Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαράτσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα χαράτσι. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη 6 Νοεμβρίου 2012

Εδώ καράβια χάνονται, γόνδολες αρμενίζουν


Έχοντας περάσει ένα υπέροχο και πρακτικά αυθόρμητο 4-ήμερο στην Βενετία δεν ξέρω αν αντέχω να ξαναβυθιστώ στον φόβο και την απελπισία της πραγματικότητας, ή προτιμώ να μείνω με την φαντασία μου στο εξωπραγματικό σκηνικό μίας ανεπανάληπτης πόλης. Ήταν τόση η ομορφιά που είδαν τα μάτια μου και ρούφηξε η ψυχή μου που όταν επέστρεψα πίσω σχεδόν αισθανόμουν απρόσβλητη από την δυστυχία, την μιζέρια και τους εκβιασμούς του τρίτου μνημονιακού μονόδρομου. Επειδή όμως οι αυταπάτες δεν είναι το φόρτε μου και ούτε ισχυρίστηκα ποτέ ότι θα κάνω εθελοντική λοβοτομή άρχισα να διαβάζω το 3ο μνημόνιο, το επονομαζόμενο και μακελάρης για να διαπιστώσω ιδίοις όμμασι τους ισχυρισμούς του υπουργού οικονομικών ότι έχουμε φάει τον γάιδαρο κατά τα 2/3 και μας μένει το τελευταίο και γλυκόπιοτο 1/3 για να ορθοποδήσουμε και να βγούμε μωρό μου μέσα απ’ το τούνελ, έξω στο φως. 


Περισσότερη μουσική έχει γραφτεί για το χρήμα παρά για τον έρωτα – και συχνά με πιο ευτυχισμένο τέλος και σαφώς πιο πιασάρικη μελωδία

Και δεν μπορώ να μην θαυμάσω με έκσταση την ικανότητα των βουλευτών να διαβάσουν και να κατανοήσουν τις 500 σελίδες του νομοσχεδίου, που ούτε πλοκή έχει, ούτε βρίθει από σασπένς, αντίθετα οι περικοπές είναι τόσο σαδιστικά επαναλαμβανόμενες που αναρωτιέται κανείς αν οι συντάκτες του είναι μέλη της λέσχης των φίλων του Χάνιμπαλ Λέκτερ. Με την επισήμανση του κατεπείγοντος, ώπερ μεθερμηνευόμενον εστί άρον άρον σταύρωσον αυτούς (εμάς), χτες κατατίθεται, αύριο ψηφίζεται! Μπαίνω στον πειρασμό να κρίνω εξ ιδίων τα αλλότρια. Μία φορά στην ζωή μου κατάφερα να διαβάσω σε μία μέρα 662 σελίδες το ένα και μοναδικό «ο Χάρι Πότερ και οι κλήροι του θανάτου» και αυτό ήταν με διαλείμματα ΜΟΝΟ για τουαλέτα! [Ποιός πεινάει όταν τον κυνηγάνε κυνηγοί κεφαλών και θανατοφάγοι και ο άρχοντας του σκότους; (Ένας από τους λόγους που μου άρεσε τόσο πολύ η Βενετία ήταν αυτή η αίσθηση ότι θα σου ξεπεταχτεί κάποιος με σκουπόξυλο από μια μισομουχλιασμένη πόρτα)]. Αντίθετα δύσκολα βιβλία όπως «ο λύκος της στέπας» που θέλει να το επεξεργαστείς λίγο αυτό που διαβάζεις είναι ακόμα μισοδιαβασμένος εδώ και μήνες στο κομοδίνο μου, χωρίς την παραμικρή αίσθηση του κατεπείγοντος. Πού θέλω να καταλήξω; Ότι ακόμα και ένας πορωμένος, στρατευμένος υπερψηφιστής του νομοσχεδίου είναι αδύνατον να διαβάσει το μνημόνιο 3 μέσα σε μία μέρα. Συμπέρασμα; Θα πάει αδιάβαστο!

Θα πάει όμως. Θα ψηφιστεί από ανθρώπους που δεν το έχουν διαβάσει και δεν θα αγγίξει την ζωή τους ποτέ με τον τρόπο που αγγίζει εμάς. Εδώ τέσσερις μέρες στην Ιταλία και αισθάνθηκα ότι δεν με αφορούν τα μέτρα. Τί να πεί κανείς για τους πολιτικούς και τους τραπεζίτες που ζουν μονίμως σε άλλο πλανήτη;

Ωστόσο παρατηρώ ότι αυτό που δρα σε μένα σήμερα ως αποστασιοποίηση που με βρήκε, λόγω ταξιδιού είναι ταυτόχρονα και ισχυροποιημένο ανοσοποιητικό αντιμέτωπο με την πανώλη του φόβου. Η ζωή μας δεν είναι απαραίτητο να είναι μέσα στην αγωνία για το αν θα πάρουμε την δόση, ή πότε θα πτωχεύσουμε. Η ζωή ΜΟΥ έχει να κάνει με τα όνειρά ΜΟΥ, τις απόψεις μου, τα πράγματα που δημιουργώ με την ψυχή μου. Δεν είναι μόνο οι φόροι, οι άτακτες εισφορές, το χαράτσι. Είναι οι αγώνες των γονιών μας που δούλεψαν μια ζωή για να μας μεγαλώσουν και που σε λίγο θα κάθονται μέσα στο σπίτι με το μπουφάν γιατί δεν θα έχουν λεφτά να το ζεστάνουν. Είναι ξεφτίλα κύριοι υπουργοί να επιτίθεστε στον συνταξιούχο που υπηρέτησε την χώρα με την δουλειά του.

Ο blogger Ρομπέν γράφει: «Η επίθεση αυτή είναι ανάρμοστη, αν όχι και παράνομη. Γιατί οι συντάξεις δεν είναι μια παροχή καλής θέλησης, σαν να λέμε ελεημοσύνη, αλλά επιστροφή εισφορών που έχουν παρακρατηθεί, επενδυθεί και αυγατίσει..... Πώς ονομάζεις έναν στρατό που, επειδή αδυνατεί να υποτάξει στη μάχη τον ένοπλο αντίπαλο, επιτίθεται στους αμάχους και εκτελεί γέρους και παιδιά; Πώς ονομάζεις έναν πατέρα που, επειδή δέχεται καταπίεση στη δουλειά, όταν επιστρέφει στο σπίτι ξυλοφορτώνει, για να εκτονωθεί, τη γυναίκα του και το παιδί του; Πώς ονομάζεις μια κυβέρνηση που, επειδή δεν έχει την ψυχή, το μυαλό και τα παπάρια να αναζητήσει λύσεις στα προβλήματα, ρουφάει το αίμα των αδυνάμων, απλά για να επιβιώσει άλλη μια μέρα, σαν το παρασιτικό κουνούπι ή σαν την ύαινα, που τρέφεται με ψοφίμια, για να μην μπει στον κόπο κυνηγήσει;»


Όχι! Όχι και πάλι όχι! Θέλω ισότητα, θέλω δικαιοσύνη. Δεν αρνούμαι να πληρώσω αυτά που μου αναλογούν, θέλω να παλέψω για να σώσω αυτή την χώρα. Αρνούμαι να πληρώσω αυτά που αναλογούν σε αυτούς που τόσο καιρό κερδοσκοπούσαν πάνω στο κεφάλι μου. Δεν μπορεί να μην πληρώνει χαράτσι ο ΣΚΑΙ και να πρέπει να πληρώσω εγώ για να σωθεί η χώρα. Πριν μερικές μέρες μια φίλη μου μου είπε μειδιώντας ότι γράφω κουμμουνιστικά. Το είπε για προσβολή. Το ύφος της με πλήγωσε, όχι ο χαρακτηρισμός. Αν υπάρχει ΕΝΑΣ κουμμουνιστής που να με διαβάζει ενδεχομένως και να μπορεί να πει τί σημαίνει να είσαι ένας. Που 'σαι Θανάση; (Παφίλη) Εγώ μιλάω για αλήθεια, για δικαιοσύνη, για την δυνατότητα να ζουν όλοι οι άνθρωποι με όλες τους τις ανάγκες καλυμμένες. Να απολαμβάνουν τους καρπούς του μόχθου τους. Αν στην συνείδηση των ανθρώπων αυτό μεταφράζεται συνειρμικά ως κουμμουνισμός, εγώ δεν έχω την αρμοδιότητα να το κρίνω. Μάλλον κάτι λέει.

Και μπορεί το σύστημα στο οποίο βρισκόμαστε να είναι εγγενώς ανίκανο για δικαιοσύνη, αλλά είμαστε όλοι πάνω στην ίδια γαλέρα. Άλλοι στο κατάστρωμα, άλλοι στα κουπιά. Στο ίδιο σημείο θα πάμε. Ή μήπως όχι; Θυμάμαι την ταινία Μπεν Χούρ. Οι σκλάβοι αλυσοδεμένοι τραβάνε τα κουπιά στο ρυθμό του τυμπάνου. Η έκβαση της ναυμαχίας εξαρτάται από αυτούς. Κοπιάζουν, ιδρώνουν, μαστιγώνονται. Και όταν τελικά το καράβι βυθίζεται κανείς δεν έχει σαν προτεραιότητα να τους λύσει. Μερικοί γλιτώνουν, μάλλον κατά τύχη. Δεν τραβάω ζόρι να τραβάω κουπί. Κατά έναν περίεργο τρόπο, που κάνει την ψυχολόγο μου να απορεί, μου αρέσουν τα δύσκολα και ο πόνος. Αντλώ μία αλλόκοτη χαρά όταν πετυχαίνω κάτι δύσκολο. Ποτέ δεν θέλησα τον εύκολο δρόμο. Δεν είναι φυγοπονία η αντίσταση κατά των άδικων μέτρων. Είναι το αμυδρότερο ένστικτο αυτοσυντήρησης.


Τρίτη 3 Απριλίου 2012

Η τυραννία του φόβου

Όταν ξύπνησα ήταν κιόλας σούρουπο και το μαξιλάρι μου είχε δύο λεκέδες, ένα από το κραγιόν μου και έναν από τα σάλια. Όπως έπεσα, δεν κουνήθηκα καθόλου. Ο γιατρός μου λέει ότι είναι εαρινή κόπωση. Τρέξιμο, δουλειά, μέρα με την μέρα, με την μέρα, και οι μέρες περνάνε, ίδιες στην σειρά. Και έφτασε Πάσχα και ο καιρός να πάρουμε το τελευταίο δώρο, (σκέφτομαι να αγοράσω ποδήλατο, έτσι για να το θυμάμαι) και όλοι στο γραφείο το έχουμε αποδεχτεί όπως το γεγονός ότι ο ήλιος θα ανατείλει το πρωί, με μοιρολατρεία και στωικότητα. Πέφτει και η αναγκαία εκτόνωση με τον Λαζόπουλο και την ελληνοφρένεια και μετά μέσα τα κεφάλια, στο νταμάρι της καθημερινότητας, να δουλεύουμε κασμά, να πληρώνουμε τα χαράτσια. (Εδώ ανοίγω παρένθεση, δεν έχω πληρώσει το χαράτσι της ΔΕΗ και τρέμει το φυλλοκάρδι μου ότι θα μου κόψουνε το ρεύμα και τζάμπα τα λεφτά που έδωσα για να αλλάξω τα ηλεκτρολογικά, καλώδια και διακόπτες. Θα μπορούσα απλά να πω στον σοβατζή να βουλώσει τις τρύπες από τα ηλεκτρολογικά κουτιά και τους διακόπτες και να γλιτώσω τον Κωνσταντακάτο. Θα άναβα διαρκώς κεράκια, να μου φέγγουν και να γλιστράω. Επίσης φοβόμουνα ότι η οφειλή του χαρατσιού θα πάει στην εφορία και θα μου κόψουνε το πωπουδέλι).

Δεν μπορώ, ρε γαμώτο, να κινείται η ζωή μου συνέχεια από τον φόβο. Φοβάμαι, αλλά το χαράτσι δεν το πληρώνω. Και αν μαζί με μένα δεν το είχαν πληρώσει όλοι αυτοί που το κάνανε με ματωμένη την καρδιά, στερώντας από τις οικογένιές τους αυτά τα χρήματα, και αυτοί από φόβο ότι θα τους κόψουν το ρεύμα, θα χρεωκοπήσουμε, θα πέσει ο ουρανός στο κεφάλι μας κλπ κλπ,  αν δεν το είχε πληρώσει κανένας, τότε αντί να φοβόμαστε εμείς, θα φοβόταν το σύστημα. Θα ήξερε ότι δεν μπορεί να τα βάλει εύκολα μαζί μας. Τώρα όποιο πείραμα και αν έχει γίνει εναντίον μας έχει πετύχει. Sad but true. Πρώτα ήταν τα δώρα του δημοσίου, μετά το χαράτσι, μετά οι περικοπές, μετά τα δώρα των ιδιωτικών υπαλλήλων, μετά οι εκλογές που όλο τις ακούμε και όλο δεν έρχονται και δεν ανοίγει ρουθούνι. Έχουν έρθει τα πάνω – κάτω και δεν κουνιέται ούτε πούστης!


Υπάρχει ένα ψυχολογικό πείραμα που λέγεται η εκπαίδευση του ψύλλου. Οι ψύλλοι όταν δεν τσιμπάνε, πηδάνε. Πηδάνε ψηλά. Μπορείς όμως να τους εκπαιδεύσεις με ένα τηγάνι. Αν καθώς ο ψύλλος πηδάει βάλεις από πάνω το τηγάνι, όταν θα χτυπήσει επανελημένα πάνω του, το αίσθημα του πόνου θα τον αναγκάσει να τροποποιήσει την συμπεριφορά τους για να μην χτυπάει στο τηγάνι, δηλαδή θα αρχίσει να πηδάει χαμηλότερα. Κατεβάζοντας και άλλο το τηγάνι, πηδάει ακόμα χαμηλότερα, μέχρι που αν το κατεβάσεις αρκετά, σταματάει να πηδάει εντελώς, γιατί έχει συνδέσει την δράση του πηδήματος με το αντανακλαστικό του πόνου. Το τραγικό είναι ότι ο ψύλλος δεν ξαναπηδάει ακόμα και αν το τηγάνι απομακρυνθεί... Εμείς έχουμε εκπαιδευτεί στο ότι έτσι και κάνουμε πως κουνιόμαστε, πάμε πχ σε καμία πορεία, κάνουμε καμία απεργία, θα φάμε ξύλο, θα καεί η Αθήνα/το πελεκούδι και γενικά κακά πράγματα θα συμβούν σε καλούς ανθρώπους. Και το τηγάνι συνεχίζει και κατεβαίνει. Τα δώρα καταργούνται, οι μισθοί μειώνονται, τίποτα δεν έχει μείνει όρθιο εργασιακά και εμείς λουφάζουμε όλο και περισσότερο. Φτύνουμε στον κόρφο μας που έχουμε ακόμα δουλειά και κάθε φορά που μειώνονται οι μισθοί όλο και περισσότερο γυρίζουμε σπίτι με βαριά καρδιά και συζητάμε στα οικογενειακά τραπέζια κάθε Κυριακή με το γιουβετσάκι για το πόσο καθάρματα είναι, τς τς τς, πού θα πάει ρε παιδάκι μου αυτό το πράγμα, ρίχνουμε και το μανταρινάκι από πάνω για την χώνεψη και μετά από ένα ελαφρύ ρέψιμο η συζήτηση έχει τελειώσει, αλλά το βάρος που μένει δεν οφείλεται μόνο στο γιουβετσάκι. Οφείλεται στο ότι έχουμε χάσει πια κάθε ελπίδα να σηκώσουμε κεφάλι.




Εάν ο καθένας αρχίσει να σκέφτεται εκτός σχεδίου του συστήματος, τότε δεν θα υπάρχουν αρκετά χέρια, μέθοδοι και κανόνες για να μας τιμωρήσουν όλους.