Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τροχοσκηνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα τροχοσκηνή. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Θα πεθάνω, ντιπ, Ντίνα

Ή αλλιώς πώς να ξεπεράσετε ένα απωθημένο σας μετά από 32 χρόνια

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. 

Είναι καλοκαίρι του 1983, εγώ είμαι 4 χρονών και στην φάση που φωνάζω τη μαμά μου με το μικρό της, Ντίνα! Ναι, με τη μαμά μου έχουμε το ίδιο όνομα. Πολύ προχώ! Έτυχε μαμά και γιαγιά (από τη μεριά του μπαμπά) να έχουν το ίδιο όνομα και τσούπ, τρεις Κωνσταντίνες στην οικογένεια! Λοιπόν, φωνάζω τη μάνα μου Ντίνα! Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν κάνουμε ελεύθερο ορεινό κάμπινγκ με την τροχοσκηνή στην ράχη Τυμφρηστού! Σε ένα υπέροχο πλάτωμα, κάτω από τα έλατα, είμαστε μεγάλη παρέα. Δηλαδή η χρήση πρώτου πληθυντικού είναι καταχρηστική γιατί εγώ και ο αδερφός μου είμαστε 4 και 3 χρονών αντίστοιχα, οπότε δεν έχουμε απολύτως καμία συμμετοχή στην λήψη αποφάσεων, απλά παριστάμεθα και ακολουθούμε τους μεγάλους, αλλά είμαστε οι μικρότεροι της κατασκήνωσης και όλοι ασχολούνται με εμάς, μας φτιάχνουν κούνιες, μας πηγαίνουν βόλτες και είναι γαμάτα. 

Δεν μπορώ να ξέρω από πότε αρχίζει να λειτουργεί η μνήμη στα μικρά παιδιά, εγώ έχω αναμνήσεις από την εποχή που ήμουν 2,5 χρονών, αλλά εκείνο το ορεινό κάμπινγκ το θυμάμαι σαν να ήταν χτες. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου για βόλτες στο δάσος, περπατούσαμε ανάμεσα στα δέντρα, ακόμα θυμάμαι το "μέρος" που πηγαίναμε με το φτυαράκι και το χαρτί μας, ανεβαίναμε σε έναν κορμό από ένα κομμένο δέντρο. Είναι αυτό που λέμε χέσε ψηλά και αγνάντευε! Τί ωραίες στιγμές! Πόσο θα θέλαμε να το κάνουμε αυτό και σήμερα σε ορισμένες καταστάσεις και ίσως ακόμη σε ορισμένους ανθρώπους...

Κοντά στο σημείο της κατασκήνωσης υπήρχε και μια βρύση. Η βρύση ήταν η κλασσική βουνίσια βρύση/ποτίστρα για ζώα. Στη μια άκρη από μια πέτρινη γούρνα, ή μεταλλικό σωλήνα βγαίνει το νερό για τους ανθρώπους και από κάτω σε δύο, ή τρία επίπεδα σε μακρόστενες γούρνες ποτίζονται τα ζώα, ή πλένεις πόδια. Αυτή η βρύση ήταν γύρω στα 300 μέτρα από την κατασκήνωση και στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Εκεί πηγαίναμε πάντα με τη συνοδεία τουλάχιστον ενός μεγάλου, ή με όλη την κουστωδία, συνήθως τα βράδια για να πάρουμε το νερό της επόμενης μέρας και να μας πλύνουν. Και μπορεί το πλύσιμο με το παγωμένο νερό της βρύσης της βουνίσιας να είναι αντιπαιδαγωγικό, αλλά όλη μέρα κυλιόμασταν στα χώματα και έπρεπε κάπως να βγάλουμε την μπίχλα από πάνω μας πριν πέσουμε για ύπνο. "Πω πω, μπούζι, μπούζι" λέγαμε μόνο αν και δεν το θυμάμαι με ιδιαίτερο βάσανο αυτό το πλύσιμο. Παιχνίδι μου φαινόταν (όπως όλα εκείνες τις μέρες). 

Το άλλο ωραίο πράγμα στο βουνό ήταν η ανεμόκουνα (ανεμόκ'να στην ντοπιολαλιά) Ω, η ανεμόκουνα! Θα μπορούσα να γράψω ποιήματα, να συνθέσω χορωδιακά, για τις χάρες της ανεμόκουνας. Χρειαζόμαστε: δύο δέντρα, μια τριχιά, κουρελού/χράμι/κιλίμι, τουλάχιστον δύο λεπτά ξύλα, ίσως και περισσότερα, ανάλογα με το μήκος της κούνιας. Δένουμε την τριχιά γύρω από τους κορμούς των δέντρων, ώστε να δημιουργηθεί βρόχος. Περνάμε την κουρελού κάτω από το βρόχο και διπλώνουμε τις άκρες της από πάνω. Στερεώνουμε με τα ξύλα. Έτοιμη! Ξαπλώνουμε και κουνιόμαστε! Δεν κουνιόμαστε με μεγάλη λύσσα και μανία γιατί σιγά σιγά το ύφασμα φυραίνει και τα ξύλα μετατοπίζονται και καταλήγεις να βρίσκεσαι χωμένη μέσα στο ύφασμα με το βρόχο να κλείνει από πάνω σου και τον κώλο σου να σέρνεται στα χώματα, αλλά έχει και αυτό τη γλύκα του. Ή θα έρθει κάποιος να σε βγάλει, ή θα φύγουν τα ξύλα που την κρατάνε και θα πέσεις κάτω με το ύφασμα γύρω σου. Τέλεια!

Ανεμόκ'να

Το φαγητό δεν με είχε απασχολήσει και πολύ, κυρίως γιατί όποτε πείναγα, πάντα κάτι θα υπήρχε, και το βράδυ είχαμε γάλα. Η μαμά λέει ότι είχαν κουβαλήσει πετρογκάζ, το μεγάλο όχι τίποτα γκαζάκια, τί μας περάσατε για ερασιτέχνες; Ένα τσουβάλι με μελιτζάνες και πιπεριές και πήγαινε το τηγάνισμα σύννεφο. Έτσι λέει η Ντίνα, δηλαδή. Ότι έφτιαχνε ντομάτες με αυγά, έβραζε τραχανά, τέτοια. Το θέμα φαγητό είναι το μοναδικό που δεν θυμάμαι! Λόγω απώθησης! 

Το τελευταίο βράδυ μας έχουν τελειώσει τα φαγητά, το τσουβάλι είναι άδειο, έχουμε πάει στη βρύση για νερό και εκεί βρίσκεται ένα τροχόσπιτο και από το ανοιχτό παράθυρο μέσα σε ένα χρυσό σύννεφο φαίνεται μία άγνωστη κυρία που βράζει μακαρόνια! Είμαι σίγουρη ότι η κυρία είχε φωτοστέφανο και είμαι σίγουρη ότι τα μακαρόνια ήταν πεντανόστιμα. Εγώ είχα πεινάσει. "Θέλω μακαρόνια!" δήλωσα με ενθουσιασμό. 

-Σούτ, μην με ντροπιάσεις! η μαμά μου

- Πεινάω! Θέλω μακαρόνια! εγώ

- Να ζητήσουμε δυο μακαρόνια για το παιδί. Η νονά του αδερφού μου.

- Θα πάμε στη σκηνή να της φτιάξω γάλα. Το τέρας με την ουρά, δηλαδή η μάνα μου.

- Να σας δώσω λίγα μακαρόνια. Η κυρία άγγελος το παράθυρο του τροχόσπιτου, πίσω από την αχνιστή κατσαρόλα.

- Ναι, μακαρόνια! σάλια να τρέχουν, εγώ

- Όχι, δεν θα πάρουμε από τον ξένο άνθρωπο, φεύγουμε! Με τραβάει και με απομακρύνει το προαναφερθέν τέρας.

- ΠΕΙΝΑΩ, ΘΕΛΩ ΜΑΚΑΡΟΝΙΑΑΑΑΑΑ! Εγώ με κλάματα πλέον, καθώς το ονειρεμένο και πολυπόθητο φαγητό απομακρύνεται. 

- Δεν θα πεθάνεις, θα πάμε να σου κάνω γάλα! 

- Ααααααα, αααααα, αναφιλητά, αγωνιώδης αναπνοή, θα πεθάνω ντιπ, Ντίνα!

Δεν έκανα νάζια! Δεν ήθελα να περάσει το δικό μου. Πεινούσα η καψερή! Πεινούσα και η κατσαρόλα άχνιζε μαγικά. Εκεί μέσα βρισκόταν το πράγμα που λαχτάρισα περισσότερο στην ως τότε ζωή μου και ένα από τα 10 πράγματα που λαχτάρισα πολύ στη ζωή μου γενικότερα. Για τη μαμά μου ήταν θέμα κύρους και καθωσπρεπισμού. Δεν ζητάμε πράγματα από ξένους και ειδικά φαγητό. Τί είμαστε πειναλέοι; Το ότι ένα πεινασμένο τετράχρονο δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Έπρεπε να μην την κακοχαρακτηρίσει μία άγνωστη. Το ίματζ πάνω από όλα.

Όλοι η παρέα, γονείς, νονοί, μεγάλοι, μικροί κατευθυνόμαστε σιωπηλοί μέσα στα σκοτάδια προς την κατασκήνωση. Πού και πού ακούγονται σιγανά τα αναφιλητά μου, και η μύτη μου καθώς την ρουφάω. Έχω πληγωθεί και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν έφαγα μακαρόνια, αφού η κυρία προσφέρθηκε να μας δώσει. Με ξεπερνάει, δεν το χωράει το τετράχρονο μυαλό μου... Γυρίζοντας στη σκηνή μάλλον θα ήπια το γάλα μου και κοιμήθηκα και την άλλη μέρα γυρίσαμε σπίτι με την ατάκα "θα πεθάνω ντιπ Ντίνα" να χρησιμοποιείται κατά κόρον από τη νονά του Γιώργου, κάθε φορά που εδώ και 32 χρόνια λέει στη μαμά μου πόσο κουρασμένη είναι. 


Ντίνα & Νάντια 


Όσο για τον καημό του χαμένου μακαρονιού, τον κουβαλάω πάντα. Εντάξει, δεν είναι και κανένας μεγάλος σταυρός, αλλά είναι ο άλφα καημός του μακαρονιού. Δηλαδή της ιδέας "Μακαρόνι". Κάθε μακαρονάδα που έχω φάει και κάθε μακαρονάδα που θα φάω ποτέ, θα συγκρίνεται πάντα με την ιδανική μακαρονάδα που ΔΕΝ έφαγα εκείνη τη νύχτα. Βρε, τί πάθαμε απόψε!

Ώσπου χτες, πήγαμε και πάλι με τους γονείς μου στο βουνό, περπατήσαμε ανάμεσα στα έλατα, μαζέψαμε ρίγανη, ήπιαμε καφέ από το παλιό θερμός, καθίσαμε στα παλιά καρεκλάκια, θυμηθήκαμε ιστορίες από τα παλιά τα χρόνια και χωρίς να το καταλάβουμε συμφιλιωθήκαμε με τη μάνα μου για εκείνα τα μακαρόνια. "Ρε μαμά, τα ήθελα πολύ εκείνα τα μακαρόνια" της είπα εγώ. "Έλα μου ντε" παραδέχτηκε η Ντίνα, "τί στο καλό με είχε πιάσει και δεν σε άφηνα να φας λίγα;" 

Κάτσε, Ντινάκι, με το να παραδέχεσαι ότι είχες άδικο, μου αποδυναμώνεις το απωθημένο γαμώτο! Και τώρα, τί θα γένουμε χωρίς απωθημένο; Ήταν και αυτό μια κάποια λύσις. 

Τώρα πρέπει να σε συγχωρήσω. Δηλαδή θέλω να το κάνω, και πολύ χαίρομαι που δεν θα χρειάζεται να το κουβαλάω πια, αλλά θα πρέπει να επισφραγίσουμε τη συμφιλίωση με μια συμβολική αποκατάσταση της αδικίας. Μόλις γυρίσουμε σπίτι, θα φάμε ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ! Ένα μεγάλο, βαθύ πιάτο μακαρόνια, με τριμμένη φέτα, και μπόλικη λαχταριστή σάλτσα ντομάτας με μπόλικο κρεμμύδι, σκόρδο και πιπεριές. Και ήταν πολύ πολύ νόστιμα. 





Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Ποιος θυμάται τη βροχή


Ξεκλείδωσα και μπήκα σπίτι πάνω στην ώρα για να προλάβω την πρώτη σταγόνα της βροχής στην βεράντα και όχι στο κεφάλι μου στον δρόμο, κάτι που όπως είπε και ένας φίλος μου, οφείλεται στην τύχη και την προνοητικότητά μου. Τύχη γιατί δεν με πέτυχε η βροχή στο κέντρο χωρίς ομπρέλα, προνοητικότητα γιατί όταν κατάλαβα ότι αν περιμένω το λεωφορείο θα γίνω παπί, πήρα ταξί. Όχι ότι θα με πείραζε να βραχώ στον δρόμο, απλά ήθελα να απολαύσω την πρώτη βροχή του φθινοπώρου με την ησυχία μου στο σπίτι. Και έτσι να’μαι στην βεράντα με την Ακρόπολη στο βάθος  και την θάλασσα χαμένη στην βροχή.

Όσο μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου μου άρεσε η βροχή. Μου άρεσε πολύ! Έβγαζα τα παπούτσια μου και έτρεχα ξυπόλητη στις πρασινάδες της αυλής, περνούσα κάτω από τα λούκια επίτηδες για να μουσκευτώ και έτρεχε η μάνα μου να με μαζεύει.  Μέχρι που πολύ πρόσφατα μπόρεσα να ανακαλέσω την ανάμνηση του γεγονότος που υπήρξε η απαρχή αυτής της λατρείας προς την βροχή. Τώρα θα σας εισάγω σε ένα προσωπικό άβατο, για αυτό χειριστείτε το με σεβασμό. Ένα καλοκαίρι, πρέπει να ήμουν τεσσάρων χρονών, ή πέντε, είχαμε πάει με τους γονείς μου ελεύθερο κάμπινγκ με την τροχοσκηνή. (Για όσους δεν ξέρουν τί εστί τροχοσκηνή, ιδού! Η δική μας είναι μικρότερη από αυτή στο βίντεο, αλλά μοιάζει πολύ).   
Είχαμε στήσει σε μία εκπληκτική μικρή παραλία με πεύκα, πέντε μέτρα από την θάλασσα, και εκεί μας πέτυχε μία καλοκαιρινή βροχή, από εκείνες που ξεσπούν ξαφνικά, με ένταση και γεμίζουν τις χωμάτινες ρωγμές νερό και τον αέρα ηλεκτρισμό.  Άμα ξεκίνησε η νεροποντή μας μάζεψε η μάνα μου εμένα και τον αδερφό μου μέσα στον χώρο του καθιστικού της σκηνής, ο ένας στην αγκαλιά της μαμάς, η άλλη στην αγκαλιά του μπαμπά και μείναμε να κοιτάζουμε τις σταγονίτσες πάνω στα πλαστικά παράθυρα και να κάνουμε διαγωνισμό ποιανού η σταγόνα θα φτάσει πρώτη κάτω. Η βροχή που έπεφτε δυνατά ακουγόταν πάνω στο ύφασμα της σκηνής, όπως στις τέντες της βεράντας και από το χώμα αναδυόταν μυρωδιά βρεγμένου. Μυρωδιά ευτυχίας!

Το απόγευμα συνεχίστηκε, δεν έσταξε ούτε σταγόνα μέσα στο ασφαλές μας καταφύγιο, με ιστορίες από την ελληνική μυθολογία για τον Δευκαλίωνα και την Πύρα, τον Βενιαμίν Φραγκλίνο και την ανακάλυψη του ηλεκτρισμού και την εξήγηση γιατί πρώτα βλέπουμε την αστραπή και μετά ακούμε την βροντή. Και κατέληξε όταν πια βράδυασε με παιχνίδια με τις σκιές από την λάμπα πετρελαίου. Ναι, το θυμάμαι πολύ καλά, δεν είχαμε ειδικό εξοπλισμό, αλλά η λάμπα πετρελαίου υπήρχε στο σπίτι, καθώς οι διακοπές ρεύματος τον χειμώνα στο μικρό χωριουδάκι που μεγάλωσα ήταν συχνό φαινόμενο.   Είναι να μην μου αρέσουν οι αστραπές οι βροντές και οι αγκαλίτσες μετά από αυτό;

Creedence Clearwater Revival - Have you ever seen the rain

Το τραγούδι είναι επίσης σχετικό με την ανάμνηση. Στο αυτοκίνητο των γονιών μου, ένα Renault 14, χρώματος πορτοκαλί, το αγόρασαν τέλη της δεκαετίας του 70, τα παραισθησιογόνα ήταν στο φόρτε τους, υπήρχε ένα μαγνητόφωνο που έπαιρνε κάτι μεγάλες τετράγωνες κασσέτες και αυτό το τραγούδι ήταν μέσα στην μοναδική κασσέτα με «Ξένα» τραγούδια πάνω την οποία είχα ζωγραφίσει με κόκκινο στυλό ένα κοριτσάκι. Τραγουδάγαμε με τον αδερφό μου, ότι μας κατέβαινε, χωρίς να καταλαβαίνουμε γρί, μιμούμενοι τους ήχους, όχι και τόσο πετυχημένα οφείλω να ομολογήσω. Αμαμαμά – Μά Μπέκε – τουγκέδερ δε φά! Αυτό είτε θέλετε να το πιστέψετε ή όχι, είναι το My baker. Η κασσέτα είχε BONEYM, Abba, CCR και ήταν μακράν η αγαπημένη εμάς των παιδιών γιατί όλες οι υπόλοιπες είχαν Βέμπο, Λύντα – Χιώτη, Γιώργο Ζωγράφο (μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο, μικρό παιδί), Αρλέτα και Καίτη Χωματά. Το νέο κύμα έδινε και έπαιρνε και η ζωή προμηνύονταν συναρπαστική και χειμαρώδης όπως οι ξαφνικές καταιγίδες. 



Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Άχ, καλοκαίρι!


Σήμερα ήταν η πρώτη μέρα των διακοπών, τελείωσα χτες την δουλειά και τα μαθήματα της ειδικής σχετικότητας και το πανηγύρισα δεόντως με ύπνο, 3 πλυντήρια, ύπνο, σκούπισμα, ξεσκόνισμα, μαγείρεμμα (!!!) ύπνο, και μελέτη στα χιλιάδες περιοδικά σπιτιού για το πως θα κάνω το καινούργιο μου μπάνιο και την καινούργια μου κουζίνα, α, και στα ενδιάμεσα ύπνο. Έφτιαξα κιόλας μία ωραία στοίβα με όλα τα βιβλία που θα πάρω μαζί μου στις διακοπές από Δευτέρα, για να διαβάζω στο κάμπινγκ όταν δεν θα κοιμάμαι. Την Δευτέρα δεν θα πάω στην δουλειά, αλλά θα πληρωθώ για αυτό! Γιούπι! Αυτό είναι ο ορισμός της επιτυχίας του υπαλλήλου ναούμ’.

Δεν μπορούσα κιόλας να περπατήσω καλά, γιατί προχτές έκανα 40 λεπτά στέπ μετά από πολύ καιρό και έχει πιαστεί η αριστερή μου γάμπα ΜΟΝΟ, πρέπει να έκανα κάτι πολύ λάθος, και περπατάω σαν τον Σαρκοζί στην σύνοδο κορυφής, δηλαδή σαν συγκαμμένη. Ξεκινάω πχ να πάω από τον καναπέ στο ψυγείο να πιω νερό κάνω ένα βήμα με το δεξί κανονικά, αλλά μετά η αριστερή μου γάμπα ζορίζεται από το βάρος μου και λυγίζει, με αποτέλεσμα να γέρνω από τα αριστερά, και μετά από τα δεξιά πάω κανονικά – ώπα κουστουμιά ο σακάτης – και είμαι να με κλαίνε οι ρέγγες. (I am to by crying by the herrings)

Α, το κάμπινγκ! Το δώρο των νομάδων στην ανθρωπότητα. Όταν ήμουν μικρή πηγαίναμε με τους γονείς μου ελεύθερο κάμπνιγκ παρακαλώ. Προχώ έτσι; Ναι, το ίδιο πιστεύω και εγώ! Είχαμε περάσει από παραλίες, αλλά και ραχούλες, δεν  θα ξεχάσω ποτέ ένα καλοκαίρι στο Καρπενήσσι με την τροχοσκηνή. Να παίρνεις το ρολό χαρτί σου και να ξαμολιέσαι στο δάσος! Και όποιος ερασιτέχνης αναρωτιέται τι είναι η τροχοσκηνή, ιδού τα ντοκουμέντα.

Τροχοσκηνή Γαλλικής προέλευσης - κατασκευής 1983
Απ’ έξω εμφάνιση, από μέσα άνεση. Αυτό το κουκλί διαθέτει δύο διαφορετικούς χώρους ύπνου με στρώμα, έκαστος διθέσιος, χώρο για κουζίνα που χωρίζεται από το υπόλοιπο καθιστικό με ένα μοδέρνο λουλουδάτο παραβάν, και υπέροχες λουλουδάτες κουρτίνες, ότι πρέπει για να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα ένας υπέρμαχος του μινιμαλισμού. Πέρυσι το καλοκαίρι την ανασύραμε από το υπόγειο των γονιών μου και αφού πληρώσαμε ένα καλό κουστουμάκι για τον κοτσαδόρο και την μεταβίβαση των πινακίδων ξεκινήσαμε για κάμπινγκ στο εξωτικό Παλούκι Ηλείας. Δύο εβδομάδες πρίν ξεκινήσουμε είχαμε επιχειρήσει να κλείσουμε θέσεις στο κάμπινγκ για 5 άτομα, αλλά ούτε μας επιβεβαιώνανε, ούτε μας απορρίπτανε. Όταν με τα χίλια ζόρια φτάσαμε εκεί, να σας θυμήσω την απεργία των βυτιοφόρων, και ενώ το κάμπινγκ ήταν πρακτικά άδειο, η κυρία που το είχε, στάνταρ ξαδερφή της Μέρκελ, μας κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και εμάς και την τροχοσκηνή, και είπε ότι πεγιμένει από την Γεγμανία σαγάντα τγοχόσπιτα και ζεν μπογεί να μας βάλει στις άδειες θέσεις μπγοστά στη θάλασσα, αλλά έχει κάτι ωγεότατες θέσεις πιο πίσω γκια να μην πεγπατάμε πολύ γκια την τουαλέττα και εμείς ελλείψη βενζίνης, που να τρέχουμε τώρα να βρίσκουμε αλλού, δεχτήκαμε! 


Η Φράου Μέρκελ έκανε γύρους με το ποδήλατό της κάθε πρωί και κάθε απόγευμα για να σιγουρευτεί ότι όλα έβαιναν καλώς στο camp συγκέντρωσης. Κάθε, μα κάθε φορά που πήγαινα στις τουαλέτες έβλεπα την καθαρίστρια να τις γλύφει και πήγαινα συχνά γιατί τα βλήτα που πήρα βρασμένα από το σπίτι σε ταπεράκι την δεύτερη μέρα στο ψυγειάκι του πάγου ξινίσανε ελαφρώς και εγώ έκανα πως δεν το κατάλαβα, ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ, και σε συνδυασμό με τον φραπέ και τα σταφύλλια με είχανε ταράξει στα δρομολόγια. Οι μέρες κυλήσανε με ξάπλωμα στην αιώρα κοιτάζοντας τα φύλλα να κουνιούνται, διάβασμα στην παραλία, τάβλι, επιτραπέζια και βουτιές. Σε ένα από τα βιβλία που διάβασα στην παραλία, την ηρωίδα την λέγανε Νάντια! Ναι, επιτέλους ένα βιβλίο για μία Νάντια. Πρίν προλάβω ωστόσο να χαρώ, διαπίστωσα ότι η Νάντια ήταν εκτός από περιβαλλοντολόγος ΚΑΙ Ρωσίδα πουτάνα. Όχι ρε γαμώτο! Πάει το ίμαντζ! Και πού να δείς πόσο ξενέρωσα όταν αυτήν και τον ήρωα τους κυνηγούσαν στην λίμνη Βαϊκάλη και τελικά την πιάσανε και της φυτέψανε μία σφαίρα στο κεφάλι. Ο ήρωας την γλίτωσε. Το έριξα στις βουτιές για να ξεχάσω το πόνο μου.  

Και ναι, επιτέλους έφτασε και πάλι αυτός ο καιρός. Φέτος βέβαια, η παρέα ομόφωνα απέριψε το Παλούκι-λούκ στην άγρια στύση και ψήφισε Βόρεια Εύβοια. Στην Βόρεια Εύβοια λοιπόν μας περιμένουν νέες περιπέτειες...
(συνεχίζεται....)  

Διαβάζοντας στην παραλία
Επιχείρηση Κιότο - Jose Rodrigues Dos Santos - Εκδόσεις Λιβάνη