Κυριακή, 1 Μαρτίου 2020

Προσφυγικό

Μια θλίψη και ένα πένθος με πλακώνει απόψε. Μπορεί και κάποτε να νόμιζα πως ήμουν χριστιανή. Να έλεγα πως είμαι, να πίστευα πως είμαι. Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από το κεφάλι μιας βελόνας από το να ξεχωρίσει χριστιανός την διαφορά ανάμεσα στην αυταπάτη και την πραγματικότητα.
Βαθιά μέσα μου ίσως πίστευα ότι το καλό θα νικήσει στο τέλος. Ότι η αλληλεγγύη, η αγάπη, το συναίσθημα είναι πάνω από τα φράγκα και τα κέρδη και το μίσος. Και αν γινόταν και στο όνομα του Ιησού Χριστού που ήταν τόσο λαμπρό παράδειγμα κατά τας γραφάς, δεν χάλασε και ο κόσμος. «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3.27) Αν είναι κάποιοι να είναι καλοί από θρησκευτικό καθήκον και κάποιοι από ιδεολογία δεν κάνει διαφορά. Σημασία έχει να νικήσει η αγάπη. Έτσι δεν είναι;
Ακούστηκε ότι βάζουν μπροστά τα παιδιά τους για να τους λυπηθούμε. Και ήρθε η βάρκα που ξεχύλισε το ποτήρι. Φτωχοί και αδύναμοι άνθρωποι να βρίζουν πιο φτωχούς και πιο αδύναμους, λόγια χυδαία σε μια έγκυο γυναίκα. Αν ήμουν χριστιανή θα έλεγα ότι η Παναγία προστατεύει όλες τις γυναίκες με τα μωρά. Αυτοί που είναι χριστιανοί δεν το λένε. Γιατί να το πω εγώ?
Έχεις ανθρώπους κυνηγημένους από πολέμους και από φτώχια. «ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. 25.35-36). Και γυρίζω τριγύρω το βλέμμα όλο ελπίδα, γιατί είναι τόσο σαφές διάολε, δεν μπορεί όλοι οι χριστιανοί το ξέρουν αυτό. Αυτοί που είναι χριστιανοί δεν το λένε. Γιατί να το πω εγώ;
«οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ·»(Γαλ. 3.28). Αυτοί που είναι χριστιανοί δεν το λένε. Γιατί να το πω εγώ;
Μην ψάχνετε τις βάρκες να βρείτε αυτούς που καταργούν την πίστη σας. Εσείς την καταργήσατε.

Παρασκευή, 27 Δεκεμβρίου 2019

Mπακλαβάς


 Κάθομαι στην παλιά ντιβανοκασέλα στην κουζίνα της μάνας μου και τρώω ένα κομμάτι μπακλαβά. Το πρώτο φύλλο πάνω πάνω τραγανό, τρυπημένο με ένα ολόκληρο αμύγδαλο, στεγνό και ροδοψημένο δίνει την πρώτη γεύση, σαν ένα φιλί στα δεκατρία. Και από κάτω ένα ένα τα φυλλαράκια κρούστας, λεπτά σαν τσιγαρόχαρτο, άσπρα παραγεμισμένα ψιλοκομμένο αμύγδαλο να μοσκοβολάνε φρέσκο βούτυρο. Δεν ξέρω πως τα καταφέρνει να τον ψήνει έτσι τον μπακλαβά η μάνα μου και να της ροδίζει μόνο το πάνω φύλλο και λίγο τα τελευταία και όλο το ενδιάμεσο να είναι άσπρο και τραγανό σαν καλοκαιρινή σταφίδα. Τον ξεφλουδίζω σαν να σηκώνω ολοένα κάποιο νέο μυστικό πέπλο. Τι ευωδιά! Κάθε στρώση είναι μια καινούργια υπόσχεση μιας απόλαυσης που συνεχώς οικοδομείται. Τα φύλλα προς τα κάτω έχουν περισσότερο σιρόπι και αυτό που ξεκίνησε τραγανό και αθώο, γεμίζει όγκο και γίνεται όλο και πιο απολαυστικό. Όσο τρώω, τόσο θέλω περισσότερο. Και τελειώνοντας το κομμάτι μου είμαι απόλυτα ικανοποιημένη αλλά και δεν μου έχει φτάσει ταυτόχρονα. Το απόλυτο bliss point. Τον θέλω πάλι, τον θέλω τώρα και ας ξέρω ότι δεν πρέπει. Είμαι ευγνώμων για την υπέροχη εμπειρία, το απόλαυσα όπως ακριβώς το περίμενα ίσως και λίγο περισσότερο και τώρα θα πρέπει να σταθώ ανεξάρτητη στα δικά μου πόδια ως αυτεξούσιο ανθρώπινο ον που δεν έχει ανάγκη κανέναν μπακλαβά. Και όμως…






Κυριακή, 28 Ιουλίου 2019

Όλου του κόσμου οι Κυριακές


Πέρασα αυτή την ζεστή Κυριακή σε μια ειδυλλιακή και απενοχοποιημένη απραξία στην παρηγορητική δροσιά του αθόρυβου κλιματισμού, διαβάζοντας στο κρεβάτι με τα πατζούρια μισοκατεβασμένα μέχρι που πόνεσε το κεφάλι μου από το μαξιλάρι και τη βαρεμάρα.  Και πόνεσε και λιγάκι από τις περιγραφές του βιβλίου και από τις αιρετικές μου σκέψεις και την ανυπομονησία μου να κανονίσω διακοπές και όπου φύγει φύγει.

Μπορεί να φαίνομαι άνθρωπος με τετράγωνη λογική και διώκω λυσσασμένα τις αυταπάτες, αλλά σήμερα ήρθα αντιμέτωπη με μια οδυνηρή αλήθεια. Τη θέλω και εγώ την παπάτζα μου, το παραμύθι μου, το ειδυλλιακό το σκηνικό μου. Και ποιος είναι καλύτερος μου πουλήσει παπάτζα από τον εαυτό μου, που εκτός απ’ το ότι ξέρει όλες  τις προτιμήσεις μου, και έχει και τις καλύτερες προθέσεις; Κανείς! Αγόρασα και εγώ άφοβα.

Έφτιαξα σκηνικό βγαλμένο από το pinterest, στήνοντας το τραπέζι και τον υπολογιστή μπροστά στο παράθυρο που βλέπει το πεύκο και το βουνό, με τη λευκή βαμβακερή κουρτίνα να μου ακουμπάει απαλά το χέρι και να ξυπνάει μνήμες απλωμένης μπουγάδας και λουλακιού, φόρεσα ένα άσπρο, βαμβακερό φόρεμα και ψεκάστηκα ενθουσιωδώς με το άρωμά μου, έφτιαξα μια φρέσκια λεμονάδα με μπόλικο πάγο, δυόσμο, τζίντζερ και λίγο πιπέρι καγιέν για την πουτανιά και ευχαριστημένη από τον εαυτό μου κάθισα να δουλέψω.





Η παπάτζα φαίνεται να πέτυχε και η παραγωγή ήτο ικανοποιητική αν εξαιρέσεις τη στιγμή που η καρέκλα του γραφείου μπερδεύτηκε στην κουρτίνα που σέρνεται ελαφρώς στο πάτωμα και παραλίγο να μου έρθει το κουρτινόξυλο στο κεφάλι και μια – δύο φορές που το κλιματιστικό με έφτυσε, εμένα,  τα μαλλιά μου και τα αντικείμενα πάνω στο τραπεζάκι εκβιάζοντας με να αφήσω την λεμονάδα μου μισή. Δεν έχει σημασία, εγώ το έζησα!

Και καθώς πια κάθομαι στη βεράντα, ενώ στο βάθος ακούγονται κάποιοι γείτονες να τσακώνονται,  είναι μια από τις ελάχιστες Κυριακές βράδυ στη ζωή μου που δεν αισθάνομαι την αποτυχημένη μελαγχολία των ανέφικτων προσδοκιών του Σαββατοκύριακου, όχι γιατί έκανα κάτι, αλλά γιατί ακριβώς δεν έκανα τίποτα και το έκανα όπως ακριβώς το ήθελα.



Πέμπτη, 7 Μαρτίου 2019

Εγώ

Δεν είμαι μια μαυροφορεμένη που κλαίει
Δεν είμαι ένας αναποφάσιστος ταξιδιώτης στη διασταύρωση
Δεν είμαι ένα πουλί που κοιτάζει μια σκάλα. Μια σκάλα που πάει ψηλά, αλλά δεν την κάνω τίποτα
Δεν είμαι ένας πολεμιστής που κερδίζει κάθε μάχη

Είμαι μια σταγόνα δροσιάς πάνω στο πράσινο φύλλο
Είμαι μια καρδερίνα που κελαϊδάει το ξημέρωμα
Ένα φούξια λουλούδι που ανοιγμένο λούζεται στον ήλιο
Είμαι μια νιφάδα χιόνι σε ένα ψηλό βουνό
Μια πεταλούδα που πετάει στον αγρό. Ένα δέντρο στη βροχή.
Ένα βιβλίο σε μια στοίβα
Ένας κόκκος σκόνης στη λιακάδα



ένα μανιφέστο γεννεθλίων

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2019

Η ζυγαριά του Planck


Η Ηλιάνα ξύπνησε ιδρωμένη. Στον ύπνο της έβλεπε, αφράτες τυρόπιτες και πάστες αμυγδάλου με μυρωδάτο παντεσπάνι και χοντροκομμένα αμύγδαλα και βυσσινάδα και διάφορες νοστιμιές και μπινελίκια. Περπατούσε σε έναν διάδρομο λέει και άνοιξε μια πόρτα και βρέθηκε σε ένα δωμάτιο που μέσα δεν είχε τίποτα, και μόνο σε έναν τοίχο είχε ένα πλατύ άνοιγμα καταρράκτη, σαν τις ντιζαϊνάτες βρύσες που συναντά κανείς σε ψαγμένα εστιατόρια, μόνο που αντί για νερό ανάβλυζαν δρακουλίνια, που κυλούσαν και έπεφταν ασταμάτητα σαν το νερό στον τσίγκο. Και εκείνη, σαν να είχαν όλες τις οι επιθυμίες πραγματοποιηθεί από ένα αόρατο τζίνι-υποσυνείδητο έπεσε με λαχτάρα στη δρακουλινόβρυση και έτρωγε ασταμάτητα και αβάδιστα τα εξ’ αυτής εξαχθέντα, απόλαυση! Βουλιμία, αλλά απόλαυση σε ένα επίπεδο εσωτερικό και πυρηνικό. Και μόνο όταν καθησύχασε κάπως την υπαρξιακή της δίψα, τότε ένιωσε πια σωματική δίψα. Ε, μετά από τόσα λιπαρά, πάπρικα και αλάτι, γκαγκάνιασε η γυναίκα. Έριξε το βλέμμα της τριγύρω ψάχνοντας για πραγματική βρύση, που το τζίνι-υποσυνείδητο είχε επιμελώς αποκρύψει. Δίψα, δίψα, ώχ αμάν, πάει η δίαιτα!

Σε αυτό το σημείο ο φακός ενός σκηνοθέτη θα έκανε πλάνο τα μάτια της Ηλιάνας που είναι φυσικά η πρωταγωνίστριά μας, να ανοίγουν τρομαγμένα, και ακούγεται μια κοφτή ανάσα και το κοινό θα την έβλεπε να πετάγεται ιδρωμένη από το κρεβάτι της. Το φως μπαίνει από τα παράθυρα εκτυφλωτικό πάνω στα λευκά σεντόνια. Επίτηδες διαλέγει λευκά είδη, για να έχει εντονότερη την αίσθηση τα αφύπνισης. Καμιά φορά φαντάζεται ότι πρωταγωνιστεί σε ταινία και τότε η ζωή της μοιάζει να έχει περισσότερο ενδιαφέρον, τη βλέπει το κοινό, οφείλει να είναι η ίδια ενδιαφέρουσα. Ποιος είναι ενδιαφέρων; Είναι τόσο τρομαγμένη όμως με την τσαλαπατημένη δίαιτα, που ακόμα και χωρίς σκηνοθέτη σηκώνεται όρθια, φοράει τη ρόμπα της και τρέχει για τη ζυγαριά, με επαρκώς δραματικό τρόπο. Το στόμα της είναι κολλημένο, να φταίνε τα δρακουλίνια; Και μια ηλίθια επιτροπή επιστημόνων αποφάσισε ότι πλέον τη μάζα μας δεν θα την μετράμε σε κιλά, αλλά βάση με τη σταθερά του Πλανκ. Πόσες σταθερές του Πλανκ πήρα άραγε από την τελευταία κραιπάλη;




Η ζυγαριά την καθησυχάζει. Οι σταθερές του Πλανκ μπορούν να πάνε να γαμηθούν. Το τζιν της είναι εκεί, εφαρμοστό και υπέροχο, έτοιμο για το απογευματινό ραντεβού με τον Θανάση. Γνωρίστηκαν το καλοκαίρι σε μια κοινή παρέα, είχαν διαφορετική άποψη για τον Βαρουφάκη. Συζήτησαν, επιχειρηματολόγησαν, διαφώνησαν με πάθος, και ο έρωτάς τους άφρισε σαν το λυσσασμένο σκλί. Καλή και η ρητορεία και τα επιχειρήματα, δεν λέω, αλλά και η εμφάνιση παίζει ρόλο, εδώ κοτζάμ Κέιτ Μίντλετον έριξε τον πρίγκηπα Γουίλιαμ με ένα σίθρου φόρεμα, η Αυτής Υψηλότης, η τσουλάρα. Όπως αποδείχτηκε περίτρανα το κορμί το κοιτάει μέχρι και ο πρίγκηπας, καλός μπουμπούκι και αυτός -  δεν θα το κοιτάει ο Θανάσης; Μέχρι πού να σε φτάσει και ο Βαρουφάκης;

Πάνε τα τοστάκια το πρωί, οι τυρόπιτες και οι βάφλες. Τώρα βρώμη με άπαχο γάλα, γιαουρτάκια, σαλάτες, και να μετράει τα μικροθρεπτικά και τα μακροθρεπτικά συστατικά των τροφών. Ένα σιταρένιο παξιμάδι τύπου Κυθήρων έχει 136 θερμίδες, όσο και το χρέος της Ελλάδας σε δισεκατομμύρια ευρώ το 2012. Το πέταξε γεμάτο όλο το σακούλι, μόνο δύο παξιμάδια έλλειπαν. Αλλά αφού δεν μπορούσε να τα φάει, τι να τα κάνει; Να τα βάλει στον κώλο της; Από τεχνικής απόψεως εκεί θα πήγαιναν αν όντως τα έτρωγε. Μαύρη πείνα! Ο Βαρουφάκης και ο Θανάσης ήθελαν θυσίες και ρίσκα. Οπότε δίαιτα και τρέχουμε τώρα. Μόνο που εδώ ήταν το προκεχωρημένο όριό της. Δεν έτρεχε. Δεν μπορούσε να τρέξει ούτε εκατό μέτρα. Λαχάνιαζε και έβηχε σαν φυματική σε μυθιστόρημα του αγγλικού ρομαντισμού.

Έβαλε λέει μια γκρι βαμβακερή φόρμα, κάτι μωβ αθλητικά παπούτσια τρεξίματος, με υπέροχα ροζ κορδόνια και βγήκε, θού κύριε, για τρέξιμο. Και έξω από το σπίτι ήταν μια ανηφόρα και ξεκίνησε να τρέχει και να τρέχει και να κολλάνε τα πόδια της στην άσφαλτο, και όσο προσπαθεί να σπρώξει για να ξεκολλήσει, τόσο να μη μπορεί. Και η ανηφόρα να γίνεται όλο και πιο απότομη και να φοβάται ότι θα πέσει προς τα πίσω.

Μια κοφτή ανάσα και άνοιγμα των ματιών με αγωνία!  Έξω έχει σκοτάδι. Οι λάμπες των δρόμων ανάβουν σιγά σιγά, ή μήπως σβήνουν;. Μέσα στο σπίτι κάνει ψύχρα. Γιατί δεν έχει ανάψει ακόμα το καλοριφέρ; Πόση ώρα κοιμήθηκε; Ήταν αυτός ο βαθύς ύπνος που χάνεις την αίσθηση ακόμα και της ύπαρξής σου και που μοιάζει με θάνατο. Της είπε ο γιατρός ότι η Φθινοπωρινή κόπωση δεν είναι κάτι ανησυχητικό, αλλά να κάνει εξετάσεις αίματος, να αρχίσει να κοιμάται το μεσημέρι και να προσέχει τη διατροφή της για παν ενδεχόμενο. Το στόμα της είναι ξερό και πεινάει και δεν έχει ιδέα αν η μέρα της ξεκινάει, ή μόλις τελείωσε.





Σάββατο, 26 Ιανουαρίου 2019

Δέκα

"Ένα πράγμα με ταπεινώνει: η μνήμη είναι συχνά το προσόν της μωρίας· ανήκει συνήθως στα δυσκίνητα πνεύματα, τα οποία καθιστά ακόμα βαρύτερα, παραφορτώνοντας τα με τις αποσκευές της. Κι εντούτοις, τί θα ήμαστε χωρίς τη μνήμη; Θα ξεχνάγαμε τις φιλίες μας, τους έρωτές μας, τις απολαύσεις μας, τις υποθέσεις μας· η μεγαλοφυΐα δε θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις ιδέες της· η πιο τρυφερή καρδιά θα έχανε τη στοργή της αν έπαυσε να θυμάται· η ύπαρξή μας θα μετατρεποτανε σε μια διαδοχή στιγμών ενός παρόντος που ρέει ασταμάτητα· δε θα υπήρχε πλέον παρελθόν. Ω, δυστυχία μας! Η ζωή μας είναι τόσο μάταιη, που μόνο αντικαθρέφτισμα της μνήμης μας μπορείς να την πεις"*




Time is too slow for those who wait And time is too swift for those who fear Time is too long for those who grieve And time is too short for those who laugh And love is too slow for those who wait And love is too swift for those who fear Love is too long for those who grieve And love is too short for those that laugh But for those who love But for those who really love But for those who love Time Sweet time Precious time Lovely time All the time Time, time, time, time... is eternity Hours fly Hours fly Hours fly But even flowers must die And then a new day comes And there's a new day's dawn And there's a new day's sun And love stays on Sweet love stays on Love stays on Love stays on Love, love, love, love And time, time, time, time...


* το κείμενο παρατίθεται στη σελίδα 189 του βιβλίου "ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ" εκδόσεις Θεμέλιο, ως απόσπασμα κάποιου βιβλίου που διαβάζει ο Πιέρ Μπουτόρ στη γυναίκα του Ντενίζ

Τρίτη, 9 Οκτωβρίου 2018

Το καλό παιδί


Ξέρεις κάτι; Αυτό δεν είναι καθόλου δίκαιο! Κανόνισες κυρία μου μόνη σου, ούτε μου το είπες, ούτε ζήτησες τη γνώμη μου, ούτε για την παρέα έμαθα και απλά φύγατε και με αφήσατε να υ-πο-θέ-σω! Ε, αυτή η κούπα πρέπει να φύγει από το τραπεζάκι. Κομματάκια στο πάτωμα, τέλεια!  Με νοιάζει που ήταν η αγαπημένη σου, που την είχες πάρει από εκείνο το μαγαζί με είδη μουσικής, που είχε λεπτή πορσελάνη, ήταν ελαφριά και ταίριαζε απόλυτα στα χείλη σου, που έκανε τον καφέ να έχει καλύτερη γεύση; Όοοοοχι!
Αν θέλεις να με νοιάζουν τα πράγματά σου θα πρέπει και εσύ να νοιάζεσαι για εμένα, νεσπά; Δεν θα φεύγεις εσύ και εγώ να μένω μόνος στο σπίτι και να αντικρίζω την παρατημένη οδοντόβουρτσα, να σπαράζω, να ουρλιάζω...
Ώπα, χαρτί υγείας, βγήκε από τη θέση του και κάτσε να το τραβήξω και λίγο να απλωθεί παντού, δεν με ξέρεις καλά εσύ εμένα! Και τα εφεδρικά ρολά από το καλαθάκι, και οι διπλωμένες πετσέτες και το φαγητό. Κώλο θα στα κάνω, να ξεσπάσω να εκτονωθώ.

Εντάξει, μου φαίνεται το παράκανα. Θέλω να μπορώ να κάνω κάτι αυτόν τον θυμό. Όταν θυμώνω γίνεται κάτι μέσα μου και ξεχνάω τους καλούς μου τρόπους, ζώο γίνομαι. Θέλω μόνο να σκίσω, να καταστρέψω, να εξολοθρεύσω. Το σώμα μου πρώτα παραλύει και μετά ενεργοποιείται, το στόμα μου τρέμει, μου τρέχουν τα σάλια, καρδιοχτυπώ, σηκώνονται οι τρίχες μου και μετά έρχεται η καταστροφή. Κάθε, μα κάθε φορά το μετανιώνω μετά. Απογοητεύομαι. Κυρίως με τον εαυτό μου. Εγώ είμαι καλό αγόρι. Δεν κερδίζω τίποτα με το να χάνω την ψυχραιμία μου, χάνω και το δίκαιο μου, νεσπά; Θα πάω τώρα να κουλουριαστώ σε μία γωνία μαζί με αυτή τη θλίψη που είναι σαν ένα μικρός μεταλλικός κύλινδρος, κρύος και αιχμηρός κάτω από το στέρνο μου. Ο αέρας που μπαίνει όταν αναπνέω περνάει από την ακμή του και σφυρίζει ασθματικά. Θλίψη. Κενό. Πότε θα γυρίσει; Να τρέξω πάνω της να με χαϊδέψει, αυτή η παγωμάρα μου να εξαφανιστεί.

Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Η πόρτα ανοίγει με δυσκολία και κριτσανίζει. Τί είναι αυτό που έχει από κάτω? Γυαλιά; Θρύψαλα; Ωχ, τί έκανε πάλι αυτός; Χαρτιά υγείας, wtf! Τί είναι αυτό? Η κούπα μου; Η ΚΟΥΠΑ ΜΟΥ; Την κούπα μου καργιόλη; Πέταξες και τις κροκέτες σου στο πάτωμα; Και μου έρχεσαι χαρούμενος, κουνώντας την ουρά σου και θέλεις και χάδια; Τί έκανες; Ποιος είναι κακό παιδί; Κακό παιδί!



Δευτέρα, 19 Μαρτίου 2018

Διλήμματα

Όταν γράφουμε, ή λέμε μια ιστορία, είπε προχτές ο εκπαιδευτής του story telling, πρέπει στο τέλος να φέρνουμε τον ήρωά μας αντιμέτωπο με ένα δίλημμα που καλείται να πάρει. Σήκωσα τα αυτιά μου και τέντωσα τις κεραίες μου να δω τί θα πει μετά. Και όταν λέμε δίλημμα θα πρέπει να υπάρχει σαφές κόστος για την κάθε επιλογή. Αν η ερώτηση που καταλήγει η ιστορία είναι «καλύτερα μιας ώρας σκλαβιά και φυλακή, παρά σαράντα χρόνια ελεύθερη ζωή?», τότε δεν μιλάμε για δίλημμα. Η απάντηση είναι μονοσήμαντη. Ο ήρωας δεν εξασκεί την ελεύθερη βούληση, δεν υπάρχει κόστος βρε αδερφέ. Τι να αποφασίσω; Αν γίνεται να τρώω και να μην παχαίνω θα το πάρω αβάδιστα. Δεν θα πάρω από την άλλη το να τρώω και να μην χορταίνω. Η απόφαση για να έχει νόημα θα πρέπει να έχει και ένα κόστος. Το εμπεδώσαμε αυτό. Πάμε παρακάτω. 






Βάζεις λοιπόν στη ζυγαριά τις επιλογές, τα υπέρ και τα κατά και τα ζυγίζεις. Κοίτα εδώ τώρα τι συμβαίνει σε εμένα. Για να μην μου το κάνω εύκολο, πάω και μεροληπτώ υπέρ του χαμένου και του προσθέτω ένα στατιστικό βάρος. Αλλά προσοχή, όχι αρκετό για να γύρει η πλάστιγγα υπέρ του πιο αδύναμου, όχι. Μόνο τόσο όσο να ισορροπήσει η ζυγαριά. Και πάλι να μην μπορώ να αποφασίσω. Άμα έχεις τέτοιον εαυτό, τι τους θέλεις τους εχθρούς! 

Τι θα μπορεί να είναι το στατιστικό βάρος. Χμ… μπορεί να είναι πεποιθήσεις, πολιτικές, ηθικές, ιδεολογικές, μπορεί να είναι προκαταλήψεις. Μπορεί να είναι μια λογική πλάνη. Αν το δίλημμα είναι να τα παρατήσω, ή να συνεχίζω, πολλές φορές συνεχίζω από συνήθεια, ή από την ιδεολογία ότι δεν κάνει να εγκαταλείπουμε την προσπάθεια, η θεώρηση ότι η παραίτηση από έναν στόχο/δέσμευση είναι προσωπική αποτυχία, ή από την προκατάληψη ότι δεν γίνεται να παραιτηθώ, θα βαράω γκασμά, μέχρι να ισοπεδωθούν τα Ιμαλάια. Παλιά αυτή η βρύση έτρεχε νερό, δεν μπορεί να στέρεψε, κάποια στιγμή θα αρχίσει να ξανατρέχει. Και κάθεσαι εκεί και πεθαίνεις της δίψας, αντί να ψάξεις άλλη πηγή. 

Άλλο παράδειγμα μεροληπτικής προκατάληψης είναι ο χρόνος που έχω ήδη επενδύσει (στη βρύση). H λανθασμένη άποψη ότι αξίζει να μείνεις προσκολλημένος σε κάτι μόνο και μόνο επειδή ήδη του έχεις αφιερώσει πολύ χρόνο που θα πάει χαμένος αν το παρατήσεις, ακόμα και αν δεν σου αρέσει (πια). Λυπάσαι τον χρόνο που έχεις επενδύσει. Λοιπόν, να πω ένα μυστικό; Πρέπει να λυπόμαστε τον χρόνο που θα πάει χαμένος αν συνεχίσουμε να κάνουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν, αντί να αλλάξουμε και να αφιερώνουμε χρόνου κάπου που μας αρέσει. Αυτή είναι η αιτία πολλών κακών σχέσεων, πληγωμένων συναισθημάτων, διαβάσματος κακών βιβλίων και ετών χαμένου χρόνου. Προσωπικά, το να επιμείνω να διαβάσω ένα βιβλίο που ήξερα ότι δεν μου άρεσε από νωρίς, μόνο και μόνο επειδή το είχα ξεκινήσει, είναι το πιο ανώδυνο πράγμα που μου συνέβη από άποψης προσκόλλησης σε χαμένες υποθέσεις. 

Το άλλο είναι ο φόβος του αγνώστου. Θα προσθέσω περισσότερο στατιστικό βάρος στην επιλογή που γνωρίζω, παρά στο άγνωστο. Ανθρώπινο. Για αυτό το δίλημμα έχει κόστος. Το να ξέρει ο ήρωας τι θέλει, είναι κρίσιμο. Γιατί μετά θα κάνει την επιλογή που θα τον πάει προς τον στόχο του. Επίσης το να μην έχει ο ήρωας την ικανότητα των αποφάσεων δεν είναι εφικτό. Τότε μιλάμε για αντικείμενο, όχι για έναν αυτόβουλο ήρωα. Μπορεί να πιέζεται από καταστάσεις, ή επιθυμίες άλλων, αλλά θα πρέπει και αυτά να είναι μέρος του διλήμματος. Γαμάτη η συγγραφή; Όλα από τη ζωή είναι βγαλμένα! 

Έχω ευθύνη απέναντι στους φίλους μου, στους γονείς μου, στο σύντροφό μου, στα παιδιά μου, ΑΛΛΑ κυρίως και πάνω από όλα έχω ευθύνη απέναντι στον εαυτό μου! Με αυτόν ζω και πεθαίνω. Δεν υπάρχει χειρότερη αίσθηση από την συνειδητοποίηση ότι κάνεις τις επιλογές των άλλων.  Ο ήρωας είναι ικανός να επιλέξει οποιοδήποτε επιλογή. 

Και εκεί που κάθεται ο ήρωας και βάζει στατιστικά βάρη σε πράγματα που είναι σημαντικά για άλλους, έρχεται ένα βράδυ που ‘βρεχε, που ‘βρεχε μονότονα και τα παίρνει ο ήρωας και ζυγίζει με κριτήριο τα δικά του θέλω και τους στόχους. Με έχεις φέρει στο αμήν, if you know what I mean. 

Και γέρνει η αγαπημένη η πλάστιγγα, και ρίπτεται ο κύβος!



Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ιστορίες με βιβλία




Κάθομαι σε ένα γωνιακό τραπέζι δίπλα στην τζαμαρία, σε ένα γυάλινο μπουκάλι με στενό λαιμό βρίσκονται τρεις μωβ ανεμώνες. Διαβάζω το βιβλίο μου, ρουφώντας έναν αφράτο καφέ. Έχω ταυτόχρονα μια ανησυχία και μια γαλήνη, πως γίνεται αυτό δεν ξέρω να σας πω, μάλλον κβαντομηχανικά. Είναι απόγευμα, μια υπέροχη ώρα, που ναι μεν έχει δύσει ο Ήλιος, αλλά έχει ακόμα φως που ολοένα και λιγοστεύει και ανάβουν σιγά σιγά τα φώτα των σπιτιών και του δρόμου. Το επόμενο λεπτό έχω απορροφηθεί στο βιβλίο μου. Περπατάω εκεί γύρω στους ίδιους δρόμους του Θησείου, μόνο που στο βιβλίο έχουν 1973. Τόσο έχω και εγώ. Ταξιδεύω κάμποση ώρα ώσπου η σερβιτόρα γεμίζει νερό το ποτήρι μου σε ένα άλλο τώρα. Απολαμβάνω αυτή τη μετάβαση, από πραγματικότητα σε πραγματικότητα.

Κάτω από τη τζαμαρία, στα πέτρινα σκαλιά ανεβοκατεβαίνουν ζευγαράκια, γονείς με παιδιά και γάτες. Στον δρόμο περνούν αυτοκίνητα, όλο κοιτάζω μήπως είναι κάποιο που ξέρω. Πεταρίζει η καρδιά μου, ακουμπάω το χέρι μου πάνω στο μενταγιόν μου στο στήθος, χαμογελάω… Νιώθω μια μελαγχολία, μια αβεβαιότητα και μαζί μια γλύκα. Παίρνω μια βαθιά ανάσα κοιτάζω γύρω, έχουν ανάψει τα φώτα και ένα σποτάκι πέφτει πάνω μου. Φοράω ένα μπλε βελούδινο φόρεμα και κάθομαι πάνω σε κόκκινα μαξιλάρια. Το βιβλίο μου πάντως φωτίζεται άριστα, ρουφάω μια γουλιά καφέ πριν επιστρέψω στο τότε. Δεν θέλω να γυρίσω σπίτι, απολαμβάνω τη μοναξιά μου εδώ, μέσα στο χάρτινο παρόν. 

Το βιβλίο είναι ένας τρόπος να ταξιδεύεις όταν πρέπει να μείνεις εκεί που βρίσκεσαι. Εντάξει, δεν πρέπει να μείνω στο Θησείο, δεν πρέπει γενικότερα, δηλαδή δεν ξέρω αν, και ούτε μπορώ να τα διαχειριστώ και όλα, η ψυχραιμία έχει τα όριά της, μια αδιόρατη θλίψη, ένα βάρος και ένας αναστεναγμός. Καταλάβατε εσείς; 

Ωραία, γιατί δεν κατάλαβα εγώ! 

Μπροστά μου δυο τύποι παίζουν τάβλι, ενώ στο διπλανό τραπέζι έχει έρθει ένας νεαρός, κάθεται μόνος του και διαβάζει ένα κόκκινο βιβλίο. Δεν βλέπω τον τίτλο, αλλά είναι από αυτά που τους κόβεις τις σελίδες. Η κοπέλα του φέρνει μια τσαγιέρα και ένα άσπρο φλιτζάνι. Ανταλλάσσουμε χαμόγελα και συνεχίζω το διάβασμα. Κάποιος από τη φυλή μου κάθεται εκεί δίπλα και αυτό είναι μια κάποια παρηγοριά.

Κοιτάζω τα αυτοκίνητα, την κούπα μου, το κινητό μου, τις μωβ ανεμώνες, έξω από το παράθυρο τα σύρματα του ηλεκτρικού που κουνιούνται από τον αέρα. Χειμώνας. Χειμώνας παντού.







Madeleine Peyroux - Smile


Σάββατο, 27 Ιανουαρίου 2018

Time is not

Είναι νωρίς το πρωί, και εγώ περπατάω σε ένα επαρχιακό νεκροταφείο. Κάνει κρύο, όχι τσουχτερό. Τσουχτερό είναι το απολύτως προβλέψιμο επίθετο που θα χρησιμοποιούσε κανείς για το κρύο και είναι αυτό ακριβώς που έχει πει ο δάσκαλος της δημιουργικής γραφής ότι πρέπει να αποφεύγουμε για να μην είναι αδιάφορα τα γραφτά μας. Να πω πουτσόκρυο; Όχι στο νεκροταφείο! Κάνει λοιπόν ένα τραγανό κρύο λιακάδας. 


Πάω να ανάψω το καντήλι των μπαρμπάδων μου, τόσο καιρό έχω να έρθω στο χωριό, αλλά δεν βιάζομαι, περιπλανιέμαι αργά και τεμπέλικα, με ενδιαφέρον ανάμεσα στα μνήματα. Ο πρώτος έχει προτομή, δεν μου λέει τίποτα το όνομα. Πιο δίπλα γνωστοί, που τους έβλεπα στο καφενείο όταν μικρή με κερνούσε ο παππούς πορτοκαλάδα. Κάποιοι γέροντες που δεν ξέρω, κάποιες παλιές φωτογραφίες, ο κυρ-Σταύρος που ερχόταν με ποδήλατο στο σχολείο και μας πουλούσε στο πρώτο διάλειμμα τοστ, ψητό λουκάνικο φρανκφούρτης και σουβλάκια και στο δεύτερο διάλειμμα πορτοκαλάδες με νερό Γοργοποτάμου. Εγώ έπαιρνα κλασικά το λουκάνικο και πολύ σπάνια καμιά πορτοκαλάδα. Συνήθως βέβαια είχα κολατσιό από το σπίτι, τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο, οπότε δεν συνωστιζόμουν στην σιδερένια πόρτα. Ο αδερφός του παππού μου, η γιαγιά η Μαριγούλα, η Γιάννα που πηγαίναμε μαζί σχολείο, ήταν δύο χρόνια μικρότερή μου όταν… 12 χρονών. Εγώ κοντεύω να σαρανταρίσω. Εκείνη είναι ακόμα δώδεκα. Για πάντα δώδεκα… Αυτός νομίζω ότι είναι και ο μόνος τρόπος να μείνεις για πάντα νέος. Δεν θέλω να μείνω νέα για πάντα, θέλω να ζήσω!

Σε μια άκρη ένας χορταριασμένος τάφος και πιο δίπλα στη μάντρα ακουμπισμένοι κάμποσοι αδέσποτοι σταυροί, με ονόματα και ημερομηνίες παλιές. 




Ο κύριος Γιάννης, ο δάσκαλός μου την έκτη δημοτικού, ο κύριος Ηλίας καθηγητής θρησκευτικών στο Γυμνάσιο, θυμάμαι να μας μιλάει για τη θέωση, ένας Δημήτριος Γουιγούης(!!!) έτσι ακριβώς γράφει Γουιγούης ετών 80, η θεία η Μίνα, ο θείος ο Κωστάκης, ο παππούς μου ο Πλούταρχος και η γιαγιά η Ευθυμία μαζί. Φτάνω στους θείους, τον θείο Γιάννη και τον θείο Πάνο, μπατζανάκια. Στα τραπέζια καθόντουσαν δίπλα – δίπλα και τραγουδούσανε στη θειά μου «γειά σου Δημητρούλα μ’, -τρούλαμ’, -τρούλαμ’» πρίμο, σεκόντο, ο θείος ο Πάνος έκανε φοβερές δεύτερες! Γυρνούσε σε εμάς και έλεγε «μικροί ψαράδες έτοιμοι;» και εμείς ξέραμε ότι άρχιζε το παιχνίδι. Τα καντήλια τους είναι αναμμένα, γεμάτα ως απάνω, δίπλα – δίπλα και εδώ. Κόβω από το διπλανό χωράφι μερικές καμπανούλες και μαργαρίτες και τους τις αφήνω. 

Κάπου σε ένα νεκροταφείο αλλού, κάποιος είναι για πάντα 36...


It's a Beautiful Day-Time Is

Time is:
Too Slow for those who Wait,
Too Swift for those who Fear,
Too Long for those who Grieve,
Too Short for those who Rejoice;
But for those who Love,
Time is Not

Παρασκευή, 22 Δεκεμβρίου 2017

Πήρα τον δρόμο κι έρχομαι, μες τη βροχή και βρέχομαι

Μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, μεσάνυχτα, Μετρό Κατεχάκη, βρέχει. Τυλιγμένη με ένα μάλλινο μωβ κασκόλ, ζεστό πουλόβερ, φούστα, χοντρό καλσόν και παλτό.

Περπατάω προς το αυτοκίνητο κουβαλώντας τα πάντα εκτός από ομπρέλα. Δεν ωφελεί να τρέξω. Τα τακούνια μου γλιστράνε στα νερά και λίγο λίγο γίνομαι μουσκίδι. Δεν αγχώνομαι, δεν βιάζομαι, δεν θέλω να πάω κάπου, δεν έχω σκοπό και δεν με νοιάζει...

Περπατώ αργά μέσα στη βροχή και απολαμβάνω το δράμα.



Κυριακή, 22 Οκτωβρίου 2017

Μην ακουμπάτε το φεγγάρι





Πόσοι δεν έχουν δει ταινίες που σε αποφοιτήσεις σπουδαίων και ακριβών κολλεγίων ο ομιλητής ενθαρρύνει τους νέους πτυχιούχους να βγουν εκεί έξω και να πιάσουν τα όνειρά τους. Ατάκες του τύπου «ο κόσμος είναι το κέλυφος σου», «ακούμπησε τα αστέρια», «μπορείς να πετύχεις ό,τι ονειρευτείς» εκτός από πραγματικά ελπιδοφόρες είναι και επικερδείς για τις εταιρείες που πουλάνε υλικό κινητοποίησης. Και ως εκεί τα πράγματα είναι καλά, αλλά…

Το αλλά έγκειται στο ότι αν δεν αποφοιτάς από ένα μεγάλο και σπουδαίο σχολείο, του οποίου το όνομα και οι διασυνδέσεις σε συνδυασμό με το δικό σου όνομα και διασυνδέσεις θα σου εξασφαλίσουν οικονομική αποκατάσταση, άσχετα από το πεδίο των σπουδών σου, ιστορία της τέχνης – ξέρω γω – η εκπαίδευση και η κινητοποίηση που λαμβάνεις είναι ελαφρώς διαφορετική. Και για να μην παρεξηγηθώ μου αρέσει η ιστορία της τέχνης, κυρίως δηλαδή μου αρέσει η τέχνη, αλλά μέσα από πολλές επισκέψεις σε πολλά και διαφορετικά μουσεία ακούγοντας πολλούς και διαφορετικούς ξεναγούς και audio guides, κάτι μου έχει μείνει και για την ιστορία της. Θα ήθελα να είχα την οικονομική άνεση να σπουδάσω και τέχνη, αλλά δεν την έχω. Και επανέρχομαι στο «αλλά».

Η εκπαίδευση για τους κοινούς θνητούς είναι η εκπαίδευση του συμβιβασμού. Και δεν είναι μόνο το εκπαιδευτικό σύστημα αλλά η ίδια η κοινωνία που σε μαθαίνει να μην απλώνεσαι πολύ, να μην εκτίθεσαι, να ακολουθείς πιστά τους κανόνες, να μην παίρνεις ρίσκα για να μην κάνεις λάθη (πολύ μεγάλη παγίδα αυτή), να τα κάνεις όλα σύμφωνα με το αυστηρό χρονοδιάγραμμα, δηλαδή να κάνεις τυπικές σπουδές, να βρεις μια «καλή δουλίτσα» και ένα «καλό» αγόρι/κορίτσι να κάνεις μια «καλή» οικογένεια και όταν αυτά σε φέρουν σε αδιέξοδο, οικονομικό, συναισθηματικό ή/και υπαρξιακό η ίδια κοινωνία θα σου πετάξει ένα «το όριο είναι ο ουρανός», θα σου πει ότι είσαι υπεύθυνος για τον εαυτό σου και ότι θα έπρεπε αν ήσουν «άξιος», «έξυπνος» να μην έχεις φτάσει στο αδιέξοδο που έφτασες. 

Οπότε όχι μόνο σε εκπαιδεύει να αποτύχεις, αλλά σου ρίχνει και όλη την ευθύνη!