Τετάρτη, 31 Μαΐου 2017

Supergirl

Βγήκα έξω απόψε με τα ακουστικά στα αυτιά να περπατήσω στο δροσερό βράδυ. Πρέπει να περπατάω μετά το χειρουργείο λέει γιατί πρέπει να ενεργοποιηθεί το λεπτό έντερο. Αυτό είναι κωδικός για το «πετάξαμε τα έντερα μέσα στην κοιλιά όπως - όπως και σε κλείσαμε, οπότε μέχρι να πάρει μπροστά το λεπτό έντερο εσύ θα πρήζεσαι και θα φουσκώνεις σαν μπαλόνι, εκτός και αν περπατάς #χαμογελάκι». Κανένα πρόβλημα. Ξέρετε πόσο εύκολα μπερδεύεται η αντεριά όταν φτιάχνεις κοκορέτσι;

Στο ραδιόφωνο παίζει το supergirl των Reamon που μέχρι και πρόσφατα θα μπορούσα να πω ότι ήταν ο ύμνος μου  “Super girls don’t cry, super girls just fly”! Εγώ ήμουν αυτό το supergirl που άντεχε, που δεν κουραζόταν ποτέ, που μετακινεί τα έπιπλα, που είναι υπεράνω και πολιτισμένη στις προσβολές, που όταν κάποιος που έχει ευεργετήσει, στρέφεται εναντίον της με αχαριστία αυτή λέει "δεν πειράζει" και φεύγει πετώντας. Που δεν θέλει βοήθεια, που τα κάνει όλα μόνη της, που είναι πάντα γελαστή, ψύχραιμη και δυνατή! 







Απεταξάμην! Και τινάζω και την σκόνη από πάνω μου

Μετά το χειρουργείο (έκανα ένα μεγάλο χειρουργείο στην κοιλιά) αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι ΔΕΝ είμαι supergirl. Οϊμέ! Το πρώτο δείγμα ήταν που δεν ήμουν ικανή να κάνω εγχείρηση στον εαυτό μου – dah – και έπρεπε να βασιστώ στον χειρούργο ότι θα μου την έκανε σωστά. Όταν συναντηθήκαμε έξω από το χειρουργείο, εγώ ξαπλωμένη στο φορείο με το σι θρού ρομπάκι να είμαι ανήσυχη, μου είπε «μη φοβάσαι, έχεις εμένα»! Πώς να του πω τώρα «εσένα είναι που φοβάμαι γιατρέ»; Έκατσα και μου το έκανε το χειρουργείο και μετά εκτός από τους πόνους, το επίσης οδυνηρό ήταν ότι βασιζόμουν σε άλλους για βασικές μου ανάγκες. Εντάξει μέσα στο νοσοκομείο δεν μπορούσα ούτε το νερό από το κομοδίνο να πιάσω, ούτε να το θυμάμαι δεν θέλω. Μιλάω για μετά, για το σπίτι. Βασιζόμουν σε άλλους να στρώνουν το κρεβάτι, να βάζουν τα πιάτα στο και από το πλυντήριο, να φτάνουν τα ψηλά ντουλάπια, τα χαμηλά ντουλάπια, να μου κάνουν αλλαγή στις γάζες, να κουβαλάνε οτιδήποτε είχε βάρος πάνω από ένα ποτήρι, να σηκώνουν από κάτω οτιδήποτε μου έπεφτε από τα χέρια, να μου πλένουν και να μου σιδερώνουν τα ρούχα, να με βοηθάνε να φορέσω τη ζώνη για να στηρίζεται κοιλιά και πλάτη, να με πηγαίνουν με το αυτοκίνητο στον γιατρό. Τα ηλεκτρικά μπαντζούρια πάντως, ε! Μόνη μου πατάω το κουμπί και κατεβαίνουν!

Super Nantia


Αυτή η εικόνα απέχει παρασάγκας από το supergirl όμως. Αμ, η ψυχραιμία; Ανύπαρκτη. Και κλάμα η κυρία. Πολύ περισσότερο από όσο συνήθως. Αλλά τελικά ξέρεις κάτι;

Δεν με νοιάζει!

Μεγάλο σχολείο ο πόνος. Σε κάνει να καταλαβαίνεις ποια πράγματα έχουν πραγματικά σημασία και αξία σε αυτή τη ζωή. Εύκολα το λέμε νοητικά, ότι δεν πρέπει να σκοτιζόμαστε για μικροπράγματα, αλλά όταν θα γίνει η στραβή στη δουλειά θα πάρεις ανάποδες πριν προλάβεις να πεις κύμινο. Θα θυμώσεις στο φανάρι, στην ουρά για τα τυριά, στην τράπεζα. Και τα πράγματα που έχουν στ’ αλήθεια σπουδαιότητα θα περιμένουν σε μια γωνίτσα να τα θυμηθείς. Μόνο που όταν πονάς οι προτεραιότητες τείνουν να αναθεωρούνται και αυτό που ήταν πολύ σημαντικό για σένα – κοίτα να δεις – δεν είναι πια! 

Δεν με νοιάζει που δεν είμαι η παντοδύναμη βασίλισσα της τελειότητας. Δεν με νοιάζει να εμπλακώ σε αντιπαραθέσεις που δεν θα αποφέρουν τίποτα. Τα κρατάω τα χρυσά μου τα λογάκια. Ούτε θα προσπαθήσω να πείσω κανέναν για τις καλές μου προθέσεις. Α, και να ξέρετε ότι είμαι άνθρωπος με ελαττώματα, πάθη και ζηλεύω. Επίσης αφού δεν είμαι supergirl δεν χρειάζεται να τα ανέχομαι όλα. Και όταν χαμογελάω και πολύ και το παίζω ψύχραιμη ενώ θα έπρεπε να είμαι θυμωμένη, να ξέρεις ότι με έχεις χάσει. Μουα-χα-χα-χα! Φλερτάρω με την ελευθερία των κινήσεων που έχει ένας άνθρωπος που δεν τον νοιάζει τι γνώμη έχουν οι άλλοι για αυτόν. Πώς δεν το είχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό; Ούτε χρειάζεται να αρέσω σε όλους, ούτε καν στους περισσότερους. Και με αυτούς με τους οποίους ταιριάζουν τα χνώτα μας και συνεννογιόμαστε αγαπάω τα ελαττώματά τους, όπως αγαπάνε και αυτοί τα δικά μου. Όπως αγαπάω και εγώ τα δικά μου. 

Γυρίζοντας από το περπάτημα στο ραδιόφωνο είχε το Personal Jesus. Πολύ καλύτερα εδώ. 




Νοητικά το αναζητούσα από πάντα, αλλά αυτή η αλλαγή έγινε βιωματικά και την εφαρμόζω από το χειρουργείο και μετά. Ελπίζω να μου κρατήσει. Το μόνο θέμα είναι ότι μέχρι να επαναλειτουργήσει κανονικά το έντερο, δεν κλάνω! Και αυτό είναι το μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό που έχω με ένα καθώς πρέπει supergirl.






Κυριακή, 21 Μαΐου 2017

Πριν

Υπάρχει μια υπέροχη μυστηριότητα όταν πέφτει το σκοτάδι και δεν έχουν ανάψει ακόμα τα φώτα του δρόμου. Είναι πιο ωραίος ο κόσμος τότε. Που ίσως να σκοτείνιασε απότομα από μια καταιγίδα που έρχεται όλη μέρα, αλλά ακόμα δεν έφτασε. Και έτσι δεν το έμαθαν ούτε οι λάμπες για να ανάψουν.

Στο βάθος αστραπές και μπουμπουνητά. Μια τέτοια στιγμή κάθομαι στη βεράντα, με ένα ανοιξιάτικο πουλόβερ και περιμένω την πρώτη στάλα της βροχής από στιγμή σε στιγμή...



Παρασκευή, 5 Μαΐου 2017

Αισθήσεις και (κυρίως) παραισθήσεις

«Κάντε της μια πεθιδίνη», ήταν τα πρώτα λόγια που άκουσα μετά την χειρουργική επέμβαση, μέσα στο λήθαργο και τον πόνο μου, που αν το κάτω άκρο της κλίμακας είναι ο αφόρητος και το πάνω η αναισθησία, έπαιρνα άριστα με τόνο! 

Δεν ξέρω με ποιες υπεράνθρωπες δυνάμεις έχει εξοπλίσει η φύση τον γυναικείο οργανισμό ώστε την ώρα της ανάγκης να μπορεί να ανταπεξέλθει σε υπερφυσικές απαιτήσεις, πάντως ενεργοποιήθηκαν και σε μένα και έτσι με απόκοσμη γενναιότητα κατάφερα και γύρισα στο δεξί πλευρό για να αποκαλύψω στη νοσοκόμα το τρυφερό μου κωλομέρι! Γυμνή ούσα, αμέσως ένιωσα την ανακουφιστική σουβλιά της σύριγγας που μου απέσπασε την προσοχή από τον ολοκληρωτικό πόνο της ανοιγμένης και ραμμένης μου κοιλιάς και τον μετέφερε στον οξύ, αλλά βραχύ μιας παυσίπονης ένεσης. Η πεθιδίνη κατατάσσεται στα οπιούχα φάρμακα με ισχυρή αναλγητική δράση, λέει. Ναι, καλά. Ο πόνος δεν πέρασε, απλά τον έγραψα στα αρχίδια μου, και έτσι, χωρίς να με νοιάζει, εκεί μέσα στο δωμάτιο της ανάνηψης, το έκοψα πάλι στον ύπνο. 



To επόμενο που θυμάμαι είναι να βρίσκομαι ξαπλωμένη πάνω σε ένα ιπτάμενο χαλί και να πετάω σαν υπερφυσικό τζίνι με καθετήρα. Πετούσα ανάσκελα στους μεγάλους διαδρόμους, γλιστρώντας απαλά, κάτω από φώτα και ψευδοροφές. Περνούσα κάτω από μικρούς ήλιους με εκτυφλωτικό, εμετικό φως ενώ αριστερά και δεξιά της τροχιάς μου υπήρχαν ανοιχτές πόρτες σε άλλους κόσμους. Μία οδηγούσε σε ένα απέραντο λιβάδι, με παπαρούνες, μικρές πράσινες μολόχες και λευκά μανιταράκια που ξεφύτρωναν πλοπ πλοπ μπροστά στα μάτια μου. Τι ωραία λιακάδα, τι ζεστασιά, πόσο όμορφος είναι ο κόσμος! Η επόμενη πόρτα είχε μέσα μια μεγάλη παιδική χαρά με γύρω-γύρω-όλοι και κάτι πράσινα ανθρωπάκια να έχουν πιαστεί και να στριφογυρνάνε. Περνώντας απ’ έξω τους έβλεπα που τρέχανε να αρπάξουν τις λαβές, φορώντας στα πρόσωπα τους κάτι άσπρα σαν αναπνευστήρες και κάσκες σκουφάκια. Ω, ναι, βρέθηκα σε άλλο πλανήτη και αυτοί είναι οι επιστήμονες που κάνουν πειράματα. Τώρα βγάζει νόημα! 


Αριστερά και δεξιά αφήνω και άλλες πόρτες που δεν μπορώ να δω τι έχουν. Στον μυστηριώδη διάδρομο μια άσπρη χήνα διασταυρώνεται με το χαλί μου και μου χαμογελάει. Προσπάθησα να γυρίσω το κεφάλι μου, αλλά άρχισαν να λιώνω μέσα στο μαγικό χαλί και να ζαλίζομαι, άτιμες αναταράξεις. Μάλλον σε αυτόν τον πλανήτη τίποτα δεν είναι όπως νόμιζα. Αυτά που ήξερα, να τα ξεχάσω. Κάποιος – ο Θεός κατά πάσα πιθανότητα - φώναξε από τα μεγάφωνα το όνομά μου. 

Ώχου, τι φωνάζει; 

Και ενώ το χαλί σπινιάρει και παίρνει στροφή προς τα δεξιά, βλέπω δύο πλάσματα, άγγελοι κατά πάσα πιθανότητα, να έρχονται προς το μέρος μου, ένας άντρας και μια γυναίκα. Ώπα, κάτι δεν πάει καλά. Τους βλέπω και ζαλίζομαι. Εντάξει, δεν μπορώ να κουνηθώ, δεν μπορώ να ελέγξω την αναγούλα μου και δεν μπορώ να σηκωθώ. Μπορώ όμως να στρίψω! Χα! 

Πλούφ! Πάρε μια ρουκέτα στα πόδια τους. Με αγάπη. #Καρδούλες, #χαμογελάκια, #σαλάκια. 

Μωρέ, να βάλω και τις φωνές; Και δεν τις βάζω; Μάλλον τη στιγμή που ξερνούσα, χωρίς να το καταλάβω και σίγουρα χωρίς τη συναίνεσή μου, κάποιος ταχυδακτυλουργός πρέπει να με έκοψε στα δύο. Έτσι νιώθω τουλάχιστον. Ας ουρλιάξω λοιπόν! Ισχυρό παυσίπονο η πεθιδίνη, λέει. 

Το μαγικό χαλί τραβιέται προς τα πίσω, προς τον διάδρομο με τις πόρτες, αλλά πάει με την όπισθεν και εγώ πονάω, πονάω, πονάω… Αλλά δεν με νοιάζει! Η άσπρη χήνα με μαλώνει, μου λέει να μη φωνάζω γιατί τους τρόμαξα όλους. 

«Ευχαριστώ για την πληροφορία κυρία χήνα», σκέφτομαι. «Να μου και αν σας τρόμαξα, να μου και αν δεν σας τρόμαξα!» 

Βλέπω τη χήνα και να πράσινα ανθρωπάκια να με κοιτάνε περίεργα, πιθανότατα εξ αιτίας της ακούσιας ρουκέτας και των ουρλιαχτών, λιώνω λίγο περισσότερο μέσα στο χάλι μου και φεύγω πετώντας αγέρωχα προς το ασανσέρ. Μαζί μπαίνουν και οι μάλλον άγγελοι. 

Βγαίνουμε σε έναν άλλο χώρο, λιγότερο φωτεινό, το χαλί παρκάρει δίπλα σε ένα κρεβάτι και κάποιος μου λέει ότι πρέπει να μεταφερθώ. Επιστρατεύω τις υπερφυσικές μου δυνάμεις, με τραβάνε, και μέσα στην κομψότητα εγκαταλείπω το μαγικό μου χαλί μαζί με μια πλεξούδα ορούς, σακουλάκια, παροχετεύσεις και το λώρο του καθετήρα. Το χαλί μου φεύγει τσουλώντας προς την πόρτα. Έχει και ροδάκια και το σπρώχνει ένας κύριος. Με πληγώνει αυτός ο αποχωρισμός… 

Και τώρα στο κρεβάτι. Για πότε βρέθηκα με ρούχα, ένα ωραιότατο, τεράστιο, διχτυωτό βρακί και μια – αυτή ήταν κανονική – νυχτικιά, ούτε που το κατάλαβα. Οι σακούλες με τα διάφορα υγρά που μπαίνουν, ή βγαίνουν από το σώμα μου, ωραία τοποθετημένες τριγύρω, αλλά δεν με νοιάζει. Το μόνο που μπορώ να κουνήσω χωρίς να ουρλιάξω, ή να ξεράσω είναι τα φλέφαρά μου. Τα κλείνω λοιπόν και το κόβω και πάλι στον ύπνο.