Δευτέρα, 12 Φεβρουαρίου 2018

Ιστορίες με βιβλία




Κάθομαι σε ένα γωνιακό τραπέζι δίπλα στην τζαμαρία, σε ένα γυάλινο μπουκάλι με στενό λαιμό βρίσκονται τρεις μωβ ανεμώνες. Διαβάζω το βιβλίο μου, ρουφώντας έναν αφράτο καφέ. Έχω ταυτόχρονα μια ανησυχία και μια γαλήνη, πως γίνεται αυτό δεν ξέρω να σας πω, μάλλον κβαντομηχανικά. Είναι απόγευμα, μια υπέροχη ώρα, που ναι μεν έχει δύσει ο Ήλιος, αλλά έχει ακόμα φως που ολοένα και λιγοστεύει και ανάβουν σιγά σιγά τα φώτα των σπιτιών και του δρόμου. Το επόμενο λεπτό έχω απορροφηθεί στο βιβλίο μου. Περπατάω εκεί γύρω στους ίδιους δρόμους του Θησείου, μόνο που στο βιβλίο έχουν 1973. Τόσο έχω και εγώ. Ταξιδεύω κάμποση ώρα ώσπου η σερβιτόρα γεμίζει νερό το ποτήρι μου σε ένα άλλο τώρα. Απολαμβάνω αυτή τη μετάβαση, από πραγματικότητα σε πραγματικότητα.

Κάτω από τη τζαμαρία, στα πέτρινα σκαλιά ανεβοκατεβαίνουν ζευγαράκια, γονείς με παιδιά και γάτες. Στον δρόμο περνούν αυτοκίνητα, όλο κοιτάζω μήπως είναι κάποιο που ξέρω. Πεταρίζει η καρδιά μου, ακουμπάω το χέρι μου πάνω στο μενταγιόν μου στο στήθος, χαμογελάω… Νιώθω μια μελαγχολία, μια αβεβαιότητα και μαζί μια γλύκα. Παίρνω μια βαθιά ανάσα κοιτάζω γύρω, έχουν ανάψει τα φώτα και ένα σποτάκι πέφτει πάνω μου. Φοράω ένα μπλε βελούδινο φόρεμα και κάθομαι πάνω σε κόκκινα μαξιλάρια. Το βιβλίο μου πάντως φωτίζεται άριστα, ρουφάω μια γουλιά καφέ πριν επιστρέψω στο τότε. Δεν θέλω να γυρίσω σπίτι, απολαμβάνω τη μοναξιά μου εδώ, μέσα στο χάρτινο παρόν. 

Το βιβλίο είναι ένας τρόπος να ταξιδεύεις όταν πρέπει να μείνεις εκεί που βρίσκεσαι. Εντάξει, δεν πρέπει να μείνω στο Θησείο, δεν πρέπει γενικότερα, δηλαδή δεν ξέρω αν, και ούτε μπορώ να τα διαχειριστώ και όλα, η ψυχραιμία έχει τα όριά της, μια αδιόρατη θλίψη, ένα βάρος και ένας αναστεναγμός. Καταλάβατε εσείς; 

Ωραία, γιατί δεν κατάλαβα εγώ! 

Μπροστά μου δυο τύποι παίζουν τάβλι, ενώ στο διπλανό τραπέζι έχει έρθει ένας νεαρός, κάθεται μόνος του και διαβάζει ένα κόκκινο βιβλίο. Δεν βλέπω τον τίτλο, αλλά είναι από αυτά που τους κόβεις τις σελίδες. Η κοπέλα του φέρνει μια τσαγιέρα και ένα άσπρο φλιτζάνι. Ανταλλάσσουμε χαμόγελα και συνεχίζω το διάβασμα. Κάποιος από τη φυλή μου κάθεται εκεί δίπλα και αυτό είναι μια κάποια παρηγοριά.

Κοιτάζω τα αυτοκίνητα, την κούπα μου, το κινητό μου, τις μωβ ανεμώνες, έξω από το παράθυρο τα σύρματα του ηλεκτρικού που κουνιούνται από τον αέρα. Χειμώνας. Χειμώνας παντού.







Madeleine Peyroux - Smile


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Εμπρός ΘουΒού! Πές μας τί σκέφτεσαι!