Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Πριν

Υπάρχει μια υπέροχη μυστηριότητα όταν πέφτει το σκοτάδι και δεν έχουν ανάψει ακόμα τα φώτα του δρόμου. Είναι πιο ωραίος ο κόσμος τότε. Που ίσως να σκοτείνιασε απότομα από μια καταιγίδα που έρχεται όλη μέρα, αλλά ακόμα δεν έφτασε. Και έτσι δεν το έμαθαν ούτε οι λάμπες για να ανάψουν.

Στο βάθος αστραπές και μπουμπουνητά. Μια τέτοια στιγμή κάθομαι στη βεράντα, με ένα ανοιξιάτικο πουλόβερ και περιμένω την πρώτη στάλα της βροχής από στιγμή σε στιγμή...



Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Αισθήσεις και (κυρίως) παραισθήσεις

«Κάντε της μια πεθιδίνη», ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσα μετά την χειρουργική επέμβαση, μέσα στο λήθαργο και τον πόνο μου, που αν το κάτω άκρο της κλίμακας είναι ο αφόρητος και το πάνω η αναισθησία, έπαιρνα άριστα με τόνο! 

Δεν ξέρω με ποιες υπεράνθρωπες δυνάμεις έχει εξοπλίσει η φύση τον γυναικείο οργανισμό ώστε την ώρα της ανάγκης να μπορεί να ανταπεξέλθει σε υπερφυσικές απαιτήσεις, πάντως ενεργοποιήθηκαν και σε μένα και έτσι με απόκοσμη γενναιότητα κατάφερα και γύρισα στο δεξί πλευρό για να αποκαλύψω στη νοσοκόμα το τρυφερό μου κωλομέρι! Γυμνή ούσα, αμέσως ένιωσα την ανακουφιστική σουβλιά της σύριγγας που μου απέσπασε την προσοχή από τον ολοκληρωτικό πόνο της ανοιγμένης και ραμμένης μου κοιλιάς και τον μετέφερε στον οξύ, αλλά βραχύ μιας παυσίπονης ένεσης. Η πεθιδίνη κατατάσσεται στα οπιούχα φάρμακα με ισχυρή αναλγητική δράση, λέει. Ναι, καλά. Ο πόνος δεν πέρασε, απλά τον έγραψα στα αρχίδια μου, και έτσι, χωρίς να με νοιάζει, εκεί μέσα στο δωμάτιο της ανάνηψης, το έκοψα πάλι στον ύπνο. 



To επόμενο που θυμάμαι είναι να βρίσκομαι ξαπλωμένη πάνω σε ένα ιπτάμενο χαλί και να πετάω σαν υπερφυσικό τζίνι με καθετήρα. Πετούσα ανάσκελα στους μεγάλους διαδρόμους, γλιστρώντας απαλά, κάτω από φώτα και ψευδοροφές. Περνούσα κάτω από μικρούς ήλιους με εκτυφλωτικό, εμετικό φως ενώ αριστερά και δεξιά της τροχιάς μου υπήρχαν ανοιχτές πόρτες σε άλλους κόσμους. Μία οδηγούσε σε ένα απέραντο λιβάδι, με παπαρούνες, μικρές πράσινες μολόχες και λευκά μανιταράκια που ξεφύτρωναν πλοπ πλοπ μπροστά στα μάτια μου. Τι ωραία λιακάδα, τι ζεστασιά, πόσο όμορφος είναι ο κόσμος! Η επόμενη πόρτα είχε μέσα μια μεγάλη παιδική χαρά με γύρω-γύρω-όλοι και κάτι πράσινα ανθρωπάκια να έχουν πιαστεί και να στριφογυρνάνε. Περνώντας απ’ έξω τους έβλεπα που τρέχανε να αρπάξουν τις λαβές, φορώντας στα πρόσωπα τους κάτι άσπρα σαν αναπνευστήρες και κάσκες σκουφάκια. Ω, ναι, βρέθηκα σε άλλο πλανήτη και αυτοί είναι οι επιστήμονες που κάνουν πειράματα. Τώρα βγάζει νόημα! 


Αριστερά και δεξιά αφήνω και άλλες πόρτες που δεν μπορώ να δω τι έχουν. Στον μυστηριώδη διάδρομο μια άσπρη χήνα διασταυρώνεται με το χαλί μου και μου χαμογελάει. Προσπάθησα να γυρίσω το κεφάλι μου, αλλά άρχισαν να λιώνω μέσα στο μαγικό χαλί και να ζαλίζομαι, άτιμες αναταράξεις. Μάλλον σε αυτόν τον πλανήτη τίποτα δεν είναι όπως νόμιζα. Αυτά που ήξερα, να τα ξεχάσω. Κάποιος – ο Θεός κατά πάσα πιθανότητα - φώναξε από τα μεγάφωνα το όνομά μου. 

Ώχου, τι φωνάζει; 

Και ενώ το χαλί σπινιάρει και παίρνει στροφή προς τα δεξιά, βλέπω δύο πλάσματα, άγγελοι κατά πάσα πιθανότητα, να έρχονται προς το μέρος μου, ένας άντρας και μια γυναίκα. Ώπα, κάτι δεν πάει καλά. Τους βλέπω και ζαλίζομαι. Εντάξει, δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν μπορώ να ελέγξω την αναγούλα μου και δεν μπορώ να σηκωθώ. Μπορώ όμως να στρίψω! Χα! 

Πλούφ! Πάρε μια ρουκέτα στα πόδια τους. Με αγάπη. #Καρδούλες, #χαμογελάκια, #σαλάκια. 

Μωρέ, να βάλω και τις φωνές; Και δεν τις βάζω; Μάλλον τη στιγμή που ξερνούσα, χωρίς να το καταλάβω και σίγουρα χωρίς τη συναίνεσή μου, κάποιος ταχυδακτυλουργός πρέπει να με έκοψε στα δύο. Έτσι νιώθω τουλάχιστον. Ας ουρλιάξω λοιπόν! Ισχυρό παυσίπονο η πεθιδίνη, λέει. 

Το μαγικό χαλί τραβιέται προς τα πίσω, προς τον διάδρομο με τις πόρτες, αλλά πάει με την όπισθεν και εγώ πονάω, πονάω, πονάω… Αλλά δεν με νοιάζει! Η άσπρη χήνα με μαλώνει, μου λέει να μη φωνάζω γιατί τους τρόμαξα όλους. 

«Ευχαριστώ για την πληροφορία κυρία χήνα», σκέφτομαι. «Να μου και αν σας τρόμαξα, να μου και αν δεν σας τρόμαξα!» 

Βλέπω τη χήνα και να πράσινα ανθρωπάκια να με κοιτάνε περίεργα, πιθανότατα εξ αιτίας της ακούσιας ρουκέτας και των ουρλιαχτών, λιώνω λίγο περισσότερο μέσα στο χάλι μου και φεύγω πετώντας αγέρωχα προς το ασανσέρ. Μαζί μπαίνουν και οι μάλλον άγγελοι. 

Βγαίνουμε σε έναν άλλο χώρο, λιγότερο φωτεινό, το χαλί παρκάρει δίπλα σε ένα κρεβάτι και κάποιος μου λέει ότι πρέπει να μεταφερθώ. Επιστρατεύω τις υπερφυσικές μου δυνάμεις, με τραβάνε, και μέσα στην κομψότητα εγκαταλείπω το μαγικό μου χαλί μαζί με μια πλεξούδα ορούς, σακουλάκια, παροχετεύσεις και το λώρο του καθετήρα. Το χαλί μου φεύγει τσουλώντας προς την πόρτα. Έχει και ροδάκια και το σπρώχνει ένας κύριος. Με πληγώνει αυτός ο αποχωρισμός… 

Και τώρα στο κρεβάτι. Για πότε βρέθηκα με ρούχα, ένα ωραιότατο, τεράστιο, διχτυωτό βρακί και μια – αυτή ήταν κανονική – νυχτικιά, ούτε που το κατάλαβα. Οι σακούλες με τα διάφορα υγρά που μπαίνουν, ή βγαίνουν από το σώμα μου, ωραία τοποθετημένες τριγύρω, αλλά δεν με νοιάζει. Το μόνο που μπορώ να κουνήσω χωρίς να ουρλιάξω, ή να ξεράσω είναι τα φλέφαρά μου. Τα κλείνω λοιπόν και το κόβω και πάλι στον ύπνο.