά πράγματα βρίσκονται έξω από τον χρόνο, υπάρχουν από πάντα. Κάποια στιγμή στη ζωή μας, η μοίρα και ο καιρός ορίζουν να διασταυρωθούμε, επιλέγουμε να τα γνωρίσουμε και μας κατακτήσουν και μετά από αυτό υπάρχουν σε ένα ατέρμονο Τώρα, ακόμα και αν δεν βρίσκονται σε αυτόν τον κόσμο. Η αιωνιότητα και η Αγάπη, βρίσκουν απάντηση έξω από τον χρόνο... 



Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις. 

Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει, 

θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα 

που γι' αυτά έχεις λείψει, 

θα 'σαι για πάντα 

μέσα σ' όλο τον κόσμο.



Γ. Ρίτσος «Γειτονιές του Κόσμου»


Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Supergirl

Βγήκα έξω απόψε με τα ακουστικά στα αυτιά να περπατήσω στο δροσερό βράδυ. Πρέπει να περπατάω μετά το χειρουργείο λέει γιατί πρέπει να ενεργοποιηθεί το λεπτό έντερο. Αυτό είναι κωδικός για το «πετάξαμε τα έντερα μέσα στην κοιλιά όπως - όπως και σε κλείσαμε, οπότε μέχρι να πάρει μπροστά το λεπτό έντερο εσύ θα πρήζεσαι και θα φουσκώνεις σαν μπαλόνι, εκτός και αν περπατάς #χαμογελάκι». Κανένα πρόβλημα. Ξέρετε πόσο εύκολα μπερδεύεται η αντεριά όταν φτιάχνεις κοκορέτσι;

Στο ραδιόφωνο παίζει το supergirl των Reamon που μέχρι και πρόσφατα θα μπορούσα να πω ότι ήταν ο ύμνος μου  “Super girls don’t cry, super girls just fly”! Εγώ ήμουν αυτό το supergirl που άντεχε, που δεν κουραζόταν ποτέ, που μετακινεί τα έπιπλα, που είναι υπεράνω και πολιτισμένη στις προσβολές, που όταν κάποιος που έχει ευεργετήσει, στρέφεται εναντίον της με αχαριστία αυτή λέει "δεν πειράζει" και φεύγει πετώντας. Που δεν θέλει βοήθεια, που τα κάνει όλα μόνη της, που είναι πάντα γελαστή, ψύχραιμη και δυνατή! 







Απεταξάμην! Και τινάζω και την σκόνη από πάνω μου

Μετά το χειρουργείο (έκανα ένα μεγάλο χειρουργείο στην κοιλιά) αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι ΔΕΝ είμαι supergirl. Οϊμέ! Το πρώτο δείγμα ήταν που δεν ήμουν ικανή να κάνω εγχείρηση στον εαυτό μου – dah – και έπρεπε να βασιστώ στον χειρούργο ότι θα μου την έκανε σωστά. Όταν συναντηθήκαμε έξω από το χειρουργείο, εγώ ξαπλωμένη στο φορείο με το σι θρού ρομπάκι να είμαι ανήσυχη, μου είπε «μη φοβάσαι, έχεις εμένα»! Πώς να του πω τώρα «εσένα είναι που φοβάμαι γιατρέ»; Έκατσα και μου το έκανε το χειρουργείο και μετά εκτός από τους πόνους, το επίσης οδυνηρό ήταν ότι βασιζόμουν σε άλλους για βασικές μου ανάγκες. Εντάξει μέσα στο νοσοκομείο δεν μπορούσα ούτε το νερό από το κομοδίνο να πιάσω, ούτε να το θυμάμαι δεν θέλω. Μιλάω για μετά, για το σπίτι. Βασιζόμουν σε άλλους να στρώνουν το κρεβάτι, να βάζουν τα πιάτα στο και από το πλυντήριο, να φτάνουν τα ψηλά ντουλάπια, τα χαμηλά ντουλάπια, να μου κάνουν αλλαγή στις γάζες, να κουβαλάνε οτιδήποτε είχε βάρος πάνω από ένα ποτήρι, να σηκώνουν από κάτω οτιδήποτε μου έπεφτε από τα χέρια, να μου πλένουν και να μου σιδερώνουν τα ρούχα, να με βοηθάνε να φορέσω τη ζώνη για να στηρίζεται κοιλιά και πλάτη, να με πηγαίνουν με το αυτοκίνητο στον γιατρό. Τα ηλεκτρικά μπαντζούρια πάντως, ε! Μόνη μου πατάω το κουμπί και κατεβαίνουν!

Super Nantia


Αυτή η εικόνα απέχει παρασάγκας από το supergirl όμως. Αμ, η ψυχραιμία; Ανύπαρκτη. Και κλάμα η κυρία. Πολύ περισσότερο από όσο συνήθως. Αλλά τελικά ξέρεις κάτι;

Δεν με νοιάζει!

Μεγάλο σχολείο ο πόνος. Σε κάνει να καταλαβαίνεις ποια πράγματα έχουν πραγματικά σημασία και αξία σε αυτή τη ζωή. Εύκολα το λέμε νοητικά, ότι δεν πρέπει να σκοτιζόμαστε για μικροπράγματα, αλλά όταν θα γίνει η στραβή στη δουλειά θα πάρεις ανάποδες πριν προλάβεις να πεις κύμινο. Θα θυμώσεις στο φανάρι, στην ουρά για τα τυριά, στην τράπεζα. Και τα πράγματα που έχουν στ’ αλήθεια σπουδαιότητα θα περιμένουν σε μια γωνίτσα να τα θυμηθείς. Μόνο που όταν πονάς οι προτεραιότητες τείνουν να αναθεωρούνται και αυτό που ήταν πολύ σημαντικό για σένα – κοίτα να δεις – δεν είναι πια! 

Δεν με νοιάζει που δεν είμαι η παντοδύναμη βασίλισσα της τελειότητας. Δεν με νοιάζει να εμπλακώ σε αντιπαραθέσεις που δεν θα αποφέρουν τίποτα. Τα κρατάω τα χρυσά μου τα λογάκια. Ούτε θα προσπαθήσω να πείσω κανέναν για τις καλές μου προθέσεις. Α, και να ξέρετε ότι είμαι άνθρωπος με ελαττώματα, πάθη και ζηλεύω. Επίσης αφού δεν είμαι supergirl δεν χρειάζεται να τα ανέχομαι όλα. Και όταν χαμογελάω και πολύ και το παίζω ψύχραιμη ενώ θα έπρεπε να είμαι θυμωμένη, να ξέρεις ότι με έχεις χάσει. Μουα-χα-χα-χα! Φλερτάρω με την ελευθερία των κινήσεων που έχει ένας άνθρωπος που δεν τον νοιάζει τι γνώμη έχουν οι άλλοι για αυτόν. Πώς δεν το είχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό; Ούτε χρειάζεται να αρέσω σε όλους, ούτε καν στους περισσότερους. Και με αυτούς με τους οποίους ταιριάζουν τα χνώτα μας και συνεννογιόμαστε αγαπάω τα ελαττώματά τους, όπως αγαπάνε και αυτοί τα δικά μου. Όπως αγαπάω και εγώ τα δικά μου. 

Γυρίζοντας από το περπάτημα στο ραδιόφωνο είχε το Personal Jesus. Πολύ καλύτερα εδώ. 




Νοητικά το αναζητούσα από πάντα, αλλά αυτή η αλλαγή έγινε βιωματικά και την εφαρμόζω από το χειρουργείο και μετά. Ελπίζω να μου κρατήσει. Το μόνο θέμα είναι ότι μέχρι να επαναλειτουργήσει κανονικά το έντερο, δεν κλάνω! Και αυτό είναι το μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό που έχω με ένα καθώς πρέπει supergirl.






Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Πριν

Υπάρχει μια υπέροχη μυστηριότητα όταν πέφτει το σκοτάδι και δεν έχουν ανάψει ακόμα τα φώτα του δρόμου. Είναι πιο ωραίος ο κόσμος τότε. Που ίσως να σκοτείνιασε απότομα από μια καταιγίδα που έρχεται όλη μέρα, αλλά ακόμα δεν έφτασε. Και έτσι δεν το έμαθαν ούτε οι λάμπες για να ανάψουν.

Στο βάθος αστραπές και μπουμπουνητά. Μια τέτοια στιγμή κάθομαι στη βεράντα, με ένα ανοιξιάτικο πουλόβερ και περιμένω την πρώτη στάλα της βροχής από στιγμή σε στιγμή...



Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Αισθήσεις και (κυρίως) παραισθήσεις

«Κάντε της μια πεθιδίνη», ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσα μετά την χειρουργική επέμβαση, μέσα στο λήθαργο και τον πόνο μου, που αν το κάτω άκρο της κλίμακας είναι ο αφόρητος και το πάνω η αναισθησία, έπαιρνα άριστα με τόνο! 

Δεν ξέρω με ποιες υπεράνθρωπες δυνάμεις έχει εξοπλίσει η φύση τον γυναικείο οργανισμό ώστε την ώρα της ανάγκης να μπορεί να ανταπεξέλθει σε υπερφυσικές απαιτήσεις, πάντως ενεργοποιήθηκαν και σε μένα και έτσι με απόκοσμη γενναιότητα κατάφερα και γύρισα στο δεξί πλευρό για να αποκαλύψω στη νοσοκόμα το τρυφερό μου κωλομέρι! Γυμνή ούσα, αμέσως ένιωσα την ανακουφιστική σουβλιά της σύριγγας που μου απέσπασε την προσοχή από τον ολοκληρωτικό πόνο της ανοιγμένης και ραμμένης μου κοιλιάς και τον μετέφερε στον οξύ, αλλά βραχύ μιας παυσίπονης ένεσης. Η πεθιδίνη κατατάσσεται στα οπιούχα φάρμακα με ισχυρή αναλγητική δράση, λέει. Ναι, καλά. Ο πόνος δεν πέρασε, απλά τον έγραψα στα αρχίδια μου, και έτσι, χωρίς να με νοιάζει, εκεί μέσα στο δωμάτιο της ανάνηψης, το έκοψα πάλι στον ύπνο. 



To επόμενο που θυμάμαι είναι να βρίσκομαι ξαπλωμένη πάνω σε ένα ιπτάμενο χαλί και να πετάω σαν υπερφυσικό τζίνι με καθετήρα. Πετούσα ανάσκελα στους μεγάλους διαδρόμους, γλιστρώντας απαλά, κάτω από φώτα και ψευδοροφές. Περνούσα κάτω από μικρούς ήλιους με εκτυφλωτικό, εμετικό φως ενώ αριστερά και δεξιά της τροχιάς μου υπήρχαν ανοιχτές πόρτες σε άλλους κόσμους. Μία οδηγούσε σε ένα απέραντο λιβάδι, με παπαρούνες, μικρές πράσινες μολόχες και λευκά μανιταράκια που ξεφύτρωναν πλοπ πλοπ μπροστά στα μάτια μου. Τι ωραία λιακάδα, τι ζεστασιά, πόσο όμορφος είναι ο κόσμος! Η επόμενη πόρτα είχε μέσα μια μεγάλη παιδική χαρά με γύρω-γύρω-όλοι και κάτι πράσινα ανθρωπάκια να έχουν πιαστεί και να στριφογυρνάνε. Περνώντας απ’ έξω τους έβλεπα που τρέχανε να αρπάξουν τις λαβές, φορώντας στα πρόσωπα τους κάτι άσπρα σαν αναπνευστήρες και κάσκες σκουφάκια. Ω, ναι, βρέθηκα σε άλλο πλανήτη και αυτοί είναι οι επιστήμονες που κάνουν πειράματα. Τώρα βγάζει νόημα! 


Αριστερά και δεξιά αφήνω και άλλες πόρτες που δεν μπορώ να δω τι έχουν. Στον μυστηριώδη διάδρομο μια άσπρη χήνα διασταυρώνεται με το χαλί μου και μου χαμογελάει. Προσπάθησα να γυρίσω το κεφάλι μου, αλλά άρχισαν να λιώνω μέσα στο μαγικό χαλί και να ζαλίζομαι, άτιμες αναταράξεις. Μάλλον σε αυτόν τον πλανήτη τίποτα δεν είναι όπως νόμιζα. Αυτά που ήξερα, να τα ξεχάσω. Κάποιος – ο Θεός κατά πάσα πιθανότητα - φώναξε από τα μεγάφωνα το όνομά μου. 

Ώχου, τι φωνάζει; 

Και ενώ το χαλί σπινιάρει και παίρνει στροφή προς τα δεξιά, βλέπω δύο πλάσματα, άγγελοι κατά πάσα πιθανότητα, να έρχονται προς το μέρος μου, ένας άντρας και μια γυναίκα. Ώπα, κάτι δεν πάει καλά. Τους βλέπω και ζαλίζομαι. Εντάξει, δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν μπορώ να ελέγξω την αναγούλα μου και δεν μπορώ να σηκωθώ. Μπορώ όμως να στρίψω! Χα! 

Πλούφ! Πάρε μια ρουκέτα στα πόδια τους. Με αγάπη. #Καρδούλες, #χαμογελάκια, #σαλάκια. 

Μωρέ, να βάλω και τις φωνές; Και δεν τις βάζω; Μάλλον τη στιγμή που ξερνούσα, χωρίς να το καταλάβω και σίγουρα χωρίς τη συναίνεσή μου, κάποιος ταχυδακτυλουργός πρέπει να με έκοψε στα δύο. Έτσι νιώθω τουλάχιστον. Ας ουρλιάξω λοιπόν! Ισχυρό παυσίπονο η πεθιδίνη, λέει. 

Το μαγικό χαλί τραβιέται προς τα πίσω, προς τον διάδρομο με τις πόρτες, αλλά πάει με την όπισθεν και εγώ πονάω, πονάω, πονάω… Αλλά δεν με νοιάζει! Η άσπρη χήνα με μαλώνει, μου λέει να μη φωνάζω γιατί τους τρόμαξα όλους. 

«Ευχαριστώ για την πληροφορία κυρία χήνα», σκέφτομαι. «Να μου και αν σας τρόμαξα, να μου και αν δεν σας τρόμαξα!» 

Βλέπω τη χήνα και να πράσινα ανθρωπάκια να με κοιτάνε περίεργα, πιθανότατα εξ αιτίας της ακούσιας ρουκέτας και των ουρλιαχτών, λιώνω λίγο περισσότερο μέσα στο χάλι μου και φεύγω πετώντας αγέρωχα προς το ασανσέρ. Μαζί μπαίνουν και οι μάλλον άγγελοι. 

Βγαίνουμε σε έναν άλλο χώρο, λιγότερο φωτεινό, το χαλί παρκάρει δίπλα σε ένα κρεβάτι και κάποιος μου λέει ότι πρέπει να μεταφερθώ. Επιστρατεύω τις υπερφυσικές μου δυνάμεις, με τραβάνε, και μέσα στην κομψότητα εγκαταλείπω το μαγικό μου χαλί μαζί με μια πλεξούδα ορούς, σακουλάκια, παροχετεύσεις και το λώρο του καθετήρα. Το χαλί μου φεύγει τσουλώντας προς την πόρτα. Έχει και ροδάκια και το σπρώχνει ένας κύριος. Με πληγώνει αυτός ο αποχωρισμός… 

Και τώρα στο κρεβάτι. Για πότε βρέθηκα με ρούχα, ένα ωραιότατο, τεράστιο, διχτυωτό βρακί και μια – αυτή ήταν κανονική – νυχτικιά, ούτε που το κατάλαβα. Οι σακούλες με τα διάφορα υγρά που μπαίνουν, ή βγαίνουν από το σώμα μου, ωραία τοποθετημένες τριγύρω, αλλά δεν με νοιάζει. Το μόνο που μπορώ να κουνήσω χωρίς να ουρλιάξω, ή να ξεράσω είναι τα φλέφαρά μου. Τα κλείνω λοιπόν και το κόβω και πάλι στον ύπνο. 


Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Το κρέας

Καθόταν εκεί και του χαμογελούσε. Στα μαργαριταρένια δοντάκια της φώλιαζαν άστρα, κι ανοιξιάτικα πουλιά. Φασιανοί. Κάποτε ήταν ένα εντυπωσιακό, καλλίπυγο πτηνό, από αυτά που βλέπει κανείς στις ξεθωριασμένες γκραβούρες που κοσμούν το ηλιόλουστο δωμάτιο του απογευματινού τσαγιού σε ένα μέτριο σπίτι στο Γιορκσάιρ, ή στις ζωγραφισμένες, λεπτεπίλεπτες, κινέζικες πορσελάνες στο σετ κυνηγίου. Πάει όμως! Ένα μπαρουτοκαπνισμένο «μπαμ», και ο καταπράσινος λαιμουδάκος, έγυρε στο δροσερό γρασίδι. Ματαιότης, ματαιοτήτων... 

Οι θεληματικοί της μασητήρες, άλεθαν και πολτοποιούσαν το καλοψημένο φιλετάκι του φασιανού εμβαπτισμένο σε παλαιωμένο, γλυκό κρασί, αρωματισμένο με αποξηραμένο φασκόμηλο, αφρό νεροκάρδαμου και μικροσκοπικές πέρλες καρπουζιού. Η αριστοκρατική της φυσιογνωμία δεν θα είχε δυσκολία να διαχειριστεί το ελάχιστο προβληματάκι της σκληρότητας του κρέατος. Είχε καταφανώς παραψηθεί. Η ροδοκόκκινη εστία που φιλοξενούσε το επαγγελματικό τηγάνι, υπήρξε υπερβολικά ενθουσιώδης, σε αντίθεση με τον καταξιωμένο, πολυβραβευμένο σεφ, που ήταν άκεφος καθώς απόψε βίωνε μια ανεπάντεχη κοιλιακή διαταραχή που τον ανάγκαζε να περνάει αρκετό χρόνο εκτός κουζίνας. 

Το άριστης ποιότητας κρέας ήταν ωστόσο περήφανο τσαρούχι και η εμβληματική της κουφάλα πάντα πρόθυμη να φιλοξενήσει χαρούμενους επισκέπτες, στέκονταν αξιοπρεπώς στο ύψος της απέναντι στην Αυτού Μεγαλιότητα τον τρίτο γιο του έκπτωτου μονάρχη του δουκάτου της Σαβοϊας, όγδοο στην σειρά διαδοχής ενός χρυσοποίκιλτου, υπέρλαμπρου και πολύφερνου θρόνου που έχει πάψει να υφίσταται από το 1973, αλλά εξακολουθούσε να παράγει γοητευτικούς και κοσμικούς διαδόχους. Με κάθε εύγευστη, ευγενική μπουκιά, οι μαριναρισμένες ίνες του ένοχου, πλην ανύποπτου πουλερικού εισέρχονταν βαθύτερα στα πονεμένα της ούλα, προξενώντας της γνησίως αύξουσα ταλαιπωρία. 

Όταν παραδόξως ο πρίγκηψ ξεστόμισε ένα χαριτωμένο αστείο, δεν άντεξε να μην χαμογελάσει και η ίδια και ο σφηνωμένος φασιανός. Το κατάλαβε στο σκοτεινό του βλέμμα που συννέφιασε αμέσως μετά. Διήρκεσε ελάχιστα, αλλά η συμφορά είχε συντελεστεί ανεπίστρεπτα. Το ξάφνιασμα ακολούθησε μια ευγενική δικαιολογία του αριστοκρατικού σφριγηλού οπισθίου, εγκαθιδρυμένου με κόπους και ιδρώτα σε υψηλής απόδοσης μοντέρνο ελλειπτικό μηχάνημα, καθώς ο αναπάντεχα απελευθερωμένος φασιανός κατεδίωξε τον όγδοο διάδοχο, παίρνοντας εκδίκηση για τα αμέτρητα κυνήγια των εκάστοτε αριστοκρατών στους απανταχού φασιανούς.






Φασιανός Αλέκος (1935 )
Βόλτα σχολική, 1982
Χαλκογραφία , 120 x 79 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου