Πέμπτη, 31 Δεκεμβρίου 2015

Το βέλος του χρόνου

Καθώς περνάω μια χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις μέρα στην δουλειά, βλέποντας τούφες χιόνι να πέφτουν στα δέντρα έξω από το γραφείο (Φεσχιόνης: μανιώδης μπανιστιρτζής που πέφτει στα παραθυράκια) και πίνοντας φυσικά καφέ, στην ζεσταμένη πορσελάνινη κούπα μου με τον Τρελαντώνη, παίρνω μια βαθιά ανάσα και ανακουφισμένη και σκέφτομαι την χρονιά που πέρασε...

Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο γραφείο



Αν κάποιος πέρισυ τέτοια μέρα (είχα φιλοξενούμενους στο σπίτι, μαγείρεψα για 10 άτομα) μου έλεγε ότι θα ήταν τόσο σημαντικό το 2015, δεν θα τον πίστευα!



Δεν ήταν εύκολη χρονιά, κάθε άλλο. Ήταν όμως μια χρονιά που προχώρησα ως άτομο πάρα πολύ και έλυσα εκρρεμότητες πολλών χρόνων. Μετά από έναν μεγάλο αγώνα αντοχής και σωματικό και νευρικό, και ένα σπριντ στο τέλος, πήρα πτυχίο μετά από 18 χρόνια! Είχα παρατήσει τη σχολή επί 10 χρόνια και όταν επέστρεψα σε αυτή τον Φλεβάρη του 2010, χρωστώντας 25 μαθήματα και μια πτυχιακή, δεν πίστευα ποτέ ότι θα ήταν δυνατόν τελικώς να πάρω πτυχίο. Ένα, ένα μάθημα τη φορά, με επιμονή, πολύ διάβασμα και ξενύχτια, φοβερή υποστήριξη από τους δικούς μου ανθρώπους, χάνοντας άπειρες φορές την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, αλλά και βρίσκοντας την και πάλι στην γνώση, έχοντας μάθει τόσα πολλά, τελικώς κατάφερα να ολοκληρώσω τις σπουδές μου. Όλοι μου λένε ότι έκανα έναν άθλο, και μάλλον έχουν δίκαιο, αλλά εγώ αδυνατώ να το καταλάβω. Αυτό που μπορώ να νιώσω είναι ότι για μένα ήταν ένα μεγάλο βάρος που άρθηκε και εκτινάχθηκα με ταχύτητα στον ουρανό. 

Χρωστώ βαθιά ευγνωμοσύνη στον άνθρωπο που με ενέπνευσε, που πίστεψε σε μένα όταν εγώ δεν πίστευα. Που είδε σε μένα, πράγματα που εγώ δεν μπορούσα να δω. Που απορρούσα για το πως είναι δυνατόν να με δέχεται όπως ακριβώς είμαι. Που σήμερα δεν βρίσκεται σε αυτό τον κόσμο, περιορισμένος από τις 3 διαστάσεις, αλλά που είμαι σίγουρη ότι είναι περήφανος για μένα, όπως ήμουν εγώ περήφανη για εκείνον. Φέτος ήταν η χρονιά που αποδέχτηκα την εκδημία του. Όποια και αν είναι η απόσταση, η αγάπη την φτάνει. 

Έκανα πτυχιακή εργασία πάνω σε ένα θέμα που με απασχολεί ιδιαίτερα που είναι ο Χρόνος και που με τον επιβλέποντα μου, προσπάθησα να ψηλαφήσω την φύση του και την απαρχή του. Εννοείται ότι ο Χρόνος δεν περίμενε εμένα για να μου αποκαλύψει τα μυστικά του, αλλά εγώ τον περίμενα για να βρω τί σημαίνει για μένα. Ω, Θεέ μου, πόσα έμαθα! 



Το άλλο μεγάλο δώρο του πτυχίου ήταν ότι ξαναθυμήθηκα πόσο πολύ μου αρέσει η Φυσική γενικά και η Αστρονομία ειδικότερα. Και εκεί που ούτε το περίμενα, ούτε το είδα καν να έρχεται, απλά είπα ναι, και βρέθηκα μέρος ενός φοιτητικού project για εκλαϊκευση της Αστρονομίας και Αστροφυσικής (spacegates.wordpress.com) που μου έδειξε πως είναι δυνατόν άτομα με συγκεκριμένο ενδιαφέρον, και – γιατί να το κρύψουμε άλωστε – πάθος, να συνεργάζονται και να περνάνε ωραία μαθαίνοντας. I am all in, τέτοια δώσε μου και πάρ’ μου την ψυχή. Και εδώ γνώρισα ανθρώπους που με επηρέασαν με τρόπους που δεν θεωρούσα ποτέ δυνατούς. Έχουμε έναν εξαιρετικό καθηγητή, που με επιμονή και διακριτικότητα μας υποδεικνύει τρόπους να συνεργαζόμαστε. Που ενθαρρύνει την πρωτοβουλία και την ατομική έκφραση. Η αλληλεπίδραση μαζί του με γεμίζει, με μαθαίνει, με κάνει να αισθάνομαι σίγουρη για τον εαυτό μου και τις επιλογές μου. Τον θαυμάζω, τον ζηλεύω και παίρνω μεγάλα μαθήματα ηγεσίας από εκείνον! Επίσης ο συντονιστής του αστεροσκοπείου που ακτινοβολεί το ότι ζει για αυτό που κάνει. Είναι ένας άνθρωπος που όταν τον βλέπεις λες «να κάποιος που ζεί το όνειρό του». Θα το ήθελα και εγώ αυτό στη ζωή μου.



Και τα υπόλοιπα παιδιά ο καθένας με την προσωπικότητά του μου έχουν δείξει το θαύμα της συνεργασίας. Διαφορετικοί άνθρωποι, εντελώς διαφορετικοί, φυσικά με εγωισμούς και πάθη, αλλά αυτό είναι που κάνει τους ανθρώπους, ανθρώπους. Διαφορετικά θα ήμασταν ξενέρωτα αγάλματα σε κάποιο μουσείο. Δεν ξέρω πως μπορώ να αναφερθώ στον καθένα, χωρίς να πω ονόματα. Με μερικούς είμαστε πιο κοντά από ότι με κάποιους άλλους, όπως με την τρελή, λέω ότι μου έρχεται στο μυαλό, βάζω την λογική πάνω από τα πάντα, είμαι πολύ έξυπνη, αλλά δεν πολυγουστάρω τα συναισθήματα (εσύ χάνεις), ξανθή, γαλανομάτα τσούπρα. Την είχα αντιπαθήσει από την πρώτη στιγμή που την είδα! Τώρα τί έγινε στην πορεία και συμπαθηθήκαμε, δεν ξέρω. Είναι μάλλον επειδή είμαι πολύ καλός άνθρωπος (sarcasm). Η αφοσιωμένη και πάντα παρούσα Καλαματιανή, για το γέλιο που έχουμε ρίξει, για την συνέπειά της. Ο Ροδίτης γίγαντας που προσφέρει απλόκαρδα τις υπηρεσίες του, στο blog και στο αστερσκοπείο. Μια κοπέλα χαμηλών τόνων, σοβαρή και πάντα εμβριθής. Και όλοι οι υπόλοιποι. 



Και κάπως έτσι άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως εγώ και το Πανεπιστήμιο να μην έχουμε τελειώσει ακόμα και βρέθηκα να ξεκινώ το μεταπτυχιακό μου, και να μπλέκομαι σε παρακολουθήσεις, εργασίες, ξενύχτια και ατελείωτα διαβάσματα και να μην ξεχάσω το πάντα γνώριμο συναίσθημα «δεν είμαι αρκετά καλή, μαστίγωμα-μαστίγωμα». (Ναι, αγαπητέ, τελειομανή αναγνώστη, όλοι στο ίδιο τσουκάλι βράζουμε). Σε αυτή τη διαδικασία γνώρισα ακόμα περισσότερους ανθρώπους καθηγητές, μεταδιδακτορικούς, διδακτορικούς και συμφοιτητές, μαθαίνοντας από τον καθένα κάτι καινούργιο. Δεν γίνεται να τους περιγράψω, χωρίς ονόματα, γαμώτο. Όσο νομίζω ότι ως εδώ πάει, είμαι γεμάτη, κάτι γίνεται και βιώνω ένα νέο μάθημα. Αυτό σημαίνει ότι πλέον βρίσκομαι εντός ενός πεδίου που αλληλεπιδρά με την δική μου επιδεκτικότητα και κάπως έτσι αρχίζω να καταλαβαίνω τί νιώθουν τα μαγνητικά δίπολα. 


Die Pause dazwischen - photo Tom Baecker


Επαναλαμβάνω, τα πράγματα στην ζωή μου δεν είναι ρόδινα. Μόλις πλήρωσα τον ΕΝΦΙΑ και τα τέλη κυκλοφορίας, χρειάστηκε να δουλεύω όλη αυτή την εβδομάδα, με αποτέλεσμα να μην έχω ξεκουραστεί καθόλου και τα νεύρα μου να είναι κορδέλες. Ωστόσο επιλέγω να βγάζω ένα μάθημα από κάθε βίωμα και να το χρησιμοποιώ κάπου αλλού στη ζωή μου. Η δουλειά μου που για μένα παλιότερα ήταν έκφραση και δημιουργία, για πάρα πολλούς λόγους δεν είναι πλέον. Ήταν μια συνειδητοποίηση και ένα πένθος από το οποίο διήλθα το 2015. Βίωσα την αλλαγή και έμαθα από αυτή. Ίσως για μένα ο προσδιορισμός μου, μέσα από την δουλειά μου να ήταν ένα δεκανίκι που είχα ανάγκη να μου αφαιρεθεί για να καταλάβω ότι μπορώ να περπατάω και μόνη μου. Φοβόμουν να το πετάξω μόνη μου. Άλλο ένα δώρο του 2015. Ανακάλυψα ότι δεν είμαι αυτά που κάνω, είμαι αυτά που είμαι! Και κινδυνεύοντας να ακουστώ επηρμένη, τολμώ να παραδεχτώ ότι μου αρέσει αυτό που είμαι...




Και φυσικά υπάρχουν και οι σημαντικοί άνθρωποι από τα πρόσφατα και τα πολύ παλιά χρόνια. Οι φίλοι μου και η οικογένεια. Στυλοβάτες στη ζωή μου. Η περιουσία μου.

Μια παραμονή πρωτοχρονιάς κάποια χρόνια πριν, παίζοντας 31 στα χαρτιά, τράβηξα από 23 και είπα της «μάνας» «Δώσε μου ένα εννιάρι» (ολοκληρώματα λύνουμε με κλειστά τα μάτια, απλή αριθμητική μεσάνυχτα) Ε, και μου ήρθε εννιάρι και κάηκα! Και όπως το διατύπωσε λιτά ο αδερφός μου, να μην εύχεσαι αυτό που επιθυμείς, αλλά αυτό που χρειάζεσαι. Νομίζω αυτή ήταν η ευχή μου για το 2015 και κοίτα να δεις, που πραγματοποιήθηκε!

Και κάπου εδώ θα σταματήσω την ανασκόπηση του 2015, ενός δύσκολου, υπέροχου, πολύτιμου δώρου. Το δώρο του χρόνου τελικά δεν νομίζω ότι είναι η άπιαστη ευτυχία, αλλά η ικανότητα να είσαι ολόκληρος στο παρόν στη ζωή σου την κάθε στιγμή.





Σας εύχομαι το 2016 να είναι ένα υπέροχο ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο!




Φοίβος Δεληβοριάς - Και του χρόνου


Τετάρτη, 30 Δεκεμβρίου 2015

Εγώ και ο καφές

Έχω πιει τόσο καφέ, που αυτή τη στιγμή δεν θέλω άλλο! Το λες και ένα μικρό θαύμα αυτό.




Η σχέση μου με τον καφέ πηγαίνει πίσω στα παιδικά μου χρόνια όταν η γιαγιά μου που έπινε ελληνικό, γλυκύ βραστό στην βεράντα του σπιτιού της, μου βούταγε κομματάκια ψωμί και μου τα έδινε. Τρελαινόμουνα! Έγλυφα τα χείλια μου και έτρεχα - ίσως με υπερβολικό ενθουσιασμό - πίσω στην κούνια που είχε κρεμάσει ο παππούς στην μουριά.

Έφηβη πλέον, έκανα και εγώ την επανάστασή μου και αντί για ελληνικό άρχισα να πίνω νες καφέ. Ως εκεί έφτανε η πρόοδος στο μικρό μου χωριουδάκι. Την καφετιέρα με το φίλτρο την έμαθα πολυυυυύ αργότερα. Μαζευόμασταν λοιπόν στο σπίτι μου, ή στης φίλης μου της Νατάσας και με υπομονή χτυπάγαμε με το κουταλάκι τον νες, μέχρι να ασπρίσει και να αφρίσει και ρίχναμε το καυτό νερό, και "μεγάλες" πια συζητάγαμε τα θέματά μας, πίνοντας καφέ! Πολύ μεγάλες. Ακόμα θυμάμαι ότι στην δική μου κούπα είχε επάνω ένα φυστικί δεινοσαυράκι, που το έλεγα Σπούτνικ. Από μικρή με ενδιέφερε το διάστημα, το παραδέχομαι. Και επειδή με το άφρισμα το μείγμα κρύωνε, έριχνα καυτό νερό και όχι απλά ζεστό για να έχω καυτό ρόφημα, που θα μου βγάζει φουσκάλες στη γλώσσα, γεμάτες θαλπωρή. 

Μάλιστα ένα απόγευμα του Ιούλη, ήμουν με την ξαδερφή μου στην Λαμία και είπαμε να ανέβουμε στον Αγ. Λουκά για καφέ. Όσοι ξέρουν την Λαμία, ξέρουν ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να βρίσκεσαι εκεί απόγευμα Ιούλη, γιατί σκάει ο τζίτζικας, αλλά για κάποιο λόγο ήμασταν και μάλιστα ανεβήκαμε υπομονετικά την ανηφόρα από την Πλατεία Πάρκου στην Πλατεία Διάκου και με πείσμα όλα τα σκαλιά από την Πλατεία Διάκου ως τον Αγ. Λουκά και καθίσαμε επιτέλους στην καφετέρια, επαναλαμβάνω σαν μεγάλες, για να πιούμε τον καφέ μας, να δροσιστούμε. Σκασμένες παραγγέλνουμε τον νες και στο διπλανό τραπέζι κάθονται δυο αγόρια που τους ακούω καθαρά να παραγγέλνουν αναψυκτικά. Πιάνουμε την κουβέντα με την ξαδέρφη μου για τα φροντιστήρια, και πραγματικά δεν θυμάμαι για τί άλλο, ώσπου βλέπω από μακριά να έρχεται ο σερβιτόρος με τον δίσκο. Βλέπω επάνω αναψυκτικά, αλλά δεν βλέπω ποτήρια με καφέ και καλαμάκια. Με ζώνουν τα φίδια. Αρχίζω να υποπτεύομαι την γκάφα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα επιβεβαιώνονται οι φόβοι μου. Μας έχει έρθει ζεστός καφές, κατα-καλοκαιριάτικα. Βέβαια τους είχαμε πληρώσει και έτσι, αφρίζει, ξα-φρίζει τους ήπιαμε (όντως), αλλά βγάλαμε την μπέμπελη και από τότε έμαθα, ότι αν θέλω κρύο καφέ με παγάκια τον ζητάω ΦΡΑΠΕ, αδερφάκι μου. 

Το χειμώνα ο Φίλης, το παντοπωλείο της πλατείας του χωριού, έφερε καπουτσίνο σε φακελάκια. Πολλοί θα με λυπηθείτε για αυτό: η έξοδος του Σαββάτου ήταν να πάμε όλες οι φίλες στην πλατεία, να αγοράσουμε φακελάκια και να μαζευτούμε σε κάποιο σπίτι να πιούμε τον καπουτσίνο μας. 

Αργότερα ανακάλυψα τον καφέ φίλτρου και είδαν οι οφθαλμοί μου το φως! Ωωωωω, μιλάμε για την αμβροσία. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, οι φίλες μου μου κάνανε δώρο μια καφετιέρα φίλτρου, την οποία και είχα στα χέρια μου όταν μπήκα για πρώτη φορά στο διαμέρισμά μου, ένα ημιυπόγειο στην Μυκόνου, στου Ζωγράφου. Αθάνατη αυτή η καφετιέρα! Πέρισυ χάλασε, και φέτος πήρα πτυχίο! Με τα χρόνια έγινα προσεκτική και εκλεκτική. Μεγάλη ανακάλυψη ήταν ένας καφέ latte που ήπια το 2006 στην Αμερική και την αμαρτία μου θα την πω, μου αρέσει ο coffee nut latte των Starbucks, με τη μισή όμως σαντιγί για να μην είναι λιγουριάρικος. 

Σιγά σιγά έχω αναπτύξει μικρές, χαριτωμένες παραξενιές. Θέλω η κούπα μου να είναι ζεστή πριν ρίξω μέσα τον καφέ για να μείνει ζεστός πολύ ώρα. Σε κάποιο καφέ ζήτησα στο ταμείο να μου ζεστάνουν την κούπα και με κοιτούσαν σαν εξωγήινη, αλλά ο barista αμέσως έβαλε καυτό νερό και όταν άρχισα να του εξηγώ για την θερμοχωρητικότητα, γυρίζει και μου λέει "μηχανολόγος μηχανικός του πολυτεχνείου είμαι κοπελιά, έχουμε κάνει διάδοση θερμότητας 1, 2 και 3!" Κατάπια τη γλώσσα μου εγώ. Και αυτό είναι ένα ζωντανό παράδειγμα της εφαρμογής των γνώσεων στην υπηρεσία του καπιταλισμού. 

Τώρα που το θυμάμαι είχα περάσει και ένα εξάμηνο που τον είχα κόψει εντελώς, μάλλον κάποια άγνωστη αρρώστια περνούσα, (κρίση προσωπικότητας ίσως;) αλλά για καλή μου τύχη η δασκάλα των Γερμανικών μου σέρβιρε στο μάθημα έναν καταπληκτικό καφέ που ήταν αδύνατον να αγνοήσω και έτσι ξεκίνησα να πίνω ένα φλιτζάνι την εβδομάδα με την επίσης καταπληκτική μηλόπιτα που σύντομα οδήγησε σε δεύτερο, ε και μετά η κατρακύλα δεν είχε πάτο. 



Σήμερα συνδυάζω τον καφέ, πάντα σε ζεσταμένη κούπα, με την απόλαυση του διαβάσματος, με την χαλάρωση ένα βροχερό απόγευμα στον καναπέ, και με το ατελείωτο διάβασμα. Μια κούπα στο γραφείου μου, εγγυάται την πνευματική μου διαύγεια και την απόδοση τις ατελείωτες ώρες του διαβάσματος. Θέλω καφέ, ακόμα και όταν πίνω καφέ. Ένας διπλός ελληνικός βαρύς με ολίγη, ή ένα καπουτσίνο λάττε σκέτο, ή ένας γαλλικός μέτριος με γάλα είναι ικανοί να μου κάνουν παρέα, να μου δυναμώσουν το ηθικό, ώστε να αντιμετωπίσω απανωτές υποχρεώσεις. 

Σάββατο, 26 Δεκεμβρίου 2015

Θέλω

Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις.
Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές.
Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις.
Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι ν΄αποφασίζεις για μένα. 
Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις. 
Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σ' εμένα.
Θέλω να μ' αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ.
Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις.
Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι. 
Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα. 
Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις.
Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν.
Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις.
Θέλω να ξέρεις... πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου...
Χωρίς όρους.


Χόρχε Μπουκάι
Γράμματα στην Κλαούντια




















Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2015

Ο Χριστός φέτος γεννάται δίπλα σε ένα φράχτη στην Ειδομένη

Σκέψεις πάνω στα καθίσματα του όρθρου των Χριστουγέννων. Μια ιστορία δύο χιλιάδων ετών.


Στον όρθρο των Χριστουγέννων ο μελωδός μας προτρέπει "Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός[1]". 

Γεννήθηκε σε μια βραχώδη ακτή, λίγα λεπτά αφού η μάνα του βγήκε από το παγωμένο νερό, από μια πλαστική βάρκα. Γεννήθηκε σε ένα φράχτη στην Ειδομένη, χωρίς να έχει τίποτα για να ζεσταθεί. Κάθε φορά, γεννιέται σε ένα κρύο σπήλαιο.

Οι γονείς Του, έφυγαν κυνηγημένοι, άρον άρον για να σώσουν τη ζωή τους και τη ζωή Του (κάθε) Παιδίου από τη δολοφονική μανία αυτών που δεν μπορούν να καταλάβουν ότι κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο είναι ένας μικρός θεός και ότι η ζωή του αξίζει τόσο, όσο και όλων των άλλων. Ότι έχει δικαίωμα να ζήσει και να μεγαλώσει. Τότε η Αίγυπτος ήταν ασφαλής. Για τον Χριστό σήμερα, δεν υπάρχει μέρος που να είναι ευπρόσδεκτος. Μυστήριο ξένο! Ο αχώρητος παντί, όντως δεν χωράει σε καμία χώρα!



Η Παναγία και ο Ιωσήφ ήταν ένα ζευγάρι από τη Μέση Ανατολή που ζητούσε απεγνωσμένα καταφύγιο. Και εμείς το γιορτάζουμε αυτό κάθε χρόνο. Και θυμόμαστε το γεγονός. Θυμόμαστε το πως δεν έβρισκαν καταφύγιο πουθενά, δεν μπορούμε να καταλάβουμε πώς τους έδιωχναν όλοι. Κλαίμε, οδυρόμαστε. Αν ήταν σε μας, τότε οπωσδήποτε θα ανοίγαμε το σπίτι μας, θα βάζαμε τον Χριστούλη να γεννηθεί στα ζεστά. Τον Χριστούλη που είναι καθαρός και λευκός και μυρίζει ωραία. Μα, μετά από εβδομάδες ταξίδι μακριά από το σπίτι, θα ήταν σίγουρα βρώμικοι και δεν θα μύριζαν αγιόκλημα. Θα τους ανοίγαμε αν ήταν μελαμψοί και βρώμικοι και άγνωστοι; Τους ανοίγουμε τώρα που είναι μελαμψοί και βρώμικοι και άγνωστοι;

Τότε Τον περίμεναν βασιλιά και τους ήρθε πάνω σε ένα γαϊδουράκι. Και εμείς δεν μάθαμε τίποτα από τότε. Τον περίμεναν σε παλάτι και γεννήθηκε σε μια σπηλιά. Δεν είναι να μας προκαλεί εντύπωση το ότι τη Γέννηση του Θεού προσκύνησαν μόνο λίγοι ταπεινοί βοσκοί. Κανένας άλλον δεν τον καταδέχτηκε. Θλιβερό, αλλά αληθινό. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και σήμερα... 

Μια φωνή: "εφ' όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε[2]"



Καθίσματα τοῦ Ὄρθρου τῶν Χριστουγέννων - Χορὸς Ψαλτῶν Πρεβέζης



Κάθισμα Ἦχος δ’

Κατεπλάγη Ἰωσὴφ

Δεῦτε ἴδωμεν πιστοί, ποῦ ἐγεννήθη ὁ Χριστός, ἀκολουθήσωμεν λοιπὸν ἔνθα ὁδεύει ὁ ἀστήρ, μετὰ τῶν Μάγων Ἀνατολῆς τῶν Βασιλέων. Ἄγγελοι ὑμνοῦσιν, ἀκαταπαύστως ἐκεῖ. Ποιμένες ἀγραυλοῦσιν, ᾠδὴν ἐπάξιον. Δόξα ἐν ὑψίστοις λέγοντες, τῷ σήμερον ἐν Σπηλαίῳ τεχθέντι, ἐκ τῆς Παρθένου, καὶ Θεοτόκου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας. (Δίς)

Κάθισμα ὅμοιον

Τὶ θαυμάζεις Μαριάμ; τὶ ἐκθαμβεῖσαι τῷ ἐν σοὶ; Ὅτι ἄχρονον Υἱόν, χρόνῳ ἐγέννησα φησί, τοῦ τικτομένου τὴν σύλληψιν μὴ διδαχθεῖσα. Ἄνανδρος εἰμί, καὶ πῶς τέξω Υἱόν; ἄσπορον γονὴν τὶς ἑώρακεν; ὅπου Θεὸς δὲ βούλεται, νικᾶται φύσεως τάξις, ὡς γέγραπται. Χριστὸς ἐτέχθη, ἐκ τῆς Παρθένου, ἐν Βηθλεὲμ τῆς Ἰουδαίας. (Δίς)


Κάθισμα ὅμοιον

Ὁ ἀχώρητος παντί, πῶς ἐχωρήθη ἐν γαστρὶ; ὁ ἐν κόλποις τοῦ Πατρός, πῶς ἐν ἀγκάλαις τῆς Μητρός; πάντως ὡς οἶδεν ὡς ἠθέλησε καὶ ὡς ηὐδόκησεν· ἄσαρκος γὰρ ὢν, ἐσαρκώθη ἑκών· καὶ γέγονεν ὁ Ὢν ὃ οὐκ ἦν δι’ ἡμᾶς· καὶ μὴ ἐκστὰς τῆς φύσεως, μετέσχε τοῦ ἡμετέρου φυράματος. Διπλοῦς ἐτέχθη, Χριστὸς τὸν ἄνω, κόσμον θέλων ἀναπληρῶσαι. (Δίς)






[1] Καθίσματα του Όρθρου των Χριστουγέννων, ήχος δ´ σκληρὸς χρωματικὸς 


[2] Ευαγγέλιο Κυριακής των Αποκρεώ, Ματθ. κε', 45

Σάββατο, 19 Δεκεμβρίου 2015

Αποκοιμήθηκα

Σήμερα ήταν το πρώτο Σάββατο πρωί από τον Οκτώβριο που δεν είχα να ξυπνήσω στις 7 το πρωί. Και το γιόρτασα δεόντως. Ξύπνησα στις 11 και, έφαγα πρωινό, ήπια ένα τριπλό καφέ και μετά έκλεισα τα ματάκια μου γλυκά- γλυκά και κοιμήθηκα άλλες τέσσερις ώρες. 



Αποκοιμήθηκα - Στράτος Διονυσίου 

Και τώρα αντί να κάνω την εργασία για την ηλιακή σταθερά και το φάσμα, για να κάνω αύριο την εργασία για τη φυσική πλάσματος, που πρέπει να παραδοθούν και οι δύο πριν τις γιορτές, χαζολογάω. Έτσι που το πάνε φέτος, με βλέπω άθεη. 

Κατ' αρχάς δεν έχω σταματήσει να παραδίδω εργασίες. Κατά δεύτερον δεν έχει γίνει ακόμα συζήτηση στην δουλειά αν θα πάρουμε άδεια. Έχω κρατημένη μια εβδομάδα άδειας και ακόμα δεν έχει γίνει συζήτηση. Βέβαια αν δεν την πάρω, θα πρέπει να την πληρωθώ (γέλια). Επίσης φέτος για πρώτη φορά δεν έχουμε πάρει ακόμα δώρο Χριστουγέννων...


Hey Santa, pass us the bottle! Will you?

Προχτές, είχα πάει το πρωί σχολή, μετά δουλειά και μετά πάλευα να κάνω φωτομετρία με ένα πρόγραμμα που τώρα μαθαίνω και που σχεδόν ποτέ δεν μου δουλεύει, και το βράδυ γύρισα σπίτι θυμωμένη και α-πελ-πι-σμέ-νη. Ευτυχώς ήρθε απρογραμμάτιστα μια από τις καλύτερες φίλες μου, φουντούνια φέρουσα, και τα φάγαμε τσουγκρίζοντας το οινό-πνευμα των Χριστουγέννων, και λίγο η κουβέντα, λίγο η βότκα, μαλάκωσε λίγο η ψυχή μου, δίπλα από το δέντρο που στόλισα με το ζόρι, μπας και καταφέρω (μάταια) να εκβιάσω την εορταστική μου διάθεση, ενώ άκουγα Ιαπωνέζικη ποπ. Και στο παράθυρο έφεγγε ξαπλωμένο προς τη Δύση ένα μικρό φεγγαράκι.. 




Οπότε σε γενικές γραμμές δεν έχω βρει Χριστουγεννιάτικη διάθεση. Η αλήθεια είναι ότι τα Χριστούγεννα είναι η "γιορτής της αγάπης". Και φυσικά οι άνθρωποι αγαπάνε/με τα δώρα, τα λεφτά, τα καινούργια ρούχα. Το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων άλλωστε (not!) τα φωτάκια, τα τραγούδια με κουδουνάκια, όταν γύρω μας πνίγονται άνθρωποι, ράβουν τα στόματά τους, τους ξαλαφρώνουν από τα πολύτιμα τους αντικείμενα, αυτοί που τους βομβαρδίζουν. Και τρομάζω με την ιδέα ότι χριστιανοί κλειδαμπαρώνονται στα σπίτια τους και τους φοβίζουν οικογένειες ξεριζωμένων, ανήμπορων ανθρώπων. Ξεχνάμε ότι τα Χριστούγεννα είναι γιορτή για τον Ιωσήφ και την ετοιμόγεννη Παναγία, ένα ζευγάρι από τη Μ. Ανατολή, που έψαχναν απεγνωσμένα για καταφύγιο.






Τετάρτη, 9 Δεκεμβρίου 2015

Άυπνη στο Χολαργό

Κάθομαι στον καναπέ και φταρνίζομαι πάνω από ένα ποτήρι ζεστό gluhwein, κόκκινο κρασί με μπαχαρικά. Τον τελευταίο μήνα είμαι με 4 ώρες ύπνο ημερησίως το μέγιστο. Εκεί που είμαι κομμάτια και θέλω να κοιμηθώ, παθαίνω μια ακατανόητη διαύγεια και το ρίχνω στο διάβασμα. Όμως σήμερα γύρισα σπίτι αργά το απόγευμα και κατέρρευσα. Ήμουν ζαλισμένη μέρες τώρα και σήμερα απλά γύρισα και έχασα συνείδηση για μερικές ώρες. Οπότε αναγκάστηκα να χαρίσω στον εαυτό μου σήμερα ένα βράδυ χωρίς διάβασμα. Για να ξεκουράσω λιγάκι το μυαλό μου. Γιατί ξεκίνησα να γράφω; Α ναι, 


Γυρίζοντας το απόγευμα από την σχολή έπιασε το μάτι μου στην άκρη του δρόμου δεξιά έναν κύριο να τραβάει φωτογραφία κάπου ψηλά. Κοίταξα και είδα στον τρίτο όροφο ένα μπαλκόνι με φωτάκια. Χρωματιστά φωτάκια. ΤΟ υπερθέαμα! ΤΟ τεχνικολόρ! Άσχετα από το αν μου άρεσε αυτό που είδα, ή (φυσικά) δεν μου άρεσε, δεν υπήρχε περίπτωση ούσα στον δρόμο να κοιτάξω σε τρίτο όροφο. Και μου γεννάται η απορία: Γιατί κάποιος να στολίσει το μπαλκόνι του με φωτάκια; Γιατί να φάει χρόνο να κάνει φιγούρα σε ανθρώπους που δεν νοιάζονται; 

Το σαλόνι, το δέντρο (σαν τη νύφη στολισμένο, φουντωτό, καμαρωτό), το καταλαβαίνω. Αλλά το μπαλκόνι, γιατί; ΓΙΑΤΙ; 

Επειδή δεν έχω πολλές αντοχές και όπου να 'ναι θα πέσω να κοιμηθώ με ενθουσιασμό και μπρίο,  μαι πόιντ ίζ ότι όλη αυτή η εορταστική διακόσμηση που απευθύνεται σε ανθρώπους έξω από το σπίτι κάποιου είναι απολύτως περιττή. Κανένας δεν δίνει δεκάρα.  

Καληνύχτα! 







Πέμπτη, 12 Νοεμβρίου 2015

Μικρές νησίδες χαράς

Τί άλλο μπορεί να είναι η ζωή, αν όχι τέχνη; 


Μήπως είναι συνήθεια; Ρουτίνα; Φόροι; Θλίψεις, αρρώστιες; 

Μήπως είναι η μυρωδιά του ζεστού καφέ, έστω και σε μια έντονη μέρα στο γραφείο;

Εκεί που ζορίζεσαι και λες θα σπάσεις, πέφτει πάνω στο πρόσωπο σου μια ηλιαχτίδα και παίρνεις δύναμη. Εκεί που είσαι χαρούμενος και δεν βλέπεις κανένα σύννεφο στην πορεία σου, ανοίγει ο δρόμος και χώνεσαι σε μια λακούβα μέχρι το λαιμό. Μαζί πηγαίνει η χαρά, με τη λύπη, το γέλιο και το δάκρυ. Και σιγά την σοφία δηλαδή.

Μικρές νησίδες χαράς είναι που κάνουν τη ζωή όμορφη.

Όπως τη μέρα που ήρθαν φίλοι μου σπίτι να γιορτάσουμε. Τους είχα τάξει από το καλοκαίρι και μακαρονάδα και ήταν μιας πρώτης τάξης ευκαιρία να βρεθούμε. 

Γενικά με τις δουλειές του σπιτιού δεν είμαι και πολύ φανατική. Δεν είναι το δυνατό μου σημείο. Κάνω τα απολύτως απαραίτητα και πραγματικά πλέον το έχω απενοχοποιήσει πλήρως. Αυτό αλλάζει όταν πρόκειται για τους φίλους μου. Τους είχα τάξει μακαρονάδα "ντιπ Ντίνα" με αφορμή το πρώην απωθημένο μου. Ευκαιρία έψαχνα και εγώ. Και καλά για το απωθημένο, να φάω μαζί με τον βασιλικό και εγώ μακαρόνια. Συνέπεσε με την αποδοχή μου στο μεταπτυχιακό της Αστροφυσικής, και προσέθεσα στο μενού και αφρώδη οίνο για να το γιορτάσουμε ακόμα περισσότερο, όταν όλα αυτά ήταν απλά μια πρόφαση, γιατί αυτό που θέλαμε πραγματικά να κάνουμε είναι να βρεθούμε μαζί και να πούμε τα νέα μας και μικρά ανούσια πράγματα. Και να με ξεφτιλίσουνε για την υπογραφή στον πίνακα που με περηφάνια είχα βάλει πάνω στο τζάκι και που ζωγράφισα σε 30 λεπτά στο workshop ζωγραφικής στο μουσείο Van Gogh στο Άμστερνταμ. 

Αμυγδαλιά Νάντιας


Το μενού περιλάμβανε την κλασσική μακαρονάδα ντιπ Ντίνα, με σπαγγέτι, και σάλτσα φρέσκιας ντομάτας με πιπεριές, κρεμμύδι και σκόρδο, παπαρδέλες με πουρέ από μανιτάρια του δάσους και λάδι τρούφας, και μικρά φιογκάκια με μπρόκολο, μπέικον και μοσχοκάρυδο, και σαλάτα. Ο μπουφές των γλυκών (τα έφεραν οι καλεσμένοι) είχε γαλακτομπούρεκο, γιατί εγώ το ζήτησα, προφιτερόλ γάλακτος και τσίζ κέικ αγριοκέρασο. Κ Έβγαλα και τα καλά μου τα μαχαιροπίρουνα, όχι μόνο γιατί το ζητούσε η μέρα, αλλά για να μην τα τρώει η το μαράζι στο κουτί τους. Πιάτα έχω μόνο καθημερινά, αυτά έβαλα, οκ. Τραπεζομάντηλο λευκό, για να μπαίνει στο πλυντήριο στο καυτό, να πέφτει πάνω κόκκινο κρασί και να είμαι κουλ. Ποτήρια τα κολωνάτα, δε πα να είναι μπουρζουαζία, χέστηκα πατόκορφα, γουστάρω κολωνάτο ποτήρι, σταυρώστε με! Πού να την σερβίρω την σαμπάνια μανδάμ; Στο ποτήρι ζντούπο;



    
Μά-κα-ρο-νά-δα!






Με γέλια και πειράγματα, και ιστορίες από το σχολείο, και την χαρά μου να μην περιγράφεται, πιτσιλίζοντας εγώ με σάλτσα ντομάτας το λευκό τραπεζομάντηλο, και μετά έπεσε και λίγο μανιτάρι - so what? - εδώ λέγαμε ιστορίες από τις διακοπές της Χριστίνας στην Κρήτη και από τον μπάρμπα μου τον Γιώργο από το πανηγύρι του χωριού και απολαμβάναμε την φιλία μας.

Κάπως έτσι ήρθε και δεν έμεινε κουταλάκι για κουταλάκι, ποτήρι για ποτήρι, και πιάτο για πιάτο, και γενικά κανένα σκεύος καθαρό. Όταν φύγαν τα παιδιά κοίταξα ευτυχισμένη την κουζίνα μου που έμοιαζε σαν να έχει υποστεί βομβαρδισμό. Το δε πλυντήριο πιάτων βόγκηξε. Όπως είπα δεν είμαι ενθουσιώδης με τις δουλειές, αλλά οτιδήποτε έκανα εκείνη τη μέρα το έκανα με όλη μου την καρδιά. 




Χαμός στην κουζίνα


Και το χάρηκα πολύ, γιατί βρέθηκαν κοντά μου άνθρωποι που έχουν ζήσει από κοντά τον αγώνα μου και που χαίρονται με την χαρά μου. Αυτό το μεταπτυχιακό στην Αστρονομία είναι για μένα πολλά πράγματα. Για να αναφέρω μόνο λίγα είναι το όνειρό μου που, μετά από μακρά περιπλάνηση, επιτέλους αγγίζω. Είναι αυτό που με κάνει να σηκώνομαι με όρεξη από το κρεβάτι για να πάω νωρίς στη δουλειά, ώστε να μπορέσω να πάω στην ώρα μου στο πανεπιστήμιο. Είναι αυτό με καθιστά απυρόβλητη στα κόμπλεξ που κάποιοι πετάνε πάνω μου. Είναι αυτό που με κάνει να μην υπολογίζω τις δυσκολίες. Είναι αυτό που μου δίνει χαμόγελο, όρεξη και έμπνευση. 

Πηγή εικόνας


*Είναι δύσκολο να μεταφέρω τα συναισθήματά μου, χωρίς να φαίνεται γλυκανάλατο, αλλά στο κάτω - κάτω της γραφής μπορεί και να μην με νοιάζει. Μου είναι αποδεκτό να δημοσιεύσω ένα κείμενο για ένα δείπνο με φίλους, χωρίς βαρύγδουπα συμπεράσματα, ή καμιά ιδιαίτερη σοφία. Είναι προσωπικό το blog, για γράφω πράγματα που αφορούν στη ζωή μου. 






Κυριακή, 1 Νοεμβρίου 2015

Μυγδαλιά

γυρίζω σπίτι

βγάζω παπούτσια και ζώνη

ξαπλώνω με τα χέρια πίσω από το κεφάλι και κοιτάζω χαμογελαστή το ταβάνι

η ζωή μπορεί και να είναι ωραία



















"Καθώς

εγώ

τη μυγδαλιά τινάζω



πέφτουν τ’ αμύγδαλα βροχή

κι εσύ

πώς λάμπεις



μα δεν θυμώνεις

μόνο

με κοιτάζεις

και μου χαμογελάς

φεγγοβολώντας



Κι εγώ

τινάζω με

μανία το δέντρο

και Θε μου σε

φοβάμαι και

μ’ αρέσεις"




Ορέστης Αλεξάκης (1931)

Από τη συλλογή Ο Ληξίαρχος (1989)


Κυριακή, 25 Οκτωβρίου 2015

Δώσε πόνο

Έχει περάσει τόσο καιρός, που έχω σχεδόν ξεχάσει να γράφω. Σκέφτομαι, σκέφτομαι τόσα πολλά, αλλά δεν προλαβαίνω να γράφω. Για μένα, καθώς προείπα, το γράψιμο είναι μια μορφή ψυχοθεραπείας. Βγάζω αυτά που έχω μέσα μου και από άυλες σκέψεις, τα κάνω πολύ συγκεκριμένες θέσεις. 

Στις μέρες που μεσολάβησαν από την τελευταία ανάρτηση, έγιναν εκλογές, έδωσα εξετάσεις και έγινα δεκτή στο μεταπτυχιακό πρόγραμμα σπουδών του τομέα Αστροφυσικής, Αστρονομίας και Μηχανικής του Πανεπιστημίου Αθηνών, (γέλα μου και ας είναι ψέμα, έλα γέλα μου, είσαι ο παράδεισος μου μες την τρέλα μου) πήγα ταξίδι με τη δουλειά στο Άμστερνταμ, όπου και δεν άφησα μουσείο για μουσείο και γύρισα πίσω και κάπως έτσι τελείωσε ο Σεπτέμβριος. Τον Οκτώβριο το έχω ρίξει στο διάβασμα και την δουλειά. 

Κοίτα τώρα να δεις. Πιάνω τον εαυτό μου να γράφει σαν να είναι κάποιος εντελώς άλλος από εμένα, ή σαν να έχω ένα παλούκι καθωσπρεπισμού καθέδρας και πρέπει να προσέχω τί γράφω. Απεταξάμην! Απεταξάμην! (απαλλάχτηκα από σένα, απαλλάχτηκα) 

Όπως όλοι γνωρίζουν μου αρέσει τρελά η βροχή, αλλά προχτές στον δρόμο για το χωριό έφαγα τόσο νερό στην Εθνική Οδό, και είχα όλες μου τις αισθήσεις σε μέγιστη επιφυλακή, με τις ατελείωτες νταλίκες του ντουνιά να σηκώνουν τέτοια αντάρα, ελληνιστί μιστ, που δεν μου άρεσε καθόλου. Και έτσι απαντήθηκε μια και καλή το ερώτημα που μου έγινε πολλάκις αυτή την εβδομάδα "Σου αρέσει η βροχή, αρκεί να είσαι μέσα, ε;". Και η απάντηση "Γιατί το λες αυτό; Την βρίσκω να δουλεύουν οι υαλοκαθαριστήρες στο τέρμα και πάλι να μην φαίνεται ο δρόμος, να κατουριέμαι, και οι νταλίκες να είναι ατελείωτες". (Μωρό μου καλησπέρα, σε σκεφτόμουν όλη μέρα).




Το ωραίο μέρος του ταξιδιού είναι ότι από Μαλακάσα μέχρι το ενενήντα δύο περίπου χιλιόμετρο πιάνει έναν σταθμό, τον Dalka fm - Μόνο λαϊκά, που ξεκίνησε σαν μια cult δοκιμή, επειδή είχε ενδιαφέρον σλόγκαν "ΔΩΣΕ ΠΟΝΟ" με την φωνή του Π. Κοντογιαννίδη. Σε εκείνο το σημείο του δρόμου δεν πιάνει και τίποτα άλλο το ραδιόφωνο, και το ξεκίνησα τρολάροντας, αλλά πλέον έχει γίνει μια αμαρτωλή γλυκιά συνήθεια. Και πάνω στην προσπέραση της τριπλή νταλίκας, ακούγεται το διαφημιστικό: "Στη βάρκα, στο κότερο, στο γρι-γρι, Dalkas!" 



Μάντης είσαι ρε φίλε; Εδώ πιρόγα! Ώπα! 

Δεν θυμάμαι χειρότερο ταξίδι από πλευράς καιρικών συνθηκών. Ίσως η προσγείωση στο Ντιτρόιτ μετά από μία ώρα κύκλους σε καταιγίδα, να ήταν σχετικά δύσκολη, αλλά δεν ήμουν ο πιλότος, απλά σταυροκοπιόμανε στη θέση μου. Θεωρητικά Παρασκευή βράδυ δεν πρέπει να κυκλοφορούν νταλίκες, αλλά ω του θαύματος, κυκλοφορούσανε! (Εγώ δεν ήμουνα αλήτης, αλήτη μ' έκανες εσύ!) 

Ναι φίλε οδηγέ, ότι δεν σε σκοτώνει, σε κάνει πιο δυνατό. (Αυτά μου είπε ο Θεός, αυτά και εγώ σου λέω). 

Όταν σταμάτησε να πιάνει Dalka, γύρισα στο πρώτο πρόγραμμα που είχε αφιέρωμα στον Χατζηδάκι, (λέγε με παλιόπαιδο λέγε με αλήτη και όπως θες εσύ, μα μη με λες αχάριστο και παλιοεγωιστή), που μας συντρόφεψε μέχρι την άφιξή μας στην Φθιώτιδα (Τα παιδιά κάτω στον κάμπο, κυνηγάνε τους αστούς, πετσοκόβουν τα κεφάλια από εχθρούς και από πιστούς) όπου και πλέον η βροχή σταμάτησε! 





Hang me up to dry


Σλόγκαν (συνεχής ενημέρωση):
Ακούγεται στην νταλίκα, αλλά ακούγεται και στο σαλόνι, νταλκάς 88,2




Κυριακή, 13 Σεπτεμβρίου 2015

Αρμενίζοντας

Κάθομαι στην άκρη της πλώρης, σχεδόν στον αέρα, με τα πόδια μου κρεμασμένα πάνω από τη θάλασσα και είναι σαν να πετάω. Σαν ένα ελαφρύ πουλί, σαν ένα μικρό παιδί χωρίς βάρος, ούτε στο σώμα, ούτε στη συνείδηση. Η κίνηση του σκάφους είναι αβίαστη και απαλή, καθόλου κύμα στο Ιόνιο. Οι άλλοι κοιτάνε τη στεριά, εγώ κοιτάω κάτω το νερό, τη θάλασσα. Τα νερά είναι τόσο βαθιά, τόσο σκούρα, τόσο γνωστά και τόσο άγνωστα μαζί. Η μάζα συμπαγής και ρευστή. 





Η επιφάνεια του νερού είναι ένα μαγικό μέρος. Η επιφάνεια των υγρών είναι ένα σύνορο. Αλλιώς συμπεριφέρεται ο όγκος του νερού, αλλιώς, πολύ αλλιώς, η επιφάνεια. Είναι μέρος του νερού, αλλά δεν είναι ακριβώς όπως η υπόλοιπη θάλασσα. Είναι το όριο που χωρίζει το υγρό από τον αέρα. Μικρές σταγονίτσες πετάγονται από το νερό, αυτονομούνται, για λίγο κυλάνε πάνω στην υγρή επιφάνεια εντελώς ξεκάθαρα σαν να είναι από υδράργυρο και στη συνέχεια ενσωματώνονται στον σκούρο όγκο. Εκείνα τα εκατοστά του δευτερολέπτου μπορώ να δω καθαρά αυτές τις μικροσκοπικές, λεπτεπίλεπτες, ευαίσθητες σταγόνες να έχουν τη βραχεία δική τους ύπαρξη. Τις κοιτάζω αχόρταγα καθώς το σκαρί σχίζει ήσυχα τα νερά χωρίς να σηκώνει αφρούς. 





Είναι τόσο μυστηριώδης αυτή η θάλασσα, τόσο βαθιά που δεν μπορώ να δω κάτω από την επιφάνεια. Το μόνο που βλέπω είναι λίγες ρυτίδες πάνω της, ένα ανεπαίσθητο κυματισμό, στα όρια της ψευδαίσθησης. Σαν αχνός είναι η επιφάνεια. Σχηματισμοί που βλέπω και δεν βλέπω. Το κοιτάζω όλο μαζί, αλλά μέχρι να προλάβω να εστιάσω στην μικρή ρυτιδούλα έχει χαθεί και μένω να αναρωτιέμαι αν την είδα πραγματικά, ή αν μήπως ίσως την φαντάστηκα. 

Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Απλός και ήσυχος. Πετιέται για λίγο η ψυχή από την άβυσσο στον αέρα, κυλάει ελαφριά, ίσως και να δημιουργεί μια αναταραχή και ξαναχάνεται στη απεραντοσύνη.Το όριο είναι ορατό, αλλά κάτω από την επιφάνεια όλα είναι ρευστά και απαλά. Κανένας φόβος. Τόσο κοντά, και τόσο μακριά.




Πέμπτη, 20 Αυγούστου 2015

Θα πεθάνω, ντιπ, Ντίνα

Ή αλλιώς πώς να ξεπεράσετε ένα απωθημένο σας μετά από 32 χρόνια

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. 

Είναι καλοκαίρι του 1983, εγώ είμαι 4 χρονών και στην φάση που φωνάζω τη μαμά μου με το μικρό της, Ντίνα! Ναι, με τη μαμά μου έχουμε το ίδιο όνομα. Πολύ προχώ! Έτυχε μαμά και γιαγιά (από τη μεριά του μπαμπά) να έχουν το ίδιο όνομα και τσούπ, τρεις Κωνσταντίνες στην οικογένεια! Λοιπόν, φωνάζω τη μάνα μου Ντίνα! Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν κάνουμε ελεύθερο ορεινό κάμπινγκ με την τροχοσκηνή στην ράχη Τυμφρηστού! Σε ένα υπέροχο πλάτωμα, κάτω από τα έλατα, είμαστε μεγάλη παρέα. Δηλαδή η χρήση πρώτου πληθυντικού είναι καταχρηστική γιατί εγώ και ο αδερφός μου είμαστε 4 και 3 χρονών αντίστοιχα, οπότε δεν έχουμε απολύτως καμία συμμετοχή στην λήψη αποφάσεων, απλά παριστάμεθα και ακολουθούμε τους μεγάλους, αλλά είμαστε οι μικρότεροι της κατασκήνωσης και όλοι ασχολούνται με εμάς, μας φτιάχνουν κούνιες, μας πηγαίνουν βόλτες και είναι γαμάτα. 

Δεν μπορώ να ξέρω από πότε αρχίζει να λειτουργεί η μνήμη στα μικρά παιδιά, εγώ έχω αναμνήσεις από την εποχή που ήμουν 2,5 χρονών, αλλά εκείνο το ορεινό κάμπινγκ το θυμάμαι σαν να ήταν χτες. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου για βόλτες στο δάσος, περπατούσαμε ανάμεσα στα δέντρα, ακόμα θυμάμαι το "μέρος" που πηγαίναμε με το φτυαράκι και το χαρτί μας, ανεβαίναμε σε έναν κορμό από ένα κομμένο δέντρο. Είναι αυτό που λέμε χέσε ψηλά και αγνάντευε! Τί ωραίες στιγμές! Πόσο θα θέλαμε να το κάνουμε αυτό και σήμερα σε ορισμένες καταστάσεις και ίσως ακόμη σε ορισμένους ανθρώπους...

Κοντά στο σημείο της κατασκήνωσης υπήρχε και μια βρύση. Η βρύση ήταν η κλασσική βουνίσια βρύση/ποτίστρα για ζώα. Στη μια άκρη από μια πέτρινη γούρνα, ή μεταλλικό σωλήνα βγαίνει το νερό για τους ανθρώπους και από κάτω σε δύο, ή τρία επίπεδα σε μακρόστενες γούρνες ποτίζονται τα ζώα, ή πλένεις πόδια. Αυτή η βρύση ήταν γύρω στα 300 μέτρα από την κατασκήνωση και στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Εκεί πηγαίναμε πάντα με τη συνοδεία τουλάχιστον ενός μεγάλου, ή με όλη την κουστωδία, συνήθως τα βράδια για να πάρουμε το νερό της επόμενης μέρας και να μας πλύνουν. Και μπορεί το πλύσιμο με το παγωμένο νερό της βρύσης της βουνίσιας να είναι αντιπαιδαγωγικό, αλλά όλη μέρα κυλιόμασταν στα χώματα και έπρεπε κάπως να βγάλουμε την μπίχλα από πάνω μας πριν πέσουμε για ύπνο. "Πω πω, μπούζι, μπούζι" λέγαμε μόνο αν και δεν το θυμάμαι με ιδιαίτερο βάσανο αυτό το πλύσιμο. Παιχνίδι μου φαινόταν (όπως όλα εκείνες τις μέρες). 

Το άλλο ωραίο πράγμα στο βουνό ήταν η ανεμόκουνα (ανεμόκ'να στην ντοπιολαλιά) Ω, η ανεμόκουνα! Θα μπορούσα να γράψω ποιήματα, να συνθέσω χορωδιακά, για τις χάρες της ανεμόκουνας. Χρειαζόμαστε: δύο δέντρα, μια τριχιά, κουρελού/χράμι/κιλίμι, τουλάχιστον δύο λεπτά ξύλα, ίσως και περισσότερα, ανάλογα με το μήκος της κούνιας. Δένουμε την τριχιά γύρω από τους κορμούς των δέντρων, ώστε να δημιουργηθεί βρόχος. Περνάμε την κουρελού κάτω από το βρόχο και διπλώνουμε τις άκρες της από πάνω. Στερεώνουμε με τα ξύλα. Έτοιμη! Ξαπλώνουμε και κουνιόμαστε! Δεν κουνιόμαστε με μεγάλη λύσσα και μανία γιατί σιγά σιγά το ύφασμα φυραίνει και τα ξύλα μετατοπίζονται και καταλήγεις να βρίσκεσαι χωμένη μέσα στο ύφασμα με το βρόχο να κλείνει από πάνω σου και τον κώλο σου να σέρνεται στα χώματα, αλλά έχει και αυτό τη γλύκα του. Ή θα έρθει κάποιος να σε βγάλει, ή θα φύγουν τα ξύλα που την κρατάνε και θα πέσεις κάτω με το ύφασμα γύρω σου. Τέλεια!

Ανεμόκ'να

Το φαγητό δεν με είχε απασχολήσει και πολύ, κυρίως γιατί όποτε πείναγα υπήρχε πάντα και το βράδυ είχαμε γάλα. Η μαμά λέει ότι είχαν κουβαλήσει πετρογκάζ, το μεγάλο όχι τίποτα γκαζάκια, τί μας περάσατε για ερασιτέχνες; Ένα τσουβάλι με μελιτζάνες και πιπεριές και πήγαινε το τηγάνισμα σύννεφο. Έτσι λέει η Ντίνα, δηλαδή. Ότι έφτιαχνε ντομάτες με αυγά, έβραζε τραχανά, τέτοια. Το θέμα φαγητό είναι το μοναδικό που δεν θυμάμαι! Λόγω απώθησης! 

Το τελευταίο βράδυ μας έχουν τελειώσει τα φαγητά, το τσουβάλι είναι άδειο, έχουμε πάει στη βρύση για νερό και εκεί βρίσκεται ένα τροχόσπιτο και από το ανοιχτό παράθυρο μέσα σε ένα χρυσό σύννεφο φαίνεται μία άγνωστη κυρία που βράζει μακαρόνια! Είμαι σίγουρη ότι η κυρία είχε φωτοστέφανο και είμαι σίγουρη ότι τα μακαρόνια ήταν πεντανόστιμα. Εγώ είχα πεινάσει. "Θέλω μακαρόνια!" δήλωσα. 

-Σούτ, μην με ντροπιάσεις! η μαμά μου

- Πεινάω! Θέλω μακαρόνια! εγώ

- Να ζητήσουμε δυο μακαρόνια για το παιδί. Η νονά του αδερφού μου.

- Θα πάμε στη σκηνή να της φτιάξω γάλα. Το τέρας με την ουρά, δηλαδή η μάνα μου.

- Να σας δώσω λίγα μακαρόνια. Η κυρία άγγελος το παράθυρο του τροχόσπιτου, πίσω από την αχνιστή κατσαρόλα.

- Ναι, μακαρόνια! σάλια να τρέχουν, εγώ

- Όχι, δεν θα πάρουμε από τον ξένο άνθρωπο, φεύγουμε! Με τραβάει και με απομακρύνει το προαναφερθέν τέρας.

- ΠΕΙΝΑΩ, ΘΕΛΩ ΜΑΚΑΡΟΝΙΑΑΑΑΑΑ! Εγώ με κλάματα πλέον, καθώς το ονειρεμένο και πολυπόθητο φαγητό απομακρύνεται. 

- Δεν θα πεθάνεις, θα πάμε να σου κάνω γάλα! 

- Ααααααα, αααααα, αναφιλητά, αγωνιώδης αναπνοή, θα πεθάνω ντιπ, Ντίνα!

Δεν έκανα νάζια! Δεν ήθελα να περάσει το δικό μου. Πεινούσα η καψερή! Πεινούσα και η κατσαρόλα άχνιζε μαγικά. Εκεί μέσα βρισκόταν το πράγμα που λαχτάρισα περισσότερο στην ως τότε ζωή μου και ένα από τα 10 πράγματα που λαχτάρισα πολύ στη ζωή μου γενικότερα. Για τη μαμά μου ήταν θέμα κύρους και καθωσπρεπισμού. Δεν ζητάμε πράγματα από ξένους και ειδικά φαγητό. Τί είμαστε πειναλέοι; Το ότι ένα πεινασμένο τετράχρονο δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Έπρεπε να μην την κακοχαρακτηρίσει μία άγνωστη. Το ίματζ πάνω από όλα.

Όλοι η παρέα, γονείς, νονοί, μεγάλοι, μικροί κατευθυνόμαστε σιωπηλοί μέσα στα σκοτάδια προς την κατασκήνωση. Πού και πού ακούγονται σιγανά τα αναφιλητά μου, και η μύτη μου καθώς την ρουφάω. Έχω πληγωθεί και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν έφαγα μακαρόνια, αφού η κυρία προσφέρθηκε να μας δώσει. Με ξεπερνάει, δεν το χωράει το τετράχρονο μυαλό μου... Γυρίζοντας στη σκηνή μάλλον ήπια το γάλα και κοιμήθηκα και την άλλη μέρα γυρίσαμε σπίτι με την ατάκα "θα πεθάνω ντιπ Ντίνα" να χρησιμοποιείται κατά κόρον από τη νονά του Γιώργου, κάθε φορά που εδώ και 32 χρόνια λέει στη μαμά μου πόσο κουρασμένη είναι. 


Ντίνα & Νάντια 


Όσο για τον καημό του χαμένου μακαρονιού, τον κουβαλάω πάντα. Εντάξει, δεν είναι και κανένας μεγάλος σταυρός, αλλά είναι ο άλφα καημός του μακαρονιού. Δηλαδή της ιδέας "Μακαρόνι". Κάθε μακαρονάδα που έχω φάει και κάθε μακαρονάδα που θα φάω ποτέ, θα συγκρίνεται πάντα με την ιδανική μακαρονάδα που ΔΕΝ έφαγα εκείνη τη νύχτα. Βρε, τί πάθαμε απόψε!

Ώσπου χτες, πήγαμε και πάλι με τους γονείς μου στο βουνό, περπατήσαμε ανάμεσα στα έλατα, μαζέψαμε ρίγανη, ήπιαμε καφέ από το παλιό θερμός, καθίσαμε στα παλιά καρεκλάκια, θυμηθήκαμε ιστορίες από τα παλιά τα χρόνια και χωρίς να το καταλάβουμε συμφιλιωθήκαμε με τη μάνα μου για εκείνα τα μακαρόνια. "Ρε μαμά, τα ήθελα πολύ εκείνα τα μακαρόνια" της είπα εγώ. "Έλα μου ντε" παραδέχτηκε η Ντίνα, "τί στο καλό με είχε πιάσει και δεν σε άφηνα να φας λίγα;" 

Κάτσε, Ντινάκι, με το να παραδέχεσαι ότι είχες άδικο, μου αποδυναμώνεις το απωθημένο γαμώτο! Και τώρα, τί θα γένουμε χωρίς απωθημένο; Ήταν και αυτό μια κάποια λύσις. 

Τώρα πρέπει να σε συγχωρήσω. Δηλαδή θέλω να το κάνω, και πολύ χαίρομαι που δεν θα χρειάζεται να το κουβαλάω πια, αλλά θα πρέπει να επισφραγίσουμε τη συμφιλίωση με μια συμβολική αποκατάσταση της αδικίας. Μόλις γυρίσουμε σπίτι, θα φάμε ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ! Ένα μεγάλο, βαθύ πιάτο μακαρόνια, με τριμμένη φέτα, και μπόλικη λαχταριστή σάλτσα ντομάτας με μπόλικο κρεμμύδι, σκόρδο και πιπεριές. Και ήταν πολύ πολύ νόστιμα. 





Τρίτη, 11 Αυγούστου 2015

Όχι και πολλά

Αυτό το θλιβερό καλοκαίρι η έμπνευση για γράψιμο με έχει αφήσει.

Προτιμώ να κάθομαι με ένα βιβλίο και να διαβάζω την έμπνευση των άλλων. Στο τελευταίο πήρα ένα μολυβάκι και υπογράμμισα(!!!) μερικές φράσεις που μου άρεσαν. Και δεν έπεσε φωτιά να με κάψει! Για κάποιο λόγο τα λογοτεχνικά βιβλία μου τα έχω όλα σαν καινούργια. Δεν τα σημαδεύω, μέχρι πριν δυο μέρες. Τα προσέχω πολύ, σε αντίθεση με τα ρούχα μου που τα πετάω από εδώ και από εκεί, κυρίως στην καρέκλα βουναλάκι. Δεν με πειράζει και πολύ που δεν γράφω – τί σκατά να γράψω άλλωστε χωρίς έμπνευση – προτιμώ να το βλέπω σαν μια περίοδο επώασης. Έχω μέσα μου φυτεμένο τον σπόρο, τον νιώθω να αναδεύεται κάτω από την μπλούζα μου, αλλά έχει τσαλαπατηθεί από τις δυσκολίες και τις προκλήσεις, κυρίως της δουλειάς. Τον προσέχω λοιπόν με στοργή και τον ποτίζω με το διάβασμα των γραπτών των άλλων. Ποτίζομαι και εγώ. Δηλαδή εγώ είμαι αυτός ο σπόρος. Δεν είναι κάτι εξωτερικό από εμένα, είμαι εγώ που ετοιμάζομαι να σκάσω μύτη και προς το παρόν ποτίζομαι και το απολαμβάνω. 

Έχω κουραστεί πολύ. Από το άγχος, τη δουλειά, τις ασαφείς προσδοκίες από εμένα, την έλλειψη κινήτρων. Σηκώνομαι να κάνω τις απλές δουλειές του σπιτιού και με πιάνει πονοκέφαλος και ζαλίζομαι εύκολα. Μπορεί να φταίει η ζέστη, γιατί εγώ πονοκέφαλο δεν έχω σχεδόν ποτέ. Είναι ένα σφίξιμο πίσω από τα μάτια. Μπορεί και να είναι η κούραση μιας ολόκληρης χρονιάς που αναβλύζει τώρα στις διακοπές. Που είναι σπασμένες στη μέση για αυτή την εβδομάδα πρέπει να δίνω το παρών στο γραφείο. Ευτυχώς τα πράγματα είναι ήρεμα γιατί δεν έχω κάτι να κάνω, αλλά είμαι στην Αθήνα και αυτό από μόνο του είναι κουραστικό. Καθ' υπόδειξιν της αστυνομίας μετράω πίεση: 5,8-8,6 και σφυγμοί 56. Ωραία, μπορώ να ξαπλώσω και να ξεκουραστώ χωρίς τύψεις που μέσα σε αυτή τη ζέστη δεν κάνω κάτι άλλο, πχ παρκέ!

Ούτε βιογραφικό δεν πρόλαβα να φτιάξω για την αίτησή μου για το μεταπτυχιακό. Μόνο αυτό το ζιζάνιο με τρώει και δεν με αφήνει να απολαύσω την ησυχία μου. Θα καθίσω να το αρχίσω/φτιάξω απόψε για να ξεμπερδεύω. Μη σου πω θα φτιάξω όλο το φάκελο της αίτησης. 

Και το άλλο το ακατανόητο, μερικές μέρες μετά το όνειρο για το Βαλπαραΐσο, ανοίγω το επόμενο βιβλίο και το πρώτο κεφάλαιο λέγεται «Βαλπαραΐσο» και μένω ολίγον κάγκελο. Αλλά το πιθανότερο είναι ότι κάπου το είχε αρπάξει το μάτι μου όταν αγόραζα το βιβλίο, εντυπωσιάστηκα και τσούπ επέπλευσε από το υποσυνείδητο με την πρώτη ευκαιρία. Τώρα έχω αρχίσει να σκέφτομαι πολύ την Χιλή. Η Νότια Αμερική ήταν μια ήπειρος που δεν με είχε απασχολήσει και ποτέ. Έχω κάνει αρκετά ταξίδια, μέχρι και στην Αυστραλία έχει φθάσει η χάρη μου, αλλά Νότια Αμερική δεν την είχα ποτέ μέσα στη λίστα των επιθυμιών μου. Ήρθε ώρα να αλλάξει ΚΑΙ αυτό.

The Lark's Wing, Encircled with Golden Blue, Rejoins the Heart of the Poppy Sleeping on a Diamond-Studded Meadow, Joan Miro, 1967, oil on canvas,
Πηγή Εικόνας



--Δεν είναι που δεν έχεις τι να πεις/μάλλον/κάποιο μυστικό άνθος/άρχισε να ωριμάζει/στη σιωπή σου.  
Ν. Γρηγοριάδης

  


Παρασκευή, 31 Ιουλίου 2015

Βράχο βράχο τον καημό μου στο Βαλπαραϊσο

Λοιπόν, αποψε ονειρεύτηκα ότι ήμουν στο Βαλπαραϊσο (!!!μπρόνξ?) Όχι ότι ξέρω πως είναι το Βαλπαραϊσο, αλλά αυτό μου είπε το υποσυνείδητο, και πάει και τελείωσε! 

Κοίτα να δεις πώς άρχισε. Ήμουν σε ένα αεροδρόμιο και πήγαινα να μπω στην πύλη – πού θα πήγαινα δεν ήξερα - και εκεί που πήγαινα είδα αριστερά ένα ράφι σούπερ μάρκετ με διάφορες κρέμες σώματος (αυτό με τις κρέμες το είχα έννοια, γιατί μου έχει τελειώσει και θέλω να πάρω πριν φύγω για το χωριό, και πήγα προχτές σε ένα μίνι μαρκετ της γειτονιάς, για να τονώσω και την τοπική οικονομία, αλλά τελικά είχε μόνο μπλε νιβέα, ε, και δεν πήρα). Αφού ούτε στο όνειρο πήρα κρέμα σώματος από τον διάδρομο του αεροδρομίου, προχώρησα και βρήκα μια πόρτα στα αριστερά που ήταν ηματιοθήκη και αποδυτήρια. Και δεν έβρισκα πουθενά τουαλέτα – πάλι καλά, γιατί σίιιιγουρα θα είχα κατουρηθεί πάνω μου στον ύπνο μου – και καθώς συνέχιζα να περπατάω στον διάδρομο για την πύλη βρέθηκα σε έναν μεγάλο δρόμο (θα διαβώ) που ήταν μια τεράστια ευθεία που κατηφόριζε και έβλεπα στο βάθος ότι ανηφόριζε κιόλας και έφτανε σε μια πόλη, το Βαλπαραϊσο αδερφάκι μου! Αριστερά - δεξιά είχε εξοχή και ελάχιστα δέντρα, αλλά δεν έκανε ζέστη και ήταν πολύ ευχάριστα. Σε όλο το μήκος του δρόμου προχωρούσανε και άλλοι άνθρωποι. Σαν να πηγαίναμε λιτανία, ή εκδρομή, με ενθουσιασμό προχωρούσαμε προς την πόλη. Και πλησιάζοντας με προσπέρασε ένας άντρας πάνω στη μοτοσυκλέτα (και πίσω τρέχανε σκυλιά) που σαν να έκανε ορθοπεταλιά και μου είπε «έλα, είμαι ο ....» δεν θυμάμαι το όνομα/ιδιότητα του και εγώ έγνεψα χαρούμενη ότι συμφωνώ και συνέχισα να προχωράω! Αυτό και μετά ξύπνησα. Τώρα να πω ότι δεν έχω ψιλοφρικάρει με το όνειρο, ψέματα θα πω. Κυρίως ο δρόμος με προβληματίζει. Μάλλον την κάνω, με ελαφρά πηδηματάκια! Ελπίζω μόνο να μην οδεύαμε προς τα Ιλίσια πεδία. Η πόλη πάνω στον λόφο λίγο βιβλική την λες. Επίσης το ότι δεν κατουρήθηκα στον ύπνο μου, ενισχύει την εμπιστοσύνη στην κύστη μου, αλλά αυτός ο δρόμος ήταν πολύ ωραίος και πολύ μακρύς. Μπορεί να φταίει και η απίστευτη ζέστη τα βράδυα και να μου έχει τινάξει το υποσυνείδητο στον αέρα. Αλλά don’t kolonoume κυρίως γιατί το τελευταίο βράδυ μου (απόψε το περνάω) στην Αθήνα. 



ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ!
Πότε μάνα θα σε δωωωωωωω! Πότε μάνα θα σε δω!


Από Δευτέρα άδεια! (ΓΙΟΥΠΙ, ΓΙΟΥΧΟΥ, ΛΑ ΛΑ, ΠΙΟΥ ΠΙΟΥ ΚΑΙ ΓΙΟΛΟ μαζί). Αύριο πρωί αναχωρώ για το χωριό μου, πλήρως εξοπλισμένη με όλα τα απαραίτητα για τις διακοπές (εκτός από κρέμα σώματος), δηλαδή βιβλία. Προχτές το απόγευμα κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας και αγόρασα τα βιβλία του καλοκαιριού. Η μέρα που αγοράζω τα βιβλία του καλοκαιριού είναι πιο πανηγυρική και από τα Χριστούγεννα. Ίσως γιατί επίκειται άδεια και η ευκαιρία να κάνω ό,τι θέλω εγώ και να μένω όλο το βράδυ ξύπνια διαβάζοντας χωρίς να σκέφτομαι ότι έχω να πάω στο γραφείο το πρωί. Στο βιβλιοπωλείο το ρίχνω έξω. Αν και επειδή φέτος πέτυχα μερικές πολύ καλές προσφορές, όχι μόνο δεν βγήκα εκτός προϋπολογισμού, αλλά δεν τον έπιασα καν. Εντάξει, δεν πήρα το τελευταίο βιβλίο του Μουρακάμι που ήταν ακόμα σε κανονική τιμή, πήρα ένα προηγούμενο. Και φθάνοντας στο αυτοκίνητο, το είχα παρκάρει τέρμα Σόλωνος από όλα τα αυτοκίνητα έλειπαν πινακίδες και είχαν κλήση και το δικό μου ήταν άθικτο. Τέτοια κωλοφαρδία, πρώτη φορά! Μπορεί και να τις είχαν σηκώσεις τις πινακίδες ήδη όταν πάρκαρα, αλλά δεν το πήρα χαμπάρι. Και δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι απαγορευόταν το παρκάρισμα γενικότερα. Έβαλα και το σκιάδι για τον ήλιο και σεινάμενη, κουνάμενη πήγα στο βιβλιοπωλείο και αγόρασα:



Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου - Χ. Μουρακάμι

Στο καφέ της χαμένης νιότης - P. Modiano

Ο βενετσιάνικος καθρέπτης - Δ. Σαραντάκος

Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ - Α. Τερζάκης

Ανατολικά της Εδέμ - Τζ. Στάινμπεκ (γιατί είναι το αγαπημένο της Διευθύντριας του αστεροσκοπείου του Παρισιού, δεν μπορεί ΠΡΕΠΕΙ να το διαβάσω)

Κόρη της μοίρας - Ι. Αλιέντε

Πάουλα - Ι. Αλιέντε

Θεογονία έργα & ηοιαι - Ησίοδος

Αριάγνη - Σ. Τσίρκας

Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά - Σ. Λάρσον 

Φυσικά δεν μπορούσα να κρατηθώ να αρχίσει η άδεια και ήδη ξεκίνησα το ένα από αυτά και είμαι στη σελίδα 506. Η καλύτερή μου είναι να κάθομαι στην βεράντα, να βλέπω το φεγγάρι και να διαβάζω. Καμιά φορά σιγοψιθυρίζω κάτι στο φεγγάρι και στη συνέχεια πέφτω και πάλι στο βιβλίο μου...


Ανθίζουνε τ'αστέρια,όνειρό μου, όταν περνάς