Παρασκευή, 31 Ιανουαρίου 2014

Η Δύναμη της Παρασκευής

Και αφού όλοι συμφωνήσαμε ότι το πιο οδυνηρό πράγμα που μπορεί να σου συμβεί είναι το laser στο μπικίνι, ας πάμε τη ζωή μας ένα βήμα πέρα από την αναχώρηση από τη δουλειά την Παρασκευή.

Η Πέμπτη είναι ημιπανηγυρική μέρα. Προετοιμάζομαι ψυχολογικά για την Παρασκευή. Όταν ήμουν μαθήτρια το Σάββατο το πρωί είχα ιδιαίτερο έκθεσης, που σήμαινε μόνο ένα πράγμα. Έπρεπε να καθήσω Παρασκευή απόγευμα να γράψω έκθεση. Καλύτερα να μου έκανες το μπικίνι με laser, παρά να με έβαζες να γράψω έκθεση.  Τόσο πολύ την μισούσα. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της καθηγήτριας μου, το φιλότιμο διάβασμα του Παπανούτσου, της κυριακάτικης Καθημερινής, καθώς και άλλων ιερών τεράτων και δοκιμιογράφων  δεν γινόταν τίποτα. Είχα παρεμβολές από  συγγραφείς σαν τον Μυριβήλη, τον Καζαντζάκη, Λουντέμη, Σωτηρίου, λίγο από Βενέζη. Μυθιστορήματα διάβαζα ακόμα και κρεμασμένη ανάποδα, αλλά δοκίμια έκοβα φλέβες. Οπότε Παρασκευή απόγευμα κλεινόμουν στο δωμάτιο και δεν έβγαινα αν δεν τελείωνα την βρωμοέκθεση, συνήθως κατά τις 3 το πρωί. Οπότε η Παρασκευή δεν ήταν πανηγύρι, ήταν κάτεργο που με στοίχειωσε από τα εφηβικά μου χρόνια.

Σήμερα όμως η Παρασκευή δεν ήταν σαν τις άλλες. Ήταν από τις σπάνιες εκείνες μέρες που μία ώρα πριν το τέλος του ωραρίου έχεις όλες σου τις λίστες με τις εκρρεμότητες τσεκαρισμένες. Τουλάχιστον αυτές με τα επείγοντα και σημαντικά και αυτές με τα επείγοντα, αλλά μη σημαντικά. Οπότε μπορείς να χαλαρώσεις και μέσα στην τουαλέτα να φιλοσοφήσεις. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές ηρεμίας και εσωτερικής γαλήνης, που νιώθεις ότι είσαι ο κυρίαρχος της στιγμής σου, the master of my own bladder.  



Και αυτή η αίσθηση συνεχίστηκε οδηγώντας με ψυχραιμία, παραχωρώντας προτεραιότητες (!!!???) παρκάροντας με ψυχραιμία, παίρνοντας με χάρη καρότσι στο σούπερ μάρκετ. Εναρμονισμένη με το εδώ και το τώρα. The master of ... whatever. Συνεχίζοντας την μακροχρόνια παράδοση των Παρασκευιάτικων καταναγκαστικών έργων, πηγαίνω σούπερ μάρκετ μετά το γραφείο. Δεν θυμάμαι ποια ακριβώς στιγμή σταμάτησε το σούπερ μάρκετ να είναι joyride, αλλά προσπαθώ να το αντιπαρέλθω και να πάρω και καμιά τσαχπινιά που μου αρέσει. Κάποιο μπαχαρικό, ή κάποιο κρασί, ή λίγο καπνιστό τυρί, ή τσάι με κρόκο Κοζάνης. Σήμερα και ενώ κοιτάζω τα σακουλάκια με τις σαλάτες, προσπαθώ να διαλέξω και κρατάω στο χέρι μου μια Καπριτσιόζα, ένας κύριος πίσω μου παίρνει από το ράφι μια σαλάτα «Αρμονία», την κοιτάζει και την βάζει πίσω μαζί με τις Καπριοτσιόζες. Μια μικρή διαταραχή στην Δύναμη, αλλά τίποτα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Μετά παίρνει μια «Αγροτική» την κοιτάζει και την βάζει πίσω στις Καπριτσιόζες. Η τάξη του σύμπαντος βρίσκεται σε κίνδυνο.  H εντροπία αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Με ταχύτητα Τζεντάι, παίρνω τις σαλάτες «αυτή πάει εδώ και αυτή πάει εδώ» και γυρίζω προς τον κύριο, γκλούπ, είναι ένας κούκλος γαμώτο.... γαμώ τη Δύναμη που δεν με προειδοποίησε πριν ανοίξω το στόμα μου! Drat! Τί να πω; Δεν είναι αυτό που νομίζεις; Δεν είμαι ψυχωτική, είμαι απλά νευρωτική; Βάζω την κωλοκαπριτσιόζα στο καρότσι μου και απομακρύνομαι με ταχύτητα δίνης. “Happens to every guy sometimes this does”. Δεν μας χέζεις ρε Yoda! Καταλήγω να αγοράσω μαχλέπι!


Machlepi this is, I sense


Δευτέρα, 27 Ιανουαρίου 2014

Μαδριγάλι που γράφτηκε χειμώνα καιρό

Στα μύχια βάθη της θαλάσσης
Στη νύχτα των μακρών δελτίων,
Σαν άλογο που ετρόχαζε αίφνης
Σωπαίνει φρέσκο το όνομά σου

Στους ώμους σου, άχ προστάτεψέ με,
Στα κάτοπτρά σου βγές νυχτέρια
Και φύλλινη μονάξια δώς μου
Από της ράχης την ισκιάδα

Το στόμα σου φιλιά ντυμένο
Και από τους χωρισμούς φευγάτο
Το στόμα δώσε μου το φίνο
Τερπνό λουλούδι της φωταύγειας

Από μακριά πολύ μακριά, από
Λησμόνια σε  λησμόνια οι ράγιες
Μαζί μου μένουν – της βροχούλας
Κραυγή που υφαίνει η εσπέρα η μαύρη

Το μίτο εσύ θα βρείς της νύχτας,
Τη γκαρνταρόμπα της σαν βγάζει
Η αυγή τους ουρανούς με αστέρια
Γιομάτα ανέμους που φτυαρίζουν

Το βλέμμα μου σκεπάζει απούσα
Η σκιά η βαθιά της θύμισής σου
Παρούσα πάλι μου ξεσκίζει
Στα στήθη την γυμνή καρδιά μου

                                    Madrigal escrito en invierno
                                    P. Neruda


Πέμπτη, 23 Ιανουαρίου 2014

Σταυρουδάκι μου χρυσό

Μια ιστορία που επαναλαμβάνεται

Υπάρχει μια καταραμένη λωρίδα θάλασσας ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, αυτή που ο θρύλος λέει ότι πρέπει να αποφεύγουν οι αδούλωτες ψυχές. Οι τυχοδιώκτες, οι πειρατές και όλοι οι οπλισμένοι μπορούν να περνάνε άφοβα. Μονάχα αυτοί που έχουν χέρια καθαρά κινδυνεύουν, τα θύματα των ιμπεριαλιστικών πολέμων.

Έχω ακούσει και εγώ ιστορίες που αυτός ο θρύλος έχει ζώσει. Για τα πολύ παλιά χρόνια, όταν καταστράφηκε η Σμύρνη. Που κόσμος έφευγε με βάρκες για να γλιτώσει την φωτιά και τον πόλεμο. Για να γλιτώσουν τη φωτιά, πέφτανε στη θάλασσα. Προσφυγιά, βαρύ πράμα.. Άκουσα ιστορίες ότι πέφτανε στην θάλασσα και πιανόντουσαν από τα γαλλικά και αγγλικά καράβια και τους χτυπάγανε τα χέρια και τους κλωτσούσανε και τους πετούσανε στη θάλασσα. Και τα εφηβικά μου μάτια τρέχανε ποτάμια. Και μετά άκουσα για την γιαγιά ενός φίλου που έχασε δυο παιδιά και η καρδιά μου σφίχτηκε.



Όταν κάποιος δεν έχει έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με το άγγιγμα του θανάτου κλαίει και σφίγγεται η καρδιά του. Όταν έχει νιώσει στο πετσί του την αιωνιότητα του θανάτου, την παγωμένη πραγματικότητα που του στερεί στα ξαφνικά και για πάντα τους αγαπημένους του, δεν νιώθει Τίποτα. Η ψυχή του μόνο συστρέφεται και ουρλιάζει... Την γλώσσα μπορούν να την καταλάβουν μόνο όσοι το έχουν ζήσει. Όχι όσοι το φαντάζονται, όχι σε όσους το διηγήθηκαν.   

Τα αδέρφια των πνιγμένων έζησαν. Και έκαναν παιδιά. Και τα παιδιά έκαναν δικά τους παιδιά. Και έφτιαξαν τις ζωές τους στην Ευρώπη. Σήμερα αποφάσισαν να πάρουν εκδίκηση για τους αδικοχαμένους τους προγόνους. Στην ίδια λωρίδα θάλασσας. Εκεί που συνωστίζονται οι κυνηγημένοι. Έρχονται από μακριά,από το παρελθόν και από το μέλλον. Τους σπρώχνει η αδικία. Έκαψε τα σπίτια τους, άλλαξε τη ζωή τους, τους ξερίζωσε. Αποφάσισαν να εκδικηθούν με τον ίδιο τρόπο. Πνίγοντας κατατρεγμένους, αδικημένους, πρόσφυγες. Δάκρυα, κύμματα, ψυχές, ουρλιαχτά.
Και ξέχασαν τους προγόνους. Τους έπνιξε η λήθη...

Τα βράδυα οι πνιγμένοι πρόγονοι βγαίνουν στην επιφάνεια και περιμαζεύουν τις ψυχές των παιδιών που βουλιάζουν στο Φαρμακονήσι, στη Λαμπεντούζα, στη Μεσόγειο. Τους χαϊδεύουν τα μαλλιά. Τους ρωτούν το όνομά τους. Όλοι έχουν το ίδιο όνομα «Αθώος»






θα με δικάσει ο κούκος και τ' αηδόνι

Κυριακή, 12 Ιανουαρίου 2014

Κουτάκια και φούγκα

Μου αρέσει να διαβάζω μπρούμυτα στον καναπέ. Να κρατάω το βιβλίο απέναντι μου και να ακουμπάω το μάγουλό μου σε ένα μικρό μαξιλάρι. Όταν ήμουν μικρούλα καθόμουν μπρούμυτα κάτω από την τραπεζαρία, πάνω στη φλοκάτη, κοίταζα τα κρόσια από το τραπεζομάντηλο της μάνας μου και σκεφτόμουνα και αφαιρούμουν...

Σήμερα έβαλα να ακούσω το «καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο». Το έβαλα επίτηδες. Στα 20 μου το μισούσα και το βαριόμουν απίστευτα. Σήμερα το έβαλα επίτηδες. Έχει έναν ρυθμό και μια απόκοσμη ασφάλεια. Ακόμα και τα γρήγορα μέρη του είναι μελαγχολικά. Μου θυμίζουν ψυχαναγκαστικό διάβασμα μουσικής Σάββατο πρωί πριν το Ωδείο. Και το έχω ανάγκη...  Το Ωδείο, όχι τον ψυχαναγκασμό. Μια επανάληψη των πραγμάτων που μου αρέσουν, χωρίς τους ψυχαναγκασμούς αυτή τη φορά. Τότε που νόμιζα ότι η Βιέννη είναι ο Παράδεισος.


Bach - Prelude & Fugue No.2 in C minor

Αυτός ο Μουρακάμι θα με ξεκάνει. Είναι λίγο αλλόκοτος και μη ρεαλιστικός. Αλλά διαβάζω αχόρταγα, καθώς παίζει το κλειδοκύμβαλο, καλώς συγκερασμένο πάντα. Τάκα, τάκα, αργό, ή γρήγορο πάντα αυστηρά και επακριβώς μέσα στον ρυθμό. Κουτάκια, δίπλα το ένα στο άλλο. Δεξιοτεχνικά κουτάκια, ακούγονται ωραία και αρμονικά. Κουτάκια, κουτάκια, κουτάκια, τέλεια ορθογώνια κουτάκια με λίγο ριταρτάντο πριν την πτώση. Και μετά μια αργή φούγκα σε ντο ελάσσονα να ξαναβρούμε την αναπνοή μας.

Ρουφάω μια γουλιά καφέ, έχει κρυώσει ελαφρώς, ίσα που προλαβαίνω να τον απολαύσω πριν σταματήσει να μου αρέσει πια. Λιακάδα, πηγαίνω προς το παράθυρο με το φλυτζάνι στο χέρι και κλείνω τα βλέφαρά μου στον ήλιο. Τα κουτάκια συνεχίζουν να διασκορπίζονται σε όλο το δωμάτιο. Κάτω από το παράθυρο έχω ακουμπισμένο ένα κάδρο. Γιατί δεν κρεμάω άραγε τα κάδρα και τις αφίσσες μου; Οι αφίσσες μου αγορασμένες από διάφορα μουσεία περιμένουν υπομονετικά στους κυλίνδρους τους, και εγώ φαντάζομαι τις άπειρες δυνατότητες κοιτάζοντας τους άδειους τοίχους. Όταν θα τις κρεμάσω, αυτές οι δυνατότητες θα χαθούν σε μία, μοναδική και ίσως παντοτινή πραγματικότητα. Ταυτόχρονα οι άδειοι τοίχοι με αγχώνουν. Θέλω να φτιάξω μια σύνθεση καρτ ποστάλ για τον διάδρομο και να κορνιζώσω τις αφίσσες μου. Ο ήλιος στα βλέφαρά μου σαν να ενεργοποιεί μια αποφασιστικότητα μέσα μου. Ήρθε η ώρα τα κουτάκια και οι κύλινδροι να ανοίξουν..    




Σάββατο, 11 Ιανουαρίου 2014

Απολογισμός έτους

Η πιο τυχερή στιγμή του 2013 ήταν ένα απόγευμα του Μαϊου όταν ΔΕΝ πάτησα σκατά 20 λεπτά πριν το γάμο του αδερφού μου. Φεύγαμε όλοι φουριόζοι από το σπίτι του προς την εκκλησία, όταν  τρέχοντας να μπω στο αυτοκίνητο πάτησα το καπάκι ενός φρεατίου αποχέτευσης που όπως αποδείχτηκε ήταν ξεχειλισμένο και το πάτημα δημιούργησε έναν καφέ κρεμμώδη πίδακα που πέρασε με ένα τρομακτικό τόξο πάνω από τις μώβ σατέν μου γόβες, τα μαρμαρωμένα μου πόδια και την ψυχή μου που είχε πάει στην Κούλουρη μέχρι να προσγειωθεί ο πίδακας, ευτυχώς λίγο δίπλα από την μώβ σατέν μου γόβα.  Λίγο μετά τρέμανε τα πόδια μου, καθώς οδηγούσα προς την εκκλησία, αλλά το αντιπαρήλθα κορνάρωντας εύθυμα. Και κάπως έτσι τελείωσαν οι τυχερές και οι εύθυμες στιγμές του 2013...