Τετάρτη, 9 Αυγούστου 2017

Μια φορά θυμάμαι...

Από τα πράγματα που με έχουν πραγματικά σημαδέψει από την παιδική μου ηλικία είναι οι εκδρομές και οι βόλτες με το αυτοκίνητο των γονιών μου, ένα πορτοκαλί Renault 14, ένα κουκλί του σχεδιασμού, που τώρα καταλαβαίνω ότι ήταν πολύ μπροστά, αλλά στην τρυφερή νηπιακή ηλικία δεν είχα την κριτική ικανότητα να το εκτιμήσω. Είχε εξαιρετικές αναρτήσεις το Ρενώ, ειδικά στους χωματόδρομους γύρω από το χωριό και στα χωράφια που μας έπαιρνε μαζί ο πατέρας μου όταν πήγαινε να ελέγξει τα μπεκ αν ποτίζονται οι ελιές και μας έβαζε να πίνουμε νερό σαν καμπόυδες - έλεγε - σάματις και ξέραμε πώς πίνουν νερό οι καμπόυδες, απλά εμπιστευόμασταν τον μπαμπά τυφλά. Στα χωράφια μπαίνανε από τα ανοιχτά παράθυρα τζιτζίκια

Μόνο τα πόνυ μας λείπανε εμάς, κατά τα άλλα μπαμπάς-μαμά μπροστά και εγώ με τον αδερφό μου να ζμπρωχνόμαστε πίσω

Λοιπόν το κασετόφωνο στο ρενώ έπαιρνε κάτι τεράστιες ορθογώνιες κασέτες στις οποίες έπαιζαν ταυτόχρονα 4 κανάλια και εσύ με ένα κουμπάκι επέλεγες ποιο θα ακούσεις. Πολύ μπροστά το ρενώ λέμε! Μια από αυτές τις κασέτες είχε νέο κύμα Γιώργο Ζωγράφο, Αρλέτα, Καίτη Χωματά και την είχαμε λιώσει. Λιώσει όμως! Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, λαμβάναμε μουσική παιδεία. Σίγουρα ένα νήπιο προτιμάει τις μείζονες κλίμακες και τις εύκολες μελωδίες, εμένα για παράδειγμα μου άρεσαν το "στην ποταμιά σωπαίνει το κανόνι/πετούν τα παλιομάχαιρα" που τραγουδούσε η Χωματά γιατί ήταν τσιριμπίμ τσιριμπόμ η μελωδία και η ενορχήστρωση, άσχετο που οι στίχοι του Καμπανέλλη είναι να σηκώνεται η τρίχα των ενηλίκων, αλλά αφού εμείς τα παιδιά δεν είχαμε τρίχες, απολαμβάναμε την μακαριότητα του πτωχού πνεύματος. Το άλλο αγαπημένο μου ήταν του Γιώργου Ζωγράφου "άκρη δεν έχει ο ουρανός" κυρίως για τον ρυθμό του και τα αρπίσματα της κιθάρας. Και το "ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος" για το ενθουσιώδες vivace, τα πνευστά, την εξαιρετική μελωδία, στο τέλος λιγάκι γινόταν θλιβερό γιατί δακρύζανε ανεξήγητα και ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος, μάλλον λόγω της ελάσσονος κλίμακας... αλλά τελικά ένα γρήγορο εντυπωσιακό τελείωμα δεν σε άφηνε να το πολυ-σκεφτείς. Είπαμε άλλα τα κριτήρια των παιδιών. Για να προσέξω τους στίχους ούτε λόγος, εξάλλου πού να ήξερα τί πα να πει καημός, ή πόλεμος..



Γιώργος Ζωγράφος - Ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος

Το επόμενο τραγούδι της κασέτας ήταν το "άσπρα καράβια τ' όνειρά μας" και όλα καλά!

Κάπου εκεί ανάμεσα έμπαινε και το τραγούδι "μια φορά θυμάμαι" που ήταν μια σκέτη γλύκα με την κιθάρα και τη φωνή της Αρλέτας έτσι το τραγουδούσα ασυναίσθητα "έφυγες εσύ και έχουν ανάψει...",  "θα 'ρθει το πρωί και θα περάσει, θα με λυπηθεί θα με ξεχάσει" και μετά όταν φτάναμε στην θάλασσα, έβγαινα τρέχοντας φορώντας τα πορτοκαλί μου μπρατσάκια ήδη από το σπίτι και βουτούσα μπιχτοκέφαλα στα νερά, πριν καλά καλά στήσει ο πατέρας μου την κόκκινη ομπρέλα με τα λουλουδάκια. 

Έτσι λοιπόν έγινε η Αρλέτα κομμάτι της ανατροφής μου και της μουσικής μου παιδείας και ενώ νόμιζα ότι ούτε που έδινα σημασία στα "βαρετά" τραγούδια της κασέτας, τώρα διαπιστώνω ότι ήταν τα πιο ενδιαφέροντα. 

"Φώναξε με, αγάπη! Φώναξέ με!"

Αρλέτα - Φώναξε με αγάπη

"Είχα ένα αγόρι" 

Σήμερα δεν μπορώ να ακούσω το τραγούδι για αυτόν τον άγριο άνεμο χωρίς να βάλω κλάματα για τα όνειρά του που γίναν' δυο σταλαγματιές πικρή δροσιά. 


Αρλέτα - Είχα ένα αγόρι


Και μετά το ποτάμι που έγινε αναφιλητό, ερχόταν ένα ακόμα τραγουδάκι που ήταν πολύ αισιόδοξο γιατί μιλούσε για τα φτερά που θα άνοιγα και εγώ σύντομα, μόλις δηλαδή μάθαινα να κολυμπάω χωρίς μπρατσάκια! Υποπτευόμουν ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά, αλλά αυτή η τόσο γλυκιά φωνή με το απαλό βιμπράτο με καθησύχαζε ακόμα και αν σε εκείνη την ηλικία ήμουν ανίκανη συναισθηματικά να μελαγχολήσω.



Αρλέτα - Τώρα θ' ανοίξω τα φτερά


Η σημερινή ανάρτηση μου βγήκε λίγο ραδιοφωνική. Με ήχους. Να μπορούσα μόνο να βάλω και τις μυρωδιές από τα χόρτα στην θάλασσα που στην πραγματικότητα βρωμάνε, αλλά για μένα μυρίζουν αθωότητα! "Τα μικρά παιδιά, που κρατούνε στο χέρι τους, σαν το μήλο το χάρτινο τις ελπίδες μας"Ακόμα μπορώ να νιώσω τα μπρατσάκια, το μαγιό (γυαλόβρακο κατά τον πατέρα μου, δηλαδή το βρακί που φοράς και πας στον γυαλό) τα λεπτά φύκια στα πόδια μου, να ακούσω το γέλιο της μάνας μου, να θυμηθώ τις βουτιές που μας έκανε ο μπαμπάς από την πλάτη του. Μια φορά θυμάμαι...




------
Παρόμοια ανάρτηση

    

Παρασκευή, 16 Ιουνίου 2017

H μέρα που σταμάτησε ο χρόνος



"Όχι, ο χρόνος δεν γιατρεύει όλες τις πληγές. Ο Χρόνος είναι η Πληγή.." 

Εlke Ηeidenreich



Στο πένθος ο χρόνος διαχωρίζεται σε σημεία προ και μετά του γεγονότος μηδέν. Σε ένα σύμπαν πριν και μετά. Σε δύο σύμπαντα που απέχουν όσο ο ουρανός από τη γη. Μετά από εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αλλάζει όλος ο κόσμος. 

Υπάρχουν αναμνήσεις από γεγονότα του «πριν», λόγια, λέξεις, πράξεις, συναισθήματα. Δεν είναι μόνο ένα το πρόσωπο που δεν υπάρχει πια όπως το ξέραμε. Δεν είναι μόνο εκείνος που ταξίδεψε. Είμαι και εγώ και εκείνοι που μείναμε πίσω. Θυμάμαι πώς ήμουν. Δεν είμαι πια. Είμαι μια άλλη. Σαν να ανοιγόκλεισα τα μάτια και να βρέθηκα ξαφνικά σε ένα άλλο σύμπαν. Που δεν βγάζει νόημα. Που δεν είναι δυνατόν να υπάρχει. Παράδοξο. Διαιρέθηκαν τα πάντα με το μηδέν και ακυρώθηκαν. Η ομορφιά στον κόσμο δεν έχει πλέον κανένα νόημα, κανένα λόγο ύπαρξης. Όλα τα άλλα συμβαίνουν σαν να είναι κανονικά. Οι άνθρωποι ζουν σαν να είναι όλα κανονικά. Δεν βλέπουν ότι δεν είναι; Δεν βλέπουν την παραδοξότητα; Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κόσμος με τέτοια απουσία;


(Yesterday, Beatles, τραγουδάω εγώ)


Παραδόξως όμως ο χρόνος κυλάει. Δηλαδή, ας πούμε ότι κυλάει. Μετράω 3 ημέρες, 15 ημέρες, 96 ημέρες, 600 μέρες και ακόμα δεν καταλαβαίνω πως είναι δυνατόν. Έχω συνείδηση του εαυτού μου σε χρονικές στιγμές μετά του γεγονότος μηδέν. Του καινούργιου εαυτού μου. Ο παλιός που γέλαγε εύκολα και ήταν αθώος και ξένοιαστος χάθηκε. Και όσο απομακρύνομαι χρονικά από το γεγονός, δεν συμβαίνουν και συνταρακτικές αλλαγές. Δεν απαλύνεται τίποτα. Φυσικά δεν είναι δυνατόν να είσαι όλη την ώρα μέσα στη θλίψη. Είναι βιολογικά αδύνατον. Υπάρχουν μηχανισμοί άμυνας. Ξεχνιέσαι, ασχολείσαι με διάφορα. Αλλά το μηδέν είναι πάντα εκεί. Όταν μένεις μακρυά από το μηδέν υπάρχει η ψευδαίσθηση της κανονικότητας. Όταν πλησιάζεις στο μηδέν, όλα παραμορφώνονται. Ο χρόνος μετά, εμπεριέχει αιώνια το μηδέν. 

Ωστόσο όταν καθαρίζει η όρασή μου από τα χιόνια των ασήμαντων πραγμάτων που καταδυναστεύουν τη ζωή μας, αξιολογώ τα σημαντικά, τα δυνατά, τα πολύτιμα και τα αληθινά. Έτσι διακρίνω εκτός από το μηδέν και κάτι ακόμα. Κάτι από το οποίο προσπαθώ να κρατηθώ. Ότι τα αληθινά πράγματα βρίσκονται έξω από τον χρόνο, υπάρχουν από πάντα. Κάποια στιγμή στη ζωή μας, η μοίρα και ο καιρός ορίζουν να διασταυρωθούμε, επιλέγουμε να τα γνωρίσουμε και μας κατακτήσουν και μετά από αυτό υπάρχουν σε ένα ατέρμονο Τώρα, ακόμα και αν δεν βρίσκονται σε αυτόν τον κόσμο. Η αιωνιότητα και η Αγάπη, βρίσκουν απάντηση έξω από τον χρόνο... 



Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις. 

Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει, 

θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα 

που γι' αυτά έχεις λείψει, 

θα 'σαι για πάντα 

μέσα σ' όλο τον κόσμο.



Γ. Ρίτσος «Γειτονιές του Κόσμου»


Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Supergirl

Βγήκα έξω απόψε με τα ακουστικά στα αυτιά να περπατήσω στο δροσερό βράδυ. Πρέπει να περπατάω μετά το χειρουργείο λέει γιατί πρέπει να ενεργοποιηθεί το λεπτό έντερο. Αυτό είναι κωδικός για το «πετάξαμε τα έντερα μέσα στην κοιλιά όπως - όπως και σε κλείσαμε, οπότε μέχρι να πάρει μπροστά το λεπτό έντερο εσύ θα πρήζεσαι και θα φουσκώνεις σαν μπαλόνι, εκτός και αν περπατάς #χαμογελάκι». Κανένα πρόβλημα. Ξέρετε πόσο εύκολα μπερδεύεται η αντεριά όταν φτιάχνεις κοκορέτσι;

Στο ραδιόφωνο παίζει το supergirl των Reamon που μέχρι και πρόσφατα θα μπορούσα να πω ότι ήταν ο ύμνος μου  “Super girls don’t cry, super girls just fly”! Εγώ ήμουν αυτό το supergirl που άντεχε, που δεν κουραζόταν ποτέ, που μετακινεί τα έπιπλα, που είναι υπεράνω και πολιτισμένη στις προσβολές, που όταν κάποιος που έχει ευεργετήσει, στρέφεται εναντίον της με αχαριστία αυτή λέει "δεν πειράζει" και φεύγει πετώντας. Που δεν θέλει βοήθεια, που τα κάνει όλα μόνη της, που είναι πάντα γελαστή, ψύχραιμη και δυνατή! 







Απεταξάμην! Και τινάζω και την σκόνη από πάνω μου

Μετά το χειρουργείο (έκανα ένα μεγάλο χειρουργείο στην κοιλιά) αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι ΔΕΝ είμαι supergirl. Οϊμέ! Το πρώτο δείγμα ήταν που δεν ήμουν ικανή να κάνω εγχείρηση στον εαυτό μου – dah – και έπρεπε να βασιστώ στον χειρούργο ότι θα μου την έκανε σωστά. Όταν συναντηθήκαμε έξω από το χειρουργείο, εγώ ξαπλωμένη στο φορείο με το σι θρού ρομπάκι να είμαι ανήσυχη, μου είπε «μη φοβάσαι, έχεις εμένα»! Πώς να του πω τώρα «εσένα είναι που φοβάμαι γιατρέ»; Έκατσα και μου το έκανε το χειρουργείο και μετά εκτός από τους πόνους, το επίσης οδυνηρό ήταν ότι βασιζόμουν σε άλλους για βασικές μου ανάγκες. Εντάξει μέσα στο νοσοκομείο δεν μπορούσα ούτε το νερό από το κομοδίνο να πιάσω, ούτε να το θυμάμαι δεν θέλω. Μιλάω για μετά, για το σπίτι. Βασιζόμουν σε άλλους να στρώνουν το κρεβάτι, να βάζουν τα πιάτα στο και από το πλυντήριο, να φτάνουν τα ψηλά ντουλάπια, τα χαμηλά ντουλάπια, να μου κάνουν αλλαγή στις γάζες, να κουβαλάνε οτιδήποτε είχε βάρος πάνω από ένα ποτήρι, να σηκώνουν από κάτω οτιδήποτε μου έπεφτε από τα χέρια, να μου πλένουν και να μου σιδερώνουν τα ρούχα, να με βοηθάνε να φορέσω τη ζώνη για να στηρίζεται κοιλιά και πλάτη, να με πηγαίνουν με το αυτοκίνητο στον γιατρό. Τα ηλεκτρικά μπαντζούρια πάντως, ε! Μόνη μου πατάω το κουμπί και κατεβαίνουν!

Super Nantia


Αυτή η εικόνα απέχει παρασάγκας από το supergirl όμως. Αμ, η ψυχραιμία; Ανύπαρκτη. Και κλάμα η κυρία. Πολύ περισσότερο από όσο συνήθως. Αλλά τελικά ξέρεις κάτι;

Δεν με νοιάζει!

Μεγάλο σχολείο ο πόνος. Σε κάνει να καταλαβαίνεις ποια πράγματα έχουν πραγματικά σημασία και αξία σε αυτή τη ζωή. Εύκολα το λέμε νοητικά, ότι δεν πρέπει να σκοτιζόμαστε για μικροπράγματα, αλλά όταν θα γίνει η στραβή στη δουλειά θα πάρεις ανάποδες πριν προλάβεις να πεις κύμινο. Θα θυμώσεις στο φανάρι, στην ουρά για τα τυριά, στην τράπεζα. Και τα πράγματα που έχουν στ’ αλήθεια σπουδαιότητα θα περιμένουν σε μια γωνίτσα να τα θυμηθείς. Μόνο που όταν πονάς οι προτεραιότητες τείνουν να αναθεωρούνται και αυτό που ήταν πολύ σημαντικό για σένα – κοίτα να δεις – δεν είναι πια! 

Δεν με νοιάζει που δεν είμαι η παντοδύναμη βασίλισσα της τελειότητας. Δεν με νοιάζει να εμπλακώ σε αντιπαραθέσεις που δεν θα αποφέρουν τίποτα. Τα κρατάω τα χρυσά μου τα λογάκια. Ούτε θα προσπαθήσω να πείσω κανέναν για τις καλές μου προθέσεις. Α, και να ξέρετε ότι είμαι άνθρωπος με ελαττώματα, πάθη και ζηλεύω. Επίσης αφού δεν είμαι supergirl δεν χρειάζεται να τα ανέχομαι όλα. Και όταν χαμογελάω και πολύ και το παίζω ψύχραιμη ενώ θα έπρεπε να είμαι θυμωμένη, να ξέρεις ότι με έχεις χάσει. Μουα-χα-χα-χα! Φλερτάρω με την ελευθερία των κινήσεων που έχει ένας άνθρωπος που δεν τον νοιάζει τι γνώμη έχουν οι άλλοι για αυτόν. Πώς δεν το είχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό; Ούτε χρειάζεται να αρέσω σε όλους, ούτε καν στους περισσότερους. Και με αυτούς με τους οποίους ταιριάζουν τα χνώτα μας και συνεννογιόμαστε αγαπάω τα ελαττώματά τους, όπως αγαπάνε και αυτοί τα δικά μου. Όπως αγαπάω και εγώ τα δικά μου. 

Γυρίζοντας από το περπάτημα στο ραδιόφωνο είχε το Personal Jesus. Πολύ καλύτερα εδώ. 




Νοητικά το αναζητούσα από πάντα, αλλά αυτή η αλλαγή έγινε βιωματικά και την εφαρμόζω από το χειρουργείο και μετά. Ελπίζω να μου κρατήσει. Το μόνο θέμα είναι ότι μέχρι να επαναλειτουργήσει κανονικά το έντερο, δεν κλάνω! Και αυτό είναι το μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό που έχω με ένα καθώς πρέπει supergirl.






Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Πριν

Υπάρχει μια υπέροχη μυστηριότητα όταν πέφτει το σκοτάδι και δεν έχουν ανάψει ακόμα τα φώτα του δρόμου. Είναι πιο ωραίος ο κόσμος τότε. Που ίσως να σκοτείνιασε απότομα από μια καταιγίδα που έρχεται όλη μέρα, αλλά ακόμα δεν έφτασε. Και έτσι δεν το έμαθαν ούτε οι λάμπες για να ανάψουν.

Στο βάθος αστραπές και μπουμπουνητά. Μια τέτοια στιγμή κάθομαι στη βεράντα, με ένα ανοιξιάτικο πουλόβερ και περιμένω την πρώτη στάλα της βροχής από στιγμή σε στιγμή...



Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Αισθήσεις και (κυρίως) παραισθήσεις

«Κάντε της μια πεθιδίνη», ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσα μετά την χειρουργική επέμβαση, μέσα στο λήθαργο και τον πόνο μου, που αν το κάτω άκρο της κλίμακας είναι ο αφόρητος και το πάνω η αναισθησία, έπαιρνα άριστα με τόνο! 

Δεν ξέρω με ποιες υπεράνθρωπες δυνάμεις έχει εξοπλίσει η φύση τον γυναικείο οργανισμό ώστε την ώρα της ανάγκης να μπορεί να ανταπεξέλθει σε υπερφυσικές απαιτήσεις, πάντως ενεργοποιήθηκαν και σε μένα και έτσι με απόκοσμη γενναιότητα κατάφερα και γύρισα στο δεξί πλευρό για να αποκαλύψω στη νοσοκόμα το τρυφερό μου κωλομέρι! Γυμνή ούσα, αμέσως ένιωσα την ανακουφιστική σουβλιά της σύριγγας που μου απέσπασε την προσοχή από τον ολοκληρωτικό πόνο της ανοιγμένης και ραμμένης μου κοιλιάς και τον μετέφερε στον οξύ, αλλά βραχύ μιας παυσίπονης ένεσης. Η πεθιδίνη κατατάσσεται στα οπιούχα φάρμακα με ισχυρή αναλγητική δράση, λέει. Ναι, καλά. Ο πόνος δεν πέρασε, απλά τον έγραψα στα αρχίδια μου, και έτσι, χωρίς να με νοιάζει, εκεί μέσα στο δωμάτιο της ανάνηψης, το έκοψα πάλι στον ύπνο. 



To επόμενο που θυμάμαι είναι να βρίσκομαι ξαπλωμένη πάνω σε ένα ιπτάμενο χαλί και να πετάω σαν υπερφυσικό τζίνι με καθετήρα. Πετούσα ανάσκελα στους μεγάλους διαδρόμους, γλιστρώντας απαλά, κάτω από φώτα και ψευδοροφές. Περνούσα κάτω από μικρούς ήλιους με εκτυφλωτικό, εμετικό φως ενώ αριστερά και δεξιά της τροχιάς μου υπήρχαν ανοιχτές πόρτες σε άλλους κόσμους. Μία οδηγούσε σε ένα απέραντο λιβάδι, με παπαρούνες, μικρές πράσινες μολόχες και λευκά μανιταράκια που ξεφύτρωναν πλοπ πλοπ μπροστά στα μάτια μου. Τι ωραία λιακάδα, τι ζεστασιά, πόσο όμορφος είναι ο κόσμος! Η επόμενη πόρτα είχε μέσα μια μεγάλη παιδική χαρά με γύρω-γύρω-όλοι και κάτι πράσινα ανθρωπάκια να έχουν πιαστεί και να στριφογυρνάνε. Περνώντας απ’ έξω τους έβλεπα που τρέχανε να αρπάξουν τις λαβές, φορώντας στα πρόσωπα τους κάτι άσπρα σαν αναπνευστήρες και κάσκες σκουφάκια. Ω, ναι, βρέθηκα σε άλλο πλανήτη και αυτοί είναι οι επιστήμονες που κάνουν πειράματα. Τώρα βγάζει νόημα! 


Αριστερά και δεξιά αφήνω και άλλες πόρτες που δεν μπορώ να δω τι έχουν. Στον μυστηριώδη διάδρομο μια άσπρη χήνα διασταυρώνεται με το χαλί μου και μου χαμογελάει. Προσπάθησα να γυρίσω το κεφάλι μου, αλλά άρχισαν να λιώνω μέσα στο μαγικό χαλί και να ζαλίζομαι, άτιμες αναταράξεις. Μάλλον σε αυτόν τον πλανήτη τίποτα δεν είναι όπως νόμιζα. Αυτά που ήξερα, να τα ξεχάσω. Κάποιος – ο Θεός κατά πάσα πιθανότητα - φώναξε από τα μεγάφωνα το όνομά μου. 

Ώχου, τι φωνάζει; 

Και ενώ το χαλί σπινιάρει και παίρνει στροφή προς τα δεξιά, βλέπω δύο πλάσματα, άγγελοι κατά πάσα πιθανότητα, να έρχονται προς το μέρος μου, ένας άντρας και μια γυναίκα. Ώπα, κάτι δεν πάει καλά. Τους βλέπω και ζαλίζομαι. Εντάξει, δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν μπορώ να ελέγξω την αναγούλα μου και δεν μπορώ να σηκωθώ. Μπορώ όμως να στρίψω! Χα! 

Πλούφ! Πάρε μια ρουκέτα στα πόδια τους. Με αγάπη. #Καρδούλες, #χαμογελάκια, #σαλάκια. 

Μωρέ, να βάλω και τις φωνές; Και δεν τις βάζω; Μάλλον τη στιγμή που ξερνούσα, χωρίς να το καταλάβω και σίγουρα χωρίς τη συναίνεσή μου, κάποιος ταχυδακτυλουργός πρέπει να με έκοψε στα δύο. Έτσι νιώθω τουλάχιστον. Ας ουρλιάξω λοιπόν! Ισχυρό παυσίπονο η πεθιδίνη, λέει. 

Το μαγικό χαλί τραβιέται προς τα πίσω, προς τον διάδρομο με τις πόρτες, αλλά πάει με την όπισθεν και εγώ πονάω, πονάω, πονάω… Αλλά δεν με νοιάζει! Η άσπρη χήνα με μαλώνει, μου λέει να μη φωνάζω γιατί τους τρόμαξα όλους. 

«Ευχαριστώ για την πληροφορία κυρία χήνα», σκέφτομαι. «Να μου και αν σας τρόμαξα, να μου και αν δεν σας τρόμαξα!» 

Βλέπω τη χήνα και να πράσινα ανθρωπάκια να με κοιτάνε περίεργα, πιθανότατα εξ αιτίας της ακούσιας ρουκέτας και των ουρλιαχτών, λιώνω λίγο περισσότερο μέσα στο χάλι μου και φεύγω πετώντας αγέρωχα προς το ασανσέρ. Μαζί μπαίνουν και οι μάλλον άγγελοι. 

Βγαίνουμε σε έναν άλλο χώρο, λιγότερο φωτεινό, το χαλί παρκάρει δίπλα σε ένα κρεβάτι και κάποιος μου λέει ότι πρέπει να μεταφερθώ. Επιστρατεύω τις υπερφυσικές μου δυνάμεις, με τραβάνε, και μέσα στην κομψότητα εγκαταλείπω το μαγικό μου χαλί μαζί με μια πλεξούδα ορούς, σακουλάκια, παροχετεύσεις και το λώρο του καθετήρα. Το χαλί μου φεύγει τσουλώντας προς την πόρτα. Έχει και ροδάκια και το σπρώχνει ένας κύριος. Με πληγώνει αυτός ο αποχωρισμός… 

Και τώρα στο κρεβάτι. Για πότε βρέθηκα με ρούχα, ένα ωραιότατο, τεράστιο, διχτυωτό βρακί και μια – αυτή ήταν κανονική – νυχτικιά, ούτε που το κατάλαβα. Οι σακούλες με τα διάφορα υγρά που μπαίνουν, ή βγαίνουν από το σώμα μου, ωραία τοποθετημένες τριγύρω, αλλά δεν με νοιάζει. Το μόνο που μπορώ να κουνήσω χωρίς να ουρλιάξω, ή να ξεράσω είναι τα φλέφαρά μου. Τα κλείνω λοιπόν και το κόβω και πάλι στον ύπνο. 


Πέμπτη, 16 Φεβρουαρίου 2017

Το κρέας

Καθόταν εκεί και του χαμογελούσε. Στα μαργαριταρένια δοντάκια της φώλιαζαν άστρα, κι ανοιξιάτικα πουλιά. Φασιανοί. Κάποτε ήταν ένα εντυπωσιακό, καλλίπυγο πτηνό, από αυτά που βλέπει κανείς στις ξεθωριασμένες γκραβούρες που κοσμούν το ηλιόλουστο δωμάτιο του απογευματινού τσαγιού σε ένα μέτριο σπίτι στο Γιορκσάιρ, ή στις ζωγραφισμένες, λεπτεπίλεπτες, κινέζικες πορσελάνες στο σετ κυνηγίου. Πάει όμως! Ένα μπαρουτοκαπνισμένο «μπαμ», και ο καταπράσινος λαιμουδάκος, έγυρε στο δροσερό γρασίδι. Ματαιότης, ματαιοτήτων... 

Οι θεληματικοί της μασητήρες, άλεθαν και πολτοποιούσαν το καλοψημένο φιλετάκι του φασιανού εμβαπτισμένο σε παλαιωμένο, γλυκό κρασί, αρωματισμένο με αποξηραμένο φασκόμηλο, αφρό νεροκάρδαμου και μικροσκοπικές πέρλες καρπουζιού. Η αριστοκρατική της φυσιογνωμία δεν θα είχε δυσκολία να διαχειριστεί το ελάχιστο προβληματάκι της σκληρότητας του κρέατος. Είχε καταφανώς παραψηθεί. Η ροδοκόκκινη εστία που φιλοξενούσε το επαγγελματικό τηγάνι, υπήρξε υπερβολικά ενθουσιώδης, σε αντίθεση με τον καταξιωμένο, πολυβραβευμένο σεφ, που ήταν άκεφος καθώς απόψε βίωνε μια ανεπάντεχη κοιλιακή διαταραχή που τον ανάγκαζε να περνάει αρκετό χρόνο εκτός κουζίνας. 

Το άριστης ποιότητας κρέας ήταν ωστόσο περήφανο τσαρούχι και η εμβληματική της κουφάλα πάντα πρόθυμη να φιλοξενήσει χαρούμενους επισκέπτες, στέκονταν αξιοπρεπώς στο ύψος της απέναντι στην Αυτού Μεγαλιότητα τον τρίτο γιο του έκπτωτου μονάρχη του δουκάτου της Σαβοϊας, όγδοο στην σειρά διαδοχής ενός χρυσοποίκιλτου, υπέρλαμπρου και πολύφερνου θρόνου που έχει πάψει να υφίσταται από το 1973, αλλά εξακολουθούσε να παράγει γοητευτικούς και κοσμικούς διαδόχους. Με κάθε εύγευστη, ευγενική μπουκιά, οι μαριναρισμένες ίνες του ένοχου, πλην ανύποπτου πουλερικού εισέρχονταν βαθύτερα στα πονεμένα της ούλα, προξενώντας της γνησίως αύξουσα ταλαιπωρία. 

Όταν παραδόξως ο πρίγκηψ ξεστόμισε ένα χαριτωμένο αστείο, δεν άντεξε να μην χαμογελάσει και η ίδια και ο σφηνωμένος φασιανός. Το κατάλαβε στο σκοτεινό του βλέμμα που συννέφιασε αμέσως μετά. Διήρκεσε ελάχιστα, αλλά η συμφορά είχε συντελεστεί ανεπίστρεπτα. Το ξάφνιασμα ακολούθησε μια ευγενική δικαιολογία του αριστοκρατικού σφριγηλού οπισθίου, εγκαθιδρυμένου με κόπους και ιδρώτα σε υψηλής απόδοσης μοντέρνο ελλειπτικό μηχάνημα, καθώς ο αναπάντεχα απελευθερωμένος φασιανός κατεδίωξε τον όγδοο διάδοχο, παίρνοντας εκδίκηση για τα αμέτρητα κυνήγια των εκάστοτε αριστοκρατών στους απανταχού φασιανούς.






Φασιανός Αλέκος (1935 )
Βόλτα σχολική, 1982
Χαλκογραφία , 120 x 79 εκ.
Εθνική Πινακοθήκη - Μουσείο Αλέξανδρου Σούτζου

Τρίτη, 31 Ιανουαρίου 2017

Δύο σελίδες

Πέμπτη απόγευμα

Μόλις έλαβα ένα mail από τον δάσκαλο της δημιουργικής γραφής που έλεγε να έχω μαζί μου ένα κείμενο δύο σελίδων στην πρώτη συνάντηση. Με προειδοποίησε να μη φέρω μυθιστόρημα. Ότι το έχω το μυθιστόρημα έτοιμο και το παίζω μετριόφρων και πηγαίνω σε μαθήματα δημιουργικής γραφής για την πλάκα μου… 

Πάντως είμαι πολύ χαρούμενη που επιτέλους θα σπουδάσω τη γραφή. Τη συγγραφή την φαντάζομαι πολύ ρομαντικά. Να κάθομαι σε ένα γραφείο, μπροστά στο παράθυρο με θέα το βουνό φορώντας απαλές φόρμες, με έναν ζεστό καφέ σε απόσταση ενός χεριού, τζαζ μουσική υπόκρουση, κάποιο αρωματικό κεράκι αναμμένο και έξω να βρέχει. Μονότονα! Το τέλειο περιβάλλον, ώστε η έμπνευση να ρέει αβίαστα και οι σελίδες να γεμίζουν η μία μετά την άλλη. Όχι ωραιοποιήσεις, αληθινά πράγματα. Όλα όσα μου μιλάει συνέχεια το κεφάλι μου, να τα γράψω. Αυτό που διαβάζω και χάνομαι, που γίνομαι ένα με τον ήρωα του μυθιστορήματος, θέλω να το αναπαράγω και εγώ. Πρέπει να γίνεται. Νομίζω ότι γίνεται. Γίνεται για μένα εννοώ. 

Το ίδιο ενθουσιασμένη ήμουν και την πρώτη μέρα στο πανεπιστήμιο. Είχα περάσει Φυσική, το όνειρο μου από παιδάκι θα γινόταν πραγματικότητα. Μετά από πολύ κούραση και διάβασμα, ήμουν επιτέλους φοιτήτρια και περίμενα να αρχίσω τα σοβαρά πράγματα επιτέλους. Να δημιουργώ, να μαθαίνω, να διαβάζω το δίχως άλλο. Η σχολή ήταν ένα γιαπί, τη μέρα που επιτέλους έκανα εγγραφή στο πρώτο εργαστήριο και μπερδεύτηκα στους διαδρόμους άνοιξα μια πλαϊνή πόρτα στο κενό και πήδηξα ένα μέτρο πάνω σε ένα καρούλι και μετά στα χώματα από κάτω, ενώ το ημιυπόγειο διαμέρισμα που έμενα στου Ζωγράφου, πλημύρισε 2 φορές τον πρώτο χρόνο – τι γλυκιά ανάμνηση, τι ωραία χρόνια! Οι συνθήκες στη σχολή μου κόψανε τα φτερά. Το ίδιο φοβάμαι ότι θα πάθω και τώρα. Αυτό που τόσο πολύ λαχταράω, το ίδιο πράγμα το φοβάμαι ταυτόχρονα. Το τρέμω! 

Αυτό που με αγχώνει περισσότερο είναι ότι ενώ μπορώ να γράψω ημερολόγιο, μπορώ να μιλήσω σε πρώτο πρόσωπο για μένα, δεν μπορώ να μιλήσω σε τρίτο. Δυσκολεύομαι να μιλήσω για κάποιον άλλο. Είναι μεγάλη ευθύνη να μιλάς εξ ονόματος κάποιου άλλου ανθρώπου. Εδώ οι περισσότεροι άνθρωποι δυσκολεύονται να μιλήσουν για λογαριασμό τους. Δεν θα διατυπώσουν ποτέ αντίρρηση στο αφεντικό, ας πούμε, που θα ζητήσει να φυτρώσουν αύριο στους αγρούς κόκκινες παπαρούνες. Δεν θα τολμήσουν να πουν ότι αυτό δεν γίνεται γιατί απλά δεν είναι Απρίλιος. Δεν θα τολμήσουν να πουν ότι δεν είναι αποκλειστικά δική τους ευθύνη, βασικά είναι ευθύνη μόνο των καιρικών συνθηκών. Ε, σε αυτούς εγώ θα πρέπει να δώσω φωνή. Είμαι υπεύθυνη για τη φωνή που θα βγάλουν. Και αν δεν τους τη δώσω καλά; Και αν είναι πολύ αργά; Και αν το έχω χάσει; Τί τα ‘θελα εγώ αυτά τα δημιουργικά γραψίματα….


Σάββατο πρωί

Περνάω το πρώτο μου σαββατοκύριακο εδώ και μήνες που είναι ελεύθερο. Όλο το μήνα διάβαζα ασταμάτητα και τώρα δεν έχω εργασία να παραδώσω, δεν έχω διάβασμα σημειώσεων, δεν έχω υποχρεώσεις, γκλουπ! Ένα μεθυστικό μείγμα ελευθερίας και ψυχαναγκαστικού συνδρόμου στέρησης καθηκόντων. Και δεν ξέρω τι να πρωτο-κάνω. Να διαβάσω την στοίβα με τα καινούργια μου βιβλία, να πάω για περπάτημα στο βουνό, να δω τους φίλους μου, να πάω σε συναυλία, να πάω για καφέ, να δω ταινία, να πάω θέατρο. Τι να διαλέξω, τι; 

Ωραία, ας καθίσω στον καναπέ να κοιτάζω τα σύννεφα να αλλάζουν σχήματα στον ουρανό και να μην κάνω τίποτα!



Κυριακή βράδυ

Είμαι πτώμα. Δεν έβαλα κώλο κάτω δυο μέρες τώρα. Τα σχέδια της συννεφοσκόπησης ανετράπησαν εύκολα, γιατί είχαν το κέντρο βάρος τους ψηλά. Με το που χτύπησε το τηλέφωνο για πρόταση για έξοδο, έγινα καπνός σαν σκύλος που τον αμολήσανε στο πάρκο μετά από μία εβδομάδα εγκλεισμού. Γιούχου! (τρέξιμο γύρω-γύρω, κατούρημα σε όλα τα δέντρα!) Ευχαριστημένη και ξεθεωμένη κοιτάζω την οθόνη, τον κέρσορα να αναβοσβήνει απειλητικά! Σε ανύποπτες στιγμές, πχ στην τουαλέτα μου έρχονται ένα σωρό πράγματα, ασταμάτητα, αλλά όταν πρέπει να την πιάσω την έμπνευση από τα μαλλιά να γράψω κάτι για άσκηση, τζίφος.

Ξέρεις κάτι; Τι και αν είμαι φοβισμένη, τι και αν δεν μπορώ να ελέγξω τι θα με βρει αύριο, θα επιλέξω αυτό που είναι στο χέρι μου να είναι ο πραγματικός μου εαυτός. Αυτό που έχω στο μυαλό μου θολό και συγκεχυμένο και θέλω να το κάνω πραγματικό. Είμαι έτοιμη για πολλά λάθη. Και σκοπεύω να τα ευχαριστηθώ όλα! Αυτός ο δρόμος είναι εκεί, και ας μην ξέρω που θα με βγάλει και ας μην ξέρω τι μαθήματα θα πάρω, και ας μην ξέρω ποιος ταξιδιώτες θα γνωρίσω. Είναι ένα εισιτήριο σε μια περιπέτεια χωρίς χάρτη σε κάτι καινούργιο και άγνωστο. Είναι λίγο δύσκολο να το αποδεχτώ, ότι δεν ξέρω τίποτα από πριν και ότι θα πρέπει να αφήσω τον έλεγχο και εγώ δεν ξέρω που, ή σε ποιον. Αλλά τελικά υπερισχύει ο ενθουσιασμός! Όπως τότε που από ανυπομονησία δεν κοιμήθηκα το βράδυ πριν πάμε με το Δημοτικό σχολείο εκδρομή στο Μεσολόγγι και τονίζω τις λέξεις Δημοτικό και Μεσολόγγι για να καταδείξω ότι είναι δυνατόν να ενθουσιαστώ πολύ εύκολα. 

Αύριο λοιπόν! Πηγαιμός… 





Παρασκευή, 27 Ιανουαρίου 2017

Μαδριγάλι που γράφτηκε χειμώνα καιρό


Στα μύχια βάθη της θαλάσσης
Στη νύχτα των μακρών δελτίων,
Σαν άλογο που ετρόχαζε αίφνης
Σωπαίνει φρέσκο το όνομά σου


Στους ώμους σου, άχ προστάτεψέ με,
Στα κάτοπτρά σου βγές νυχτέρια
Και φύλλινη μονάξια δώς μου
Από της ράχης την ισκιάδα

Το στόμα σου φιλιά ντυμένο
Και από τους χωρισμούς φευγάτο
Το στόμα δώσε μου το φίνο
Τερπνό λουλούδι της φωταύγειας

Από μακριά πολύ μακριά, από
Λησμόνια σε  λησμόνια οι ράγιες
Μαζί μου μένουν – της βροχούλας
Κραυγή που υφαίνει η εσπέρα η μαύρη

Το μίτο εσύ θα βρείς της νύχτας,
Τη γκαρνταρόμπα της σαν βγάζει
Η αυγή τους ουρανούς με αστέρια
Γιομάτα ανέμους που φτυαρίζουν

Το βλέμμα μου σκεπάζει απούσα
Η σκιά η βαθιά της θύμισής σου
Παρούσα πάλι μου ξεσκίζει
Στα στήθη την γυμνή καρδιά μου

                                    Madrigal escrito en invierno
                                    P. Neruda






Τετάρτη, 18 Ιανουαρίου 2017

Η απατηλή λάμψη της κανονικότητας

Χτυπάει η καρδιά μου ακανόνιστα, πεταρίζει το στήθος μου στη μέση του στέρνου. Σηκώνομαι και πίνω λίγο νερό και κατεβάζω μερικά φουντούνια. Το συναίσθημα παραμένει εκεί. Κάτι πεταρίζει κάτω από την μπλούζα μου και έχω πανικοβληθεί. Όλα φαίνονται να πηγαίνουν σκατά και όλα βγαίνουν εκτός ελέγχου. Έναν έλεγχο που όταν κινείσαι πάνω σε παγοπέδιλα σε μια ολισθηρή πλαγιά ξέρεις ότι κινδυνεύεις ανά πάσα στιγμή να χάσεις.

Παραγγέλνω ένα διπλό με πάγο, στο μπαρ το ναυάγιο. Και κοιτάζω πίσω τη ζωή μου. Πώς ξεκίνησε σαν Θούριος και πως κατέληξε μοιρολόι. Εντάξει, δεν κατέληξε ακόμα, αλλά τη στιγμή που τσουλάς με τα μούτρα στον πάγο, ροβολώντας την πλαγιά, δεν ελπίζεις να την γλιτώσεις. 

Η διάγνωση είναι, βάλε ότι θέλεις. Η στιγμή που βλέπεις ένα τοίχος από δάχτυλα ορθωμένα απέναντί σου και στο καθένα κρέμεται και μια ταμπέλα, απειλητική, βίαιη. Μία διάγνωση, που άπαξ και στη βγάλανε, πάει…, είσαι Αυτό και τέλειωσε! Μια αλήθεια. 

Και τι είναι αλήθεια στην τελική. Αλήθεια είναι μια εικόνα έτοιμη. Μακιγιάζ σωστό. Φιλάκια στην κάμερα. Είμαστε εντάξει. Όλα περιστρέφονται γύρω από γνώριμες τροχιές. Χρόνος μπαίνει χρόνος βγαίνει, δεν αλλάζει τίποτα. Η απατηλή λάμψη της κανονικότητας. Αλήθεια είναι τα βολικά ψέματα που λέμε στον εαυτό μας.

Πήρα ένα στοίχημα. Να θυσιάσω το «καλό κορίτσι» για να βρω το πραγματικό κορίτσι. Τέρμα τα βολικά ψέματα. Στα σκοτεινά νερά κολυμπάνε και άγνωστα πλάσματα. Είναι ένα πραγματικά ολισθηρό ταξίδι. Αυτή τη στιγμή καθώς σέρνομαι με τα μούτρα πάνω στον κοφτερό πάγο έχω αρχίσει να αμφισβητώ αυτή την επιλογή να μην καθίσω στα καλά αυγά μου και να θέλω να ζήσω μια αυθεντική ζωή. Γιατί καλό είναι να το παίζεις μαγκάκι και αυθεντική μέσα στην ασφάλεια και τη σιγουριά της απατηλής λάμψης της κανονικότητας και άλλο να σε δείχνουν με το δάχτυλο όλοι όσοι έχουν εξουσία πάνω σου. Όσοι (νομίζουν ότι) μπορούν να σε βλάψουν. 

Αλλά αυτή είναι μια και μοναδική ζωή. Έχω έναν και μοναδικό εαυτό, θέλω τουλάχιστον να τον μάθω. Αν δεν μάθω τίποτα άλλο από αυτόν τον κόσμο, ας δω μια φορά τον εαυτό μου, μέσα από τα δικά μου μάτια.