Τετάρτη 19 Οκτωβρίου 2011

Προ-απεργιακές σκέψεις


Μεγαλώνοντας οι γονείς μου με φώναζαν καπετάν – Νταβέλη, όχι μόνο επειδή έκανα ζαβολιές και φασαρίες, αλλά κυρίως για την επαναστατική μου διάθεση και την ασυμβίβαστη στάση μου. Δεν σήκωνα μύγα στο σπαθί μου και ήμουν ικανή να διεκδικήσω αυτά που ήθελα και άξιζα. Δεν ξέρω αν το παρατηρήσατε, πέρα από την ακατάσχετη φλυαρία και περιεαυτολογία, ο χρόνος όλων των παραπάνω ρημάτων είναι παρελθοντικός. Παραλθοντικός γαμώ την καταδίκη μου! Έχω γίνει ένα παράλυτο ραμολυμέντο του καναπέ. Τρώω τα νύχια μου βλέποντας ειδήσεις και τρέμω για την μέρα που θα χρεοκοπήσουμε. Πηδάω πάνω από ένα βουνό σκουπιδιών για να πάω στην δουλειά μου και δεν πολυμιλάω κιόλας, γιατί αισθάνομαι άσχημα που εγώ έχω δουλειά και κάποιοι άλλοι όχι. Δεν μιλάω γιατί έχω να φάω και κάποιοι όχι. Έχω να πληρώσω το νοίκι και κάποιοι άλλοι όχι.

Μέχρι που μου την βάρεσε. Μου ανάψαν τα λαμπάκια. Έγινα αγανακτισμένη. Όχι αγανακτισμένη του Συντάγματος, - λα-λά τί ωραία που βαράνε οι κατσαρόλες. Αγανακτισμένη με τον εαυτό μου που δεν αντιδρά και απώλεσε την επαναστατική του διάθεση. Θύμωσα γιατί η εργασία που θα πρέπει να είναι η παραγωγική δημιουργία του κάθε ανθρώπου, έχει γίνει οικειοθελές κάτεργο. Παρακαλάει ο κόσμος να πάει να δουλέψει δώδεκα ώρες για τρείς και εξήντα. Ούτε λόγος για υπερωρίες. Ούτε λόγος για εργασιακά δικαιώματα. Σιωπή! Φόβος!
Όλες οι σκέψεις είναι απόψε ανάκατες στο μυαλό μου. Αύριο είναι απεργία και πολύς κόσμος που ξέρω θα απεργήσει. Εγώ θα πάω στην πορεία με τις ευλογίες του αφεντικού μου!  Άκουσον – άκουσον! Δεν είμαι άνθρωπος του δρόμου, η αλήθεια να λέγεται. Για πρώτη φορά πήγα σε πορεία φέτος τον Ιούνιο. Αύριο θα είναι η δεύτερη. Την πρώτη φορά φάγαμε χημικά. Τώρα έχουν αγριέψει τα πράγματα. Κυριαρχεί ένα κλίμα τρομοκρατίας. «Όταν διαδηλώνουν πολλοί, κακά πράγματα συμβαίνουν σε καλούς ανθρώπους» - βλέπε Marfin. Αλλά βαρέθηκα να είμαι υποχείριο της τύχης που αποφάσισαν άλλοι για μένα. Δεν αντέχω να έχω εγώ φαγητό και εσύ όχι. Να έχω εγώ δουλειά και εσύ όχι. Δεν έφταιξα για την κατάσταση και είμαι σίγουρη ότι ούτε εσύ έφταιξες φίλε μου ταξιτζή, δημόσιε υπάλληλε, γιατρέ. Το να θες μία καλύτερη ζωή για εσένα και την οικογένειά σου δεν είναι φταίξιμο. Να πληρώνεσαι για τον κόπο σου, να απολαμβάνεις τον πλούτο που παράγεις με την εργασία σου. Οπότε αύριο, γαμώ την καταδίκη μου, δεν θα διαδηλώσω μόνο για τον εαυτό μου, αλλά και για όλους τους ανθρώπους που δεν ξέρω, δεν γνώρισα ποτέ, αλλά η ζωή μου εξαρτάται άρρηκτα από την δική τους με τρόπους που δεν μπορώ να φανταστώ.


 ΥΓ. Ελπίζω να είμαι σε θέση να σας γράψω και αύριο, γιατί «οι κακοί» βαράνε.

Κυριακή 9 Οκτωβρίου 2011

Φοβάμαι τον φόβο


Πολλά λόγια έχουν ειπωθεί και πολύ μελάνι έχει τρέξει στις δημοσιεύσεις/αναλύσεις της παγκόσμιας οικονομικής κρίσης γενικότερα και της κατάστασης στην Ελλάδα ειδικότερα. Σε αμέτρητες, πανάκριβες ώρες prime time δελτίων ειδήσεων ακούμε αυτόκλητους ειδικούς επί της κρίσης. Και φυσικά απορώ και εξίσταμαι με την πολυπραγμοσύνη των ημίθεων δημοσιογράφων που φαίνεται να έχουν την ίδια βαθιά κατάρτηση τόσο σε θέματα που αφορούν τον τρόπο κατάσβεσης πυρκαγιών, όσο και σε θέματα παγκόσμιας οικονομίας, χωρίς ωστόσο να υστερούν ούτε στην ανάλυση των νόμων και του συντάγματος. Τους θαυμάζω πραγματικά όλους αυτούς τους ημίθεους όχι μόνο για τις γνώσεις τους, αλλά και για την ταπεινοφροσύνη με την οποία τις περιφέρουν και τις χρησιμοποιούν στους τηλεοπτικούς διαλόγους.



Εγώ πάλι την κρίση την αντιμετωπίζω όπως όλα τα πράγματα. Κυρίως διαισθητικά. Η λογική συνεπικουρεί. Δεν θα προβώ σε οικονομικές αναλύσεις, γιατί είμαι παντελώς άσχετη με τα οικονομικά, απλά θα καταθέσω έναν υπαρξιακό προβληματισμό. Δεν είναι τα οικονομικά προβλήματα που με φοβίζουν περισσότερο από όλα, δεν είναι η ανεργία, δεν είναι οι φόροι. Είναι ο φόβος! Είναι το σκοτεινό χέρι που αγγίζει την καρδιά μου για μία απειλή που δεν βλέπω, αλλά οι ειδήμονες προαναφερθέντες ημίθεοι μου λένε ότι είναι εδώ. Είναι η μή αναστρέψιμη αίσθηση της κατάλυσης του πολιτεύματος από τους ίδιους τους θεματοφύλακές του. Δεν αισθάνομαι πια προστατευμένη από τους νόμους, ούτε από το Σύνταγμα της χώρας μου.
Νιώθω σαν να ζώ μέσα στο βιβλίο 1984* του Τζ. Όργουελ. Το δίκαιο είναι μόνο με το μέρος της εξουσίας. Αλίμονο αν κάποιος τολμήσει να διαφωνίσει. Εννοώ, πραγματικά να διαφωνίσει, όχι να κάθεται παράλυτος στον καναπέ και να μουτζώνει την τηλεόραση. Να βγεί στον δρόμο να διαμαρτυρηθεί, να απειλήσει ότι δεν θα πληρώσει τις αντισυνταγματικές έκτακτες εισφορές παντός είδους. Χα! Το μαγικό κουτί «αντιλαμβάνεται» την σκέψη του και τον απειλεί με τα τρομερά δεινά «haircut» και «στάση πληρωμών» και οποιαδήποτε επαναστατική διάθεση λιώνει και την θέση της παίρνει η παγωμάρα και ο φόβος των άγνωστων δεινών. Δεν έχει καμία σημασία αν τα μέτρα είναι άδικα. Αφού δεν υπάρχει κανένας θεσμός να προστατέψει τους αδικημένους. Οι αδύνατοι ας προσέχαμε. Έπρεπε να είμασταν με τους δυνατούς. Οι πολιτικοί μας λένε ότι πρέπει να σωθεί η πατρίδα. Δεν μας λένε όμως ότι πατρίδα τους είναι το συμφέρον και οι τράπεζες. Δεν τους νοιάζει η υπάρξή μου, η ζωή μου, τα όνειρά μου, οι ελπίδες μου, οι άνθρωποι που αγαπώ. Τους νοιάζουν μόνο οι παγκόσμιοι οικονομικοί ιστοί που υφαίνονται στο παρασκήνιο, τους νοιάζουν μόνο τα πανάκριβα στοιχήματα. Τα δικά τους παιχνίδια πρέπει τώρα να τα πληρώσω εγώ! Να τα πληρώσεις εσύ! Και τα πολύτιμα όνειρά μου δεν αρκούν για αυτά που πρέπει να πληρώσω. Δεν φτάνουν μόνο οι ελπίδες μου. Πρέπει να χάσω και την αξιοπρέπειά μου! Να μην μου μείνει τίποτα!
Μου έρχεται στο μυαλό συνεχώς μία φαντασία βιασμού. Στην αρχή ο βιαστής ακουμπάει το πιστόλι στον κρόταφό μου και μου λέει ότι αν δεν τον αφήσω να μου πιάσει το στήθος, θα με σκοτώσει. Εμένα δεν μου αρέσει, αλλά δεν θέλω να πεθάνω και έτσι τον αφήνω. (Σε αυτό το στάδιο είμασταν τον Μάιο του 2010. Είσοδος στο ΔΝΤ). Μετά με απειλεί ότι αν δεν μου πιάσει τον κώλο θα με πυροβολήσει. Εγώ θέλω να αντιδράσω και να του σπάσω τα μούτρα, αλλά είμαι σε μειονεκτική θέση. Τί να κάνω; Τον αφήνω. (Μάιος 2011). Με την ίδια απειλή της δολοφονίας με βιάζει. Κάνω τον σταυρό μου, και μή χειρότερα λέω, ελπίζωντας το κακό να σταματήσει εδώ. (Σε αυτό το στάδιο είμαστε τώρα/ Οκτώβριος 2011). Έχει μπέσα ο βιαστής; Φυσικά και όχι. Αφού μπορεί να με σοδομίσει, γιατί να μην το κάνει; Μπορεί να τον αφήσω, μπορεί και όχι. Τώρα αρχίζω και καταλαβαίνω ότι στο τέλος θα με πυροβολήσει έτσι και αλλιώς. Γιατί να μην σώσω την όποια αξιοπρέπεια μου έχει απομείνει;
Όσο τα σκέφτομαι, και όσο τα γράφω, τόσο εξαγριώνομαι. Βράζω, τρέμω από τα νεύρα μου. Τρέμω, αλλά δεν κουνιέμαι. Έχω παραλύσει, ακίνητη στον καναπέ και περιμένω τον πυροβολισμό. Και αυτό, φίλοι μου, είναι τραγικό!
  



*Σημείωση: Το 1984 ή Χίλια Εννιακόσια Ογδόντα Τέσσερα είναι η τελευταία μυθιστορηματική εργασία του Τζορτζ Όργουελ. Θεωρείται βιβλίο-Σταθμός του 20ού αιώνα στην πολιτική σκέψη. Περιγράφει την ιστορία ενός ανθρώπου, του Γουίνστον Σμιθ, στον εφιαλτικό κόσμο της Ωκεανίας, μιας χώρας που βρίσκεται κάτω από ένα δυστοπικό απολυταρχικό καθεστώς στο οποίο όλοι οι κάτοικοι βρίσκονται υπό συνεχή παρακολούθηση. Η χώρα βρίσκεται σε συνεχή πόλεμο με δύο άλλες υπερδυνάμεις και θυμίζει τα απολυταρχικά καθεστώτα του Στάλιν και του Χίτλερ και οι άνθρωποί της ζουν υπό ιδιαίτερα καταπιεστικές συνθήκες. Ο Όργουελ έγραψε το βιβλίο το 1948 (από αναριθμητισμό αυτού του έτους προέρχεται και ο τίτλος του έργου) και το εξέδωσε το 1949. Έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες και έχει επηρεάσει σημαντικά τον παγκόσμιο πολιτισμό. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στον Μεγάλο Αδελφό, τον (ανύπαρκτο) πολιτικό ηγέτη της χώρας, «Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΑΔΕΛΦΟΣ ΣΕ ΠΑΡΑΚΟΛΟΥΘΕΙ». Ο Μεγάλος Αδελφός αποτελεί σήμερα έκφραση που υποδηλώνει καθεστώς παρακολούθησης.



Τρίτη 4 Οκτωβρίου 2011

Όταν καπνίζει ο λουλάς


Πολλοί με ρωτάτε και ήρθε η ώρα να δώσω διευκρινήσεις. Αληθεύει το  ότι επί ικανού χρονικού διαστήματος πριν φύγω για το Άμστερνταμ διατεινόμουν ενθουσιωδώς ότι στην πόλη του μαύρου, θα μπαφιαστώ και εγώ λιγουλάκι. Κοινώς ότι ένα μυρωδάτο τσιγαράκι θα το κάνω βρε αδερφέ. Σήμερα λοιπόν θα ήθελα να διευκρινίσω τις συνθήκες κάτω από τις οποίες δεν πραγματοποίησα την δήλωσή μου, καθότι αλλιώς τα περίμενα και αλλιώς τα βρήκα.

Για αρχή περίμενα τα περίφημα coffee shops να είναι σοφιστικέ και εκλεπτισμένα καφέ, με χαλί στο μαονένιο πάτωμα, δερμάτινους καναπέδες, βιβλιοθήκες κατάφορτες δερματόδετους τόμους, και φωτιστικά από πάπυρο. Ένα μέρος στο οποίο θα σύχναζαν τύποι σαν τον Φιλέα Φόγκ. Ένα είδος Αγγλικής λέσχης. Boy, was I wrong! Τα coffee shops δεν ήταν τίποτα περισσότερο από ημιυπόγειοι τεκέδες, με ρυπαρό πάτωμα, ούτε λόγος για καναπέδες, και άλλοτε πράσινο, άλλοτε μώβ φθορίζων φως. Εκεί θα μπορούσε να συχνάζει ο Ζαγοραίος και ο Βαμβακάρης, των οποίων η μουσική μπορεί να είναι μεγαλοφυής, αλλά ας μήν υποτιμούμε την επήρεια κάτω από την οποία γράφτηκε. Το απόλυτο αντίδοτο του νταλκά! Τί Πλούταρχος και αηδίες!  Άντε πες λοιπόν, το περιβάλλον να το παραβλέψω, αφού είχα δηλώσει ότι θα δοκιμάσω, άντρες είμαστε και τον λόγο μας τον κρατάμε! Όμως δεν ήταν μόνο αυτό.

Μεγάλες προσδοκίες Νο2: Περίμενα ότι η μυρωδιά του μπάφου θα είναι ωραία. Δεν μπορεί να το λένε «μυρωδάτο» χωρίς λόγο, έλεγα. Το φανταζόμουν να μυρίζει σαν ένα κανονικό τσιγάρο, με επιπλέον αρώματα σοκολάτας, κανέλλας, ξύλου και μία επίγευση μήλου. Λάθος! Αυτό μύριζε σαν ξυνισμένος εμετός! Δεν με νοιάζει αν είμαι η προσωποποίηση της συνέπειας. Είπα – ξείπα. Εγώ ξυνισμένο εμετό δεν καπνίζω! Το μύριζα στον δρόμο – παντού όμως – και μου ερχόταν να γεμίσω και εγώ μία χάρτινη σακούλα με φρέσκο μπάφο δικής μου παραγωγής. (Μόλις ετοίμασα μία κατσαρόλα φακές, με μπόλικη δάφνη και έβαλα τόσο σκόρδο που μυρίζει όλο το σπίτι τζατζίκι. Αυτό μετράει για μαστούρα;) Βέβαια, οι άνθρωποι στην Ολλανδία ήταν χύμα. Δεν τους ένοιαζε τίποτα. Μπορεί το «πράγμα» να ήταν ξυνό, (Πακαλόλο το λένε στην Χαβάη, είχε πάει μία γνωστή μου που πέρασε πολύ ωραία και γύρισε με τατουάζ) αλλά πρέπει να κάνει καλή δουλειά, όλοι βρίσκονταν σε μία μαγική νιρβάνα, σε ένα γλυκό σύννεφο, και πολλοί είχαν το σπινθηροβόλο βλέμμα της αγελάδας.

Το κακό είναι ότι με την επιστροφή στην Ελλάδα ανακάλυψα ότι και εδώ οι άνθρωποι περπατάνε στον δρόμο με βλέμμα θολό, με διασταλμένες κόρες, και όσο βαθιά και αν κοιτάξεις δεν βλέπεις ούτε μία σπίθα. Μόνο που εδώ δεν φταίει αυτό που παίρνουμε, αλλά αυτό που δίνουμε. Έχω βαρεθεί να ακούω δηλώσεις για νέα μέτρα, για την κρίση, έχω βαρεθεί να ακούω σάτυρα για τους κακούς πολιτικούς, έχω βαρεθεί να είμαι άβουλο πλάσμα, ανάμεσα σε πολλούς, σαν να έχουμε φάει όλοι ομαδικώς κεκάκια μαριχουάνας. Έχω βαρεθεί να βιώνω την τρομοκρατία και την αβεβαιότητα για το αύριο. Δεν έζησα την Γερμανική Κατοχή, δεν ξέρω κανέναν που να την έζησε για να τον ρωτήσω αν ένιωθε τον φόβο που ζω εγώ σήμερα. Σας ενθαρρύνω να δείτε το ντοκυμαντέρ «Το Δόγμα του Σοκ» για το πως ο εκφοβισμός αποτελεί συνειδητή πολιτική χειραγώγησης.

I am sick and tired of being sick and tired!  Κάτι πρέπει να γίνει. Δεν ωφελεί να μένουμε στην κριτική και να λέμε ότι η κυβέρνηση μας οδηγεί με μαθηματική ακρίβεια στην καταστροφή. Κάποιος πρέπει να αναλάβει δράση. Φτάνει η σάτυρα. Τώρα θέλουμε λύσεις!
   

 "Όσοι γινούν πρωθυπουργοί". Στίχοι-μουσική: Μάρκος Βαμβακάρης
   

Κυριακή 2 Οκτωβρίου 2011

Ημερολόγιο καμπίνας


Δεν ξέρω τί στο καλό είχε μέσα σήμερα ο καφές, πάντως αυτός που έφτιαξα εγώ στις 6 το πρωί στο σπίτι είχε μόνο λουμίδη και λίγη ζάχαρη, αυτός που ήπια στο αεροδρόμιο δεν ξέρω, πρέπει να ήταν εξαιρετικά ακριβή ποικιλία καφέ γιατί έκανε 4.90, πάντως ότι και αν είχε μέσα δεν έπιασε και ορίστε τώρα, τρώω τα νύχια μου μέσα στην καμπίνα του αεροπλάνου. Είμαστε ήδη 50 λεπτά επιβιβασμένοι, αλλά πετάμε; Όχι! Περιμένουμε, τους ελεγκτές εναέριας κυκλοφορίας που αποφασίσανε ότι θέλουν περισσότεροι ώρα να ελέγξουν σήμερα και να περιμένουμε υπομονετικά στα αυγά μας, λέει. Είμαι σε επαγγελματικό ταξίδι, που συνήθως μου αρέσουν, αλλά η μέρα δεν ξεκίνησε καλά. Κατ’ αρχάς δεν κοιμήθηκα καθόλου καλά το βράδυ, είχα εκνευρισμό για το ταξίδι και εκνευρισμό γιατί χρειάστηκα τρείς ώρες για να φτιάξω την βαλίτσα μου, στην διάρκεια των οποίων δοκίμασα και ξαναδοκίμασα τα χειμωνιάτικα ρούχα μου, αφού τα εντόπισα στο πατάρι από την άνοιξη, και δοκίμασα μία δυσάρεστη έκπληξη, καθώς τα περισσότερα μου έμπαιναν μετά βίας όσο και αν ρουφούσα την κοιλιά μου. Να μάθω άλλη φορά να μην το ρίχνω στις μπύρες και τα μεζεδάκια το καλοκαίρι. Πακετάρισα λοιπόν, κάποια προσεκτικά επιλεγμένα ρούχα, που να μην έχουν πολλά κουμπιά, μην τυφλώσω και κανέναν ανυποψίαστο όταν θα πεταχτούν ξαφνικά ,  αααααα απογειωνόμαστε σε πέντε λεπτά λέει ο κυβερνήτης! Κλείνω

Ok, απογειωθήκαμε, φάγαμε και κάτι κεφτεδάκια, πήρα και έναν υπνάκο, τώρα είμαι αρκετά πιο χαλαρή, πάμε παρακάτω.  Πού είχα μείνει; Α, ναι, η βαλίτσα έκλεισε με τα χίλια ζόρια, πήρα μόνο δύο βιβλία, θα το μετανιώσω τόσο πολύ. Γρήγορα γιατί τελειώνει η μπαταρία και δεν φτάνω ακόμα στο περιστατικό που θέλω να αναφέρω.  Στον έλεγχο των χειραποσκευών πετυχαίνουμε με την συνάδελφο έναν πολύ μακρινό γνωστό/τον έχω δεί μία φορά σε ένα συνέδριο ο οποίος θεώρησε πρέπον να μας ρωτήσει αν γίνεται να αλλάξουμε θέσεις στο αεροπλάνο γιατί η γυναίκα του έχει κλειστοφοβία και τους έχουν βάλει χωριστά, πρέπει να μας έκοψε για μ@λ@κες και όταν εγώ αρνήθηκα (αυτό πρέπει να καταγραφεί, συνήθως δεν λεώ όχι εύκολα) με κοίταζε σαν ήμουν εγώ η γαϊδούρα που αρνήθηκα και όχι εκείνος που ώντας γνώστης του προβλήματος πήγε αργά στο check in και τους δώσανε χωριστές θέσεις. Είχα την προνοητικότητα να κάνω web check in για να επιλέξω εγώ τις θέσεις μας και να πετάξω μαζί με την συνάδελφό μου επί 4 ώρες και πρέπει να τις παραχωρήσω; ΔΕΝ ΣΦΑΞΑΝΕ! Βέβαια, όπως μου επισημάνθηκε, αρνήθηκα με πολύ σοβαρό ύφος, και όταν παίρνω εγώ το σοβαρό ύφος, τρομάζω τον κόσμο. Αλλά ας το καταλάβει και αυτός, φοβήθηκα ότι θα έπρεπε να δώσει την θέση μου, την θεσούλα μου, my precious 5d στον διάδρομο και με πολύ χώρο για τα ατελείωτα πόδια μου.

Συνεχίζεται ……………

Commentary: Ημιτελές το ξέρω, αλλά είμαι τόσο πτώμα, τα υπόλοιπα θα τα γράψω σε δεύτερο χρόνο. Ευχαριστώ για την κατανόηση.

Τρίτη 20 Σεπτεμβρίου 2011

Ποιος θυμάται τη βροχή


Ξεκλείδωσα και μπήκα σπίτι πάνω στην ώρα για να προλάβω την πρώτη σταγόνα της βροχής στην βεράντα και όχι στο κεφάλι μου στον δρόμο, κάτι που όπως είπε και ένας φίλος μου, οφείλεται στην τύχη και την προνοητικότητά μου. Τύχη γιατί δεν με πέτυχε η βροχή στο κέντρο χωρίς ομπρέλα, προνοητικότητα γιατί όταν κατάλαβα ότι αν περιμένω το λεωφορείο θα γίνω παπί, πήρα ταξί. Όχι ότι θα με πείραζε να βραχώ στον δρόμο, απλά ήθελα να απολαύσω την πρώτη βροχή του φθινοπώρου με την ησυχία μου στο σπίτι. Και έτσι να’μαι στην βεράντα με την Ακρόπολη στο βάθος  και την θάλασσα χαμένη στην βροχή.

Όσο μπορώ να θυμηθώ τον εαυτό μου μου άρεσε η βροχή. Μου άρεσε πολύ! Έβγαζα τα παπούτσια μου και έτρεχα ξυπόλητη στις πρασινάδες της αυλής, περνούσα κάτω από τα λούκια επίτηδες για να μουσκευτώ και έτρεχε η μάνα μου να με μαζεύει.  Μέχρι που πολύ πρόσφατα μπόρεσα να ανακαλέσω την ανάμνηση του γεγονότος που υπήρξε η απαρχή αυτής της λατρείας προς την βροχή. Τώρα θα σας εισάγω σε ένα προσωπικό άβατο, για αυτό χειριστείτε το με σεβασμό. Ένα καλοκαίρι, πρέπει να ήμουν τεσσάρων χρονών, ή πέντε, είχαμε πάει με τους γονείς μου ελεύθερο κάμπινγκ με την τροχοσκηνή. (Για όσους δεν ξέρουν τί εστί τροχοσκηνή, ιδού! Η δική μας είναι μικρότερη από αυτή στο βίντεο, αλλά μοιάζει πολύ).   
Είχαμε στήσει σε μία εκπληκτική μικρή παραλία με πεύκα, πέντε μέτρα από την θάλασσα, και εκεί μας πέτυχε μία καλοκαιρινή βροχή, από εκείνες που ξεσπούν ξαφνικά, με ένταση και γεμίζουν τις χωμάτινες ρωγμές νερό και τον αέρα ηλεκτρισμό.  Άμα ξεκίνησε η νεροποντή μας μάζεψε η μάνα μου εμένα και τον αδερφό μου μέσα στον χώρο του καθιστικού της σκηνής, ο ένας στην αγκαλιά της μαμάς, η άλλη στην αγκαλιά του μπαμπά και μείναμε να κοιτάζουμε τις σταγονίτσες πάνω στα πλαστικά παράθυρα και να κάνουμε διαγωνισμό ποιανού η σταγόνα θα φτάσει πρώτη κάτω. Η βροχή που έπεφτε δυνατά ακουγόταν πάνω στο ύφασμα της σκηνής, όπως στις τέντες της βεράντας και από το χώμα αναδυόταν μυρωδιά βρεγμένου. Μυρωδιά ευτυχίας!

Το απόγευμα συνεχίστηκε, δεν έσταξε ούτε σταγόνα μέσα στο ασφαλές μας καταφύγιο, με ιστορίες από την ελληνική μυθολογία για τον Δευκαλίωνα και την Πύρα, τον Βενιαμίν Φραγκλίνο και την ανακάλυψη του ηλεκτρισμού και την εξήγηση γιατί πρώτα βλέπουμε την αστραπή και μετά ακούμε την βροντή. Και κατέληξε όταν πια βράδυασε με παιχνίδια με τις σκιές από την λάμπα πετρελαίου. Ναι, το θυμάμαι πολύ καλά, δεν είχαμε ειδικό εξοπλισμό, αλλά η λάμπα πετρελαίου υπήρχε στο σπίτι, καθώς οι διακοπές ρεύματος τον χειμώνα στο μικρό χωριουδάκι που μεγάλωσα ήταν συχνό φαινόμενο.   Είναι να μην μου αρέσουν οι αστραπές οι βροντές και οι αγκαλίτσες μετά από αυτό;

Creedence Clearwater Revival - Have you ever seen the rain

Το τραγούδι είναι επίσης σχετικό με την ανάμνηση. Στο αυτοκίνητο των γονιών μου, ένα Renault 14, χρώματος πορτοκαλί, το αγόρασαν τέλη της δεκαετίας του 70, τα παραισθησιογόνα ήταν στο φόρτε τους, υπήρχε ένα μαγνητόφωνο που έπαιρνε κάτι μεγάλες τετράγωνες κασσέτες και αυτό το τραγούδι ήταν μέσα στην μοναδική κασσέτα με «Ξένα» τραγούδια πάνω την οποία είχα ζωγραφίσει με κόκκινο στυλό ένα κοριτσάκι. Τραγουδάγαμε με τον αδερφό μου, ότι μας κατέβαινε, χωρίς να καταλαβαίνουμε γρί, μιμούμενοι τους ήχους, όχι και τόσο πετυχημένα οφείλω να ομολογήσω. Αμαμαμά – Μά Μπέκε – τουγκέδερ δε φά! Αυτό είτε θέλετε να το πιστέψετε ή όχι, είναι το My baker. Η κασσέτα είχε BONEYM, Abba, CCR και ήταν μακράν η αγαπημένη εμάς των παιδιών γιατί όλες οι υπόλοιπες είχαν Βέμπο, Λύντα – Χιώτη, Γιώργο Ζωγράφο (μικρό παιδί σαν ήμουνα και πήγαινα σχολείο, μικρό παιδί), Αρλέτα και Καίτη Χωματά. Το νέο κύμα έδινε και έπαιρνε και η ζωή προμηνύονταν συναρπαστική και χειμαρώδης όπως οι ξαφνικές καταιγίδες. 



Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Η δικτατορία της ομορφιάς


Προσπαθώντας σήμερα να προσδιορίσουμε με μία φίλη μου το γενικά αποδεκτό πρότυπο της σύγχρονης γυναίκας φάγαμε δύο ολόκληρες ώρες και αποτέλεσμα δεν βγάλαμε. Νομίζω ότι είναι πιθανότερο να βρεθεί μία ενοποιημένη θεωρία πεδίου, παρά το γυναικείο πρότυπο, με την σαφέστατη διαφορά ότι το δεύτερο δεν μπορεί να είναι μονοσήμαντο. Διερευνώντας λοιπόν τον λαβύρινθο των άπειρων πιθανοτήτων πέφταμε όλη την ώρα πάνω στην πολύ συγκεκριμένη εικόνα της περιποιημένης μακρυμαλλούσας με το τέλειο μακιγιάζ, τέλειο νύχι, τέλειο φρύδι, που όταν οδηγεί ακούει Δρόμο ή Ρυθμό, φοράει πέδιλο Gucci και κρατάει τσάντα Luis Vuitton και αναζητά το αρσενικό που θα της παρέχει την δυνατότητα να συνεχίσει να αγοράζει αυτή την ζωή. Ένα πλάσμα που καταναλώνει.  Που είναι επειδή έχει. Δεν έχω απολύτως κανένα πρόβλημα με τις γυναίκες που έχουν την συγκεκριμένη εικόνα, το πρόβλημά μου αρχίζει όταν το περιβάλλον αρχίζει να προσπαθεί να την επιβάλλει με το ζόρι και σε εμένα. Ήδη η ζωή μου είναι αρκετά δύσκολη με τα στάνταρντς που βάζω εγώ στον εαυτό μου, δεν θέλω εξωτερικές επιβουλές! Άσε που η εικόνα της «τέλειας γυναίκας» είναι χρονικά ασύμφορη. Ένα περιποιημένο μανικιούρ για να γίνει χρειάζεται περίπου μία ώρα, ενώ για να χαλάσει το εν λόγω περιποιημένο μανικιούρ χρειάζεται μόνο ένα πλύσιμο πιάτων. Πάνε στράφι τα στρασάκια στο σιφώνι! (Ώπα και παρήχηση που ενισχύει την εντύπωση που θέλω να δώσω – τυχαία βγήκε, αλλά την κρατάω.) Δεν θα γίνω εγώ σκλάβα των νυχιών μου! Δεν είπα ότι θα γίνω φάλαινα και θα αφήσω μουστάκι, αλλά δεν θα τρελαθώ κιόλας που τα μπούτια μου δεν είναι αγαλματένια. Θέλω να ζήσω, να χαρώ το ατελές σώμα μου, να φωνάξω, να δαγκώσω, να φορέσω τα ρούχα μου και όχι αυτά εμένα.

Την ίδια καταδυνάστευση φαίνεται να νιώθουν πολλές καθόλου τέλειες, αλλά απίστευτα μοναδικές γυναίκες, με αναπτυγμένη προσωπικότητα, σοφιστικέ και καλλιεργημένες, που χαίρομαι να κάνω παρέα μαζί τους γιατί αυτό που θα πούν, ακόμα και η πλάκα που θα κάνουμε, θα με βάλλει σε σκέψεις, θα με κάνει καλύτερη. Δεν μπορώ να μην αντιδρώ στην μαζικότητα και την πολτοποίηση. Και όποιος με ξέρει για πάνω από πέντε λεπτά μπορεί να επιβεβαιώσει το πόσο αντιδραστικό άτομο είμαι! Μου αρκούν τα περσινά, ακόμα και τα προπέρσινα παπούτσια μου, έχω δε ένα και μοναδικό ζευγάρι μπότες από τον Φεβρουάριο του 2009 και τις έχω ξεσκίσει. (Α! Την σπαγγοραμένη!) Μου αρέσουν και τις φοράω πολύ. Αφού οι ανάγκες μου είναι καλυμμένες, τί θα μου προσφέρει μία επιπλέον αγορά; Ούφ! Δύσκολοι καιροί για γυναίκες!

Μπορείς να βρίσκεσαι μέσα στον λαβύρινθο και ενώ συνεχίζεις να πέφτεις στο αδιέξοδο της «τέλειας γυναίκας» να βαρεθείς και να επιλέξεις να μείνεις εκεί για πάντα. Μπορεί να είσαι εγκλωβισμένη, είσαι όμως σε μία μεγάλη ομάδα και έχεις αναγνώριση. Ή μπορείς να επιλέξεις  να παιδευτείς λιγάκι ακόμα, μέχρι να βγεις από την έξοδο στην ελευθερία της δικής σου μοναδικότητας!

Jeanne Hebuterne - Amedeo Modigliani
1919, λάδι σε καμβά 


Τρίτη 30 Αυγούστου 2011

Κάνω ping και δεν συγχρονίζει


Η ζωή είναι μία αλληλουχία από συγκυρίες. Άλλες ευτυχείς και άλλες ατυχείς. Το να απαντήσω «ναι» στην ερώτηση του υπαλλήλου του Γερμανού για το αν επιθυμούμε αναβάθμιση στην τηλεφωνική σύνδεση του γραφείου από τα 8 στα 24 Mbps, ήταν σαφέστατα μία ατυχής συγκυρία που πυροδότησε  μία άλλη αλληλουχία γεγονότων που για να μην τα πολυλογώ καταλήγουν στο να μην έχουμε internet και ενίοτε ούτε τηλέφωνο (ΟΤΕ: Ούτε Τηλέφωνο Έχουμε) τουλάχιστον μία ημέρα την εβδομάδα, πράγμα που είναι βολικό άν είσαι ερημίτης στο Σινά και θέλεις να επικοινωνήσεις με το Θείο, αλλά καθόλου πρακτικό αν είσαι υπάλληλος και θέλεις, ας πούμε, να δουλέψεις.  (Βρείτε πόσες είναι οι δευτερεύουσες προτάσεις ανάμεσα στις δυο τελευταίες τελείες και κερδίστε το λεξικό Τεγόπουλου – Φυτράκη!).  Από την τεχνική εξυπηρέτηση επέμεναν ότι η γραμμή μας είναι εντάξει, εγώ επέμενα ότι κάνω ping και δεν συγχρονίζει, παίζαμε στα στοιχήματα με την συνάδελφο αν τελικά θα φανεί ο τεχνικός, το έχασα, ο τεχνικός έβαλε ένα μαραφέτι στον τοίχο και είπε ότι βλέπει γή – daaaa εννοείται ότι βλέπει γή, αφού σας έχουμε πεί ότι έχουμε βλάβη εδώ και μία εβδομάδα και εσείς ήρθατε σήμερα. Άν αυτό δεν είναι γείωση, τότε τί είναι;  Η δουλειά μας τελικά δεν έγινε – Θεός φυλάξοι – και ο τεχνικός έφυγε με την καμήλα του, για τα περίχωρα του Καϊρου.


Υπό κανονικές συνθήκες θα είχα χάσει την ψυχραιμία και τον χρόνο μου, σήμερα απλά επέλεξα να πάω με το ρεύμα και να αφήσω τα πράγματα να κυλίσουν όπως τα φέρνει η ζωή. Δεν είναι γραφτό να έχουμε internet; Θα εκπαιδεύσω ταχυδρομικά περιστέρια! Το σύμπαν μπορεί να θέλει να μας κλείσει το παράθυρο των τηλεπικοινωνιών για κάποιον ανεξήγητο λόγο. Θα του πάω εγώ κόντρα; Αφήστε που απόψε δεν έχει φεγγάρι και το σύμπαν φαίνεται για τα δεδομένα της Αθήνας λαμπερό και ευδιάθετο. 

Πέμπτη 25 Αυγούστου 2011

Διακοπές καπούτ!


Για να δούμε αν το έχουμε ακόμα, ή μετά από τόσες μέρες αποχής σκουριάσαμε. Η αλήθεια είναι ότι σκυλοβαριέμαι και προτιμώ να ξαπλώσω στον καναπέ και να κοιτάζω το ταβάνι, αλλά πρέπει να πιέσω τον εαυτό μου να γράψει, αλλιώς θα πρέπει να πιέσω τον εαυτό μου να διαβάσει Ειδική Σχετικότητα που είναι μακράν πιό βάρβαρη από το γράψιμο ημερολογίου. (Αυτό με τις ενοχές τις απραξίας πρέπει να το κοιτάξω.)

Λοιπόν διακοπές! Χμμμ, τις περίμενα όλο τον χρόνο και τελικά ήρθαν και μετά έφυγαν και είναι γαμώτο σαν να μην τις έζησα ποτέ. Δεν θέλω να γίνομαι γκρινιάρα, απλά έτσι αισθάνομαι. Μου άφησαν κάποιες ωραίες αναμνήσεις, και κάποιες όχι και τόσο ωραίες και τα δύο ολόκληρα επιπλέον κιλά που καθιστούν την κατάσταση μου οριακή. Τα ρούχα μου ίσα, ίσα μου μπαίνουν και τα δαντελένια μου εσώρουχά ξεπατικώνονται στην σάρκα μου – σε ευχαριστώ μαμά για τις καταπληκτικές τηγανοκουλούρες που μου έκανες για πρωινό! Εντάξει δεν είναι ότι έφαγα πια και τόοοοοσο πολύ, απλά με το άτιμο διάβασμα έχω μειώσει αρκετά την γυμναστική και πρέπει να μπώ ξανά σε πρόγραμμα, πράγμα που θα κάνω αμέσως μόλις φάω ένα κουτάκι πουράκια σοκολάτας.  

Την πρώτη μέρα των διακοπών πήγα σε ένα βιβλιοπωλείο και αγόρασα προμήθειες για το καλοκαίρι!  Όπως αποδείχτηκε ήμουν λιγάαααακι υπεραισιόδοξη για το διάβασμα που θα μπορούσα να κάνω χωρίς να μου γκρινιάζουν ότι τους παραμελώ. Διάβαζα στο κρεβάτι με το ένα πόδι στον τοίχο, στην παραλία, στον κήπο, στον καναπέ, στο αυτοκίνητο. Παλιότερα ζαλιζόμουν όταν διάβαζα εν κινήσει, αλλά ας είναι καλά ο Χάρρυ Πόττερ που όταν τον διάβασα για πρώτη φορά δεν ήθελα να σταματήσω το διάβασμα στην διάρκεια του ταξιδιού και όπως αποδείχτηκε το διάβασμα ενδιαφέροντος βιβλίου στο αυτοκίνητο είναι καλύτερο και από δραμαμίνη.  Δύο – τρία από τα βιβλία βγήκαν καταπληκτικά, αλλά διάβασα και μία μεγάλη μούφα, μόνο που ήταν από το είδος της μούφας που σου αφήνει κάποια ερωτηματικά και που συνεχίζεις να διαβάζεις ελπίζοντας ότι κάτι έχεις καταλάβει λάθος και ότι θα ξεμουφιαστεί όταν λυθεί το μυστήριο. Χμμμμ... φρούδες ελπίδες. Μούφα από την αρχή ώς την τελευταία του σταγόνα.  

Θυμάστε που σας είχα πεί ότι θα πήγαινα για λυσσαλέο, αδυσώπητο κάμπινγκ στην Β. Εύβοια; Το γεγονός ότι φάγαμε πόρτα και τελικά ΔΕΝ κάναμε κάμπινγκ με έμαθε ότι η έπαρση είναι πολύ κακό πράγμα. Πολύ κακό πράγμα! Δέν έπρεπε να καμαρώνω που θα πάω κάμπινγκ, ούτε να σας το τρίβω στην μούρη έπρεπε, ζητώ ταπεινά συγνώμη, όλα εδώ πληρώνονται! Όπως αποδείχτηκε έπρεπε να έχουμε κλείσει θέση για την τεράστια υπέρλούξ τροχοσκηνή μας τουλάχιστον 2 μήνες πρίν. Μακάρι να το ξέραμε αυτό πρίν την επιχείρηση «βγάλτε την τροχοσκηνή από το υπόγειο» για την οποία έπρεπε να μετακινήσουμε δύο δίτονες κάδες (δοχεία επεξεργασίας βρώσιμων ελαιών), πέντε λαδίκες και 30 αλουμινένιους σωλήνες ποτίσματος (ο μπαμπάς μου είναι αγρότης) και έι – ώπ άλλοι σπρώχνοντας και άλλοι τραβώντας να την βγάλουμε στην αυλή και μετά τρίβαμε ο ένας τον άλλον καλοκαιριάτικα με Counterpain και Voltaren.

Βob ο Παγουράκης
Από πολλές απόψεις η τουρνέ στο Πήλιο ήταν πολύ καλύτερη τελικά. Για τρείς κυρίως λόγους: α) Τον Μυλοπόταμο β)Την Πλάκα γ)Την Φακίστρα. Το ωραίο με αυτές τις θάλασσες είναι ότι τις πιάνει ο αέρας, που σημαίνει ότι έχουν κύμα! Τί πιο τέλειο! Καλές είναι και οι ήμερες θάλασσες, αλλά ξενέρωτες βρε παιδί μου. Μπαίνεις μέσα, κάνεις πλίτσι-πλίτσι, βαριέσαι, βγαίνεις. Ενώ με τα κύματα.... άχ, καταρχάς την καταβρίσκεις μέχρι να μπείς μέσα, αλλά το καλύτερο είναι να στέκεσαι εκεί που σκάει το κύμα και να πηδάς από πάνω, να κάνεις βουτιές/κωλοτούμπες μέσα στους αφρούς, να πίνεις νερό, να σου σκάει το κύμα στα μούτρα και να νιώθεις σαν μύγα στο παρμπρίζ ένος τριαξονικού Scania. Άμα δεν σπάσεις και δύο τρείς φορές τα μούτρα σου στις πέτρες, τί γλύκα έχει το μπάνιο; Και τέλος να ξαπλώνεις εξουθενωμένη στην ακροθαλασσιά και να σε βρέχει η θάλασσα και η αλμύρα του νοτιά. Και να σηκώνεσαι μόνο όταν έχει γεμίσει το μαγιό σου άμμο και πετραδάκια και διάφορα άλλα σημεία του σώματός σου που κανονικά δεν είναι σχεδιασμένα να έχουν μέσα χαλικάκια, άρα ξαναμπαίνεις στην θάλασσα ανοίγεσαι και βγάζεις με ανακούφιση το μαγιό σου για να ξεφορτωθείς τα ενοχλητικά χαλικάκια. Μέθοδο που προφανώς δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει ένας νεαρός στον Μυλοπόταμο, που ήταν και η μοναδική παραλία που είχε ντούς. Περίμενα την σειρά μου για να ξεπλυθώ από την αλμύρα του νοτιά, η ντουζιέρα ήταν κατηλειμμένη από κάποιον νεαρό που είχε το ύφος «είμαι ωραίος, το ξέρω! Όλος ο Μυλοπόταμος το ξέρει, όλη η Ελλάδα το ξέρει, όλος ο κόσμος το ξέρει – δοξάστε με!». Εγώ περίμενα υπομονετικά με χαμόγελο «Θα πρέπει να δυσκολεύτηκες πολύ να κατέβεις τόσα σκαλιά πάνω στο καλάμι σου!» να ξεπλύνει ο νεαρός το γαρμπιλάκι από το μικρό δαχτυλάκι του ποδιού του, και μισό Πηνειό αργότερα το γαρμπιλάκι από την πατουσίτσα του, και μετά από το αριστερή τσέπη του μαγιώ του, και μετά – ώστε αυτή θα είναι η ζωή μου από εδώ και πέρα; Θα πρέπει να περιμένω έναν ωραιοπαθή να σπαταλήσει όλα τα αποθέματα γλυκού νερού του πλανήτη, χωρίς κάν να μπαίνει ολόκληρος από κάτω, μόνο επιλεγμένα μέρη του σώματός του, για να κάνω ένα ντουσάκι; Στην διπλανή ντουσιέρα είχαν είδη πλυθεί ένας μπαμπάς με τα δυό του παιδάκια, μία κοπελιά και ένας νεαρός με ράστα.  Επιτέλους ο νεαρός αποφασίζει ότι είναι εντάξει και φεύγει και εγώ για να τον τιμωρήσω ΔΕΝ του λέω ότι η πλάτη του είναι τίγκα στο γαρμπιλάκι, να μάθει άλλη φορά να μπαίνει ολόκληρος από κάτω και να κάνει λιγότερη ώρα! Μα υπάρχει λόγος να κάνεις πάνω από 30 δευτερόλεπτα ντούς στην παραλία;

Και φυσικά το φαγητό (και τα κλεμμένα σύκα!!!) μετά από τέτοιο καραβοτσάκισμα είναι πεντανόστιμο. Και το ποτό! (χίκ, χίκ, χε, χε!). Και θα τελειώσω την μηνιαία αναφορά με την Φακίστρα που είναι μία δυσπρόσιτη και απομονωμένη παραλία που χρειάζεται πολύ κατέβασμα και, Θεέ μου, πολύ ανέβασμα που θα ήταν πιο εύκολο αν δεν είχα τρία βιβλία στην τσάντα της παραλίας, αλλά αξίζει τον κόπο γιατί είναι ένας παραμυθένιος, μικρός κολπίσκος ότι πρέπει για χαλάρωση και ατελείωτο κολύμπι. Μάλιστα μου δάνεισε ο κολλητός μου το μασκοκάλαμο και μου άνοιξε έναν καινούργιο κόσμο!

Φακιστρα

Εύχομαι σε όλους να περάσατε καλά, να πήρατε δύναμη, ενεργητικότητα και έμπνευση για να βγάλετε την χρονιά μπροστά σας!
  

Κυριακή 31 Ιουλίου 2011

Άχ, καλοκαίρι!


Σήμερα ήταν η πρώτη μέρα των διακοπών, τελείωσα χτες την δουλειά και τα μαθήματα της ειδικής σχετικότητας και το πανηγύρισα δεόντως με ύπνο, 3 πλυντήρια, ύπνο, σκούπισμα, ξεσκόνισμα, μαγείρεμμα (!!!) ύπνο, και μελέτη στα χιλιάδες περιοδικά σπιτιού για το πως θα κάνω το καινούργιο μου μπάνιο και την καινούργια μου κουζίνα, α, και στα ενδιάμεσα ύπνο. Έφτιαξα κιόλας μία ωραία στοίβα με όλα τα βιβλία που θα πάρω μαζί μου στις διακοπές από Δευτέρα, για να διαβάζω στο κάμπινγκ όταν δεν θα κοιμάμαι. Την Δευτέρα δεν θα πάω στην δουλειά, αλλά θα πληρωθώ για αυτό! Γιούπι! Αυτό είναι ο ορισμός της επιτυχίας του υπαλλήλου ναούμ’.

Δεν μπορούσα κιόλας να περπατήσω καλά, γιατί προχτές έκανα 40 λεπτά στέπ μετά από πολύ καιρό και έχει πιαστεί η αριστερή μου γάμπα ΜΟΝΟ, πρέπει να έκανα κάτι πολύ λάθος, και περπατάω σαν τον Σαρκοζί στην σύνοδο κορυφής, δηλαδή σαν συγκαμμένη. Ξεκινάω πχ να πάω από τον καναπέ στο ψυγείο να πιω νερό κάνω ένα βήμα με το δεξί κανονικά, αλλά μετά η αριστερή μου γάμπα ζορίζεται από το βάρος μου και λυγίζει, με αποτέλεσμα να γέρνω από τα αριστερά, και μετά από τα δεξιά πάω κανονικά – ώπα κουστουμιά ο σακάτης – και είμαι να με κλαίνε οι ρέγγες. (I am to by crying by the herrings)

Α, το κάμπινγκ! Το δώρο των νομάδων στην ανθρωπότητα. Όταν ήμουν μικρή πηγαίναμε με τους γονείς μου ελεύθερο κάμπνιγκ παρακαλώ. Προχώ έτσι; Ναι, το ίδιο πιστεύω και εγώ! Είχαμε περάσει από παραλίες, αλλά και ραχούλες, δεν  θα ξεχάσω ποτέ ένα καλοκαίρι στο Καρπενήσσι με την τροχοσκηνή. Να παίρνεις το ρολό χαρτί σου και να ξαμολιέσαι στο δάσος! Και όποιος ερασιτέχνης αναρωτιέται τι είναι η τροχοσκηνή, ιδού τα ντοκουμέντα.

Τροχοσκηνή Γαλλικής προέλευσης - κατασκευής 1983
Απ’ έξω εμφάνιση, από μέσα άνεση. Αυτό το κουκλί διαθέτει δύο διαφορετικούς χώρους ύπνου με στρώμα, έκαστος διθέσιος, χώρο για κουζίνα που χωρίζεται από το υπόλοιπο καθιστικό με ένα μοδέρνο λουλουδάτο παραβάν, και υπέροχες λουλουδάτες κουρτίνες, ότι πρέπει για να τινάξει τα μυαλά του στον αέρα ένας υπέρμαχος του μινιμαλισμού. Πέρυσι το καλοκαίρι την ανασύραμε από το υπόγειο των γονιών μου και αφού πληρώσαμε ένα καλό κουστουμάκι για τον κοτσαδόρο και την μεταβίβαση των πινακίδων ξεκινήσαμε για κάμπινγκ στο εξωτικό Παλούκι Ηλείας. Δύο εβδομάδες πρίν ξεκινήσουμε είχαμε επιχειρήσει να κλείσουμε θέσεις στο κάμπινγκ για 5 άτομα, αλλά ούτε μας επιβεβαιώνανε, ούτε μας απορρίπτανε. Όταν με τα χίλια ζόρια φτάσαμε εκεί, να σας θυμήσω την απεργία των βυτιοφόρων, και ενώ το κάμπινγκ ήταν πρακτικά άδειο, η κυρία που το είχε, στάνταρ ξαδερφή της Μέρκελ, μας κοίταξε από πάνω μέχρι κάτω και εμάς και την τροχοσκηνή, και είπε ότι πεγιμένει από την Γεγμανία σαγάντα τγοχόσπιτα και ζεν μπογεί να μας βάλει στις άδειες θέσεις μπγοστά στη θάλασσα, αλλά έχει κάτι ωγεότατες θέσεις πιο πίσω γκια να μην πεγπατάμε πολύ γκια την τουαλέττα και εμείς ελλείψη βενζίνης, που να τρέχουμε τώρα να βρίσκουμε αλλού, δεχτήκαμε! 


Η Φράου Μέρκελ έκανε γύρους με το ποδήλατό της κάθε πρωί και κάθε απόγευμα για να σιγουρευτεί ότι όλα έβαιναν καλώς στο camp συγκέντρωσης. Κάθε, μα κάθε φορά που πήγαινα στις τουαλέτες έβλεπα την καθαρίστρια να τις γλύφει και πήγαινα συχνά γιατί τα βλήτα που πήρα βρασμένα από το σπίτι σε ταπεράκι την δεύτερη μέρα στο ψυγειάκι του πάγου ξινίσανε ελαφρώς και εγώ έκανα πως δεν το κατάλαβα, ΜΕΓΑ ΛΑΘΟΣ, και σε συνδυασμό με τον φραπέ και τα σταφύλλια με είχανε ταράξει στα δρομολόγια. Οι μέρες κυλήσανε με ξάπλωμα στην αιώρα κοιτάζοντας τα φύλλα να κουνιούνται, διάβασμα στην παραλία, τάβλι, επιτραπέζια και βουτιές. Σε ένα από τα βιβλία που διάβασα στην παραλία, την ηρωίδα την λέγανε Νάντια! Ναι, επιτέλους ένα βιβλίο για μία Νάντια. Πρίν προλάβω ωστόσο να χαρώ, διαπίστωσα ότι η Νάντια ήταν εκτός από περιβαλλοντολόγος ΚΑΙ Ρωσίδα πουτάνα. Όχι ρε γαμώτο! Πάει το ίμαντζ! Και πού να δείς πόσο ξενέρωσα όταν αυτήν και τον ήρωα τους κυνηγούσαν στην λίμνη Βαϊκάλη και τελικά την πιάσανε και της φυτέψανε μία σφαίρα στο κεφάλι. Ο ήρωας την γλίτωσε. Το έριξα στις βουτιές για να ξεχάσω το πόνο μου.  

Και ναι, επιτέλους έφτασε και πάλι αυτός ο καιρός. Φέτος βέβαια, η παρέα ομόφωνα απέριψε το Παλούκι-λούκ στην άγρια στύση και ψήφισε Βόρεια Εύβοια. Στην Βόρεια Εύβοια λοιπόν μας περιμένουν νέες περιπέτειες...
(συνεχίζεται....)  

Διαβάζοντας στην παραλία
Επιχείρηση Κιότο - Jose Rodrigues Dos Santos - Εκδόσεις Λιβάνη

Τετάρτη 27 Ιουλίου 2011

Νυστάζω, πήζω και ζορίζομαι


Σήμερα το πρωί ξύπνησα και γέλαγα με τα χάλια μου. Είδα στον ύπνο μου ότι κοιμόμουνα! Είμαι κουρασμένη, είμαι πολύυυυυυ κουρασμένη. Είμαι απελπιστικά κουρασμένη. Δεν την παλεύω άλλο σας λέω! Θέλω να κοιμηθώ μία εβδομάδα μπρούμυτα, μία εβδομάδα ανάσκελα και μία στο πλάι για να στρώσω. Θέλω να πάω σε μία παραλία και να αράξω κάτω από ένα δεντράκι και να φυσάει απαλό αεράκι και να κοιμηθώ. Θέλω να πιώ έναν τριπλό εσπρέσσο και μετά γλυκά γλυκά να κλείσω τα ματάκια μου και να ονειρευτώ. Θέλω να ξαπλώσω σε μία αιώρα και να κοιτάζω τα φύλλα που κουνιούνται και να τρίζει ελαφρώς το σκοινί στο δέντρο και να με νανουρίζει. Θέλω να ανάψω κεράκια στην βεράντα και ο αέρας να ανεμίζει τις κουρτίνες και να ακούω τα τριζόνια και να κοιμηθώ. Την έχετε την εικόνα; Μου αρέσει να κοιμάμαι, τί να κάνω. Προτιμώ να κοιμηθώ από το να φάω! Από δω να καταλάβεις πόσο μου αρέσει να κοιμάμαι.    

                   Αντιχασμουρικά χάπια έχετε;

Λοιπόν δεν ξέρω πως, αλλά πρέπει να βρεθεί ένας τρόπος να φαίνονται οι μαύροι την νύχτα. Δεν είναι ρατσιστικό, δεν φαίνονται! Χτές το βράδυ καθώς γύριζα σπίτι μετά τα μεσάνυχτα, με τα φώτα νυσταγμένα και βαριά, περνώντας από ένα στενάκι, βλέπω μπροστά μου μία σκιά να διασχίζει τρέχοντας τον δρόμο. Ήταν ένας μαύρος (να ‘ναι καλά ο άνθρωπος) που φορούσε σκούρα ρούχα και ο δρόμος δεν είχε φώς. Στο τσάκ δεν τον έφαγα μπαμπέσικα!  Έκανα στην άκρη λίγο παρακάτω και σταμάτησα γιατί τρέμανε τα πόδια μου και δεν μπορούσα να πατήσω το γκάζι. Όταν κατέβηκα από το Παλαμίδι τα 900 σκαλιά, μετά ΔΕΝ τρέμανε τόσο πολύ τα πόδια μου! Και μετά φανταζόμουνα τον οργανισμό μου την στιγμή που εκρίνονταν και βούπ με κατέκλυζαν όλες οι ορμόνες της εγρήγορσης, αδρεναλίνη, πανωμουταχωκανείνη και τρεμοποδαρίνη. Συνήθως βέβαια δεν οδηγώ. Καλά κάνεις θα μου πείς, αφού είσαι σκοτώστρα. Όχι δεν είμαι, αυτός δεν φαινότανε πόσες φορές θα το πούμε; Γενικά όμως προτιμώ  να πηγαίνω στις δουλειές μου είτε περπατώντας, είτε με τα μέσα μαζικής μεταφοράς για να αφήνω μικρό ενεργειακό αποτύπωμα και να μην επιβαρύνω τον πλανήτη, όμως με την πολλή ζέστη προτίμησα την κατανάλωση ενέργειας από την θερμοπληξία, άσε που ήθελα να πάω για κανένα μπανάκι μετά τη δουλειά, την μέρα που δεν έχω Ειδική Σχετικότητα, για να κοιμηθώ στην παραλία!  Έκανα και άλλη γκάφα αυτή την εβδομάδα, υποψιάζομαι ότι ήταν μεγάλη, αλλά δεν θυμάμαι τώρα.
Πού θα πάει όμως, δεν θα καταφέρω να μείνω όρθια άλλες δύο μερούλες; Έχω δυνατή κράση, θα το αντέξω! Δύο μόνο μείνανε οι άτιμες.



Αφιερωμένο στην Βάσια που επίσης διαβάζει και πήζει και ζορίζεται.  


Τετάρτη 20 Ιουλίου 2011

Ζέστη και ατονία

Ζέστη και υγρασία, καλώς ήλθατε στην Kuala Lumpur, παρακαλώ πάρτε την ορχιδέα σας! Η επαναστατική μου διάθεση έχει πάει περίπατο, η διάθεσή μου είναι στα τάρταρα, όπως και η πίεσή μου. Η ζέστη λέει ρίχνει την πίεση και για αυτό αισθάνομαι ατονία. Ή μήπως τον αιματοκρίτη,  ή μήπως το ζάχαρο; Η ζέστη φταίει οπωσδήποτε και όχι το ότι δουλεύω σαν το σκυλί και διαβάζω σαν το σπασικλάκι. Φέτος είμαι τόσο κουρασμένη όσο και το καλοκαίρι μετά τις πανελλήνιες. Το κατάλαβα γιατί όταν μιλάω δυσκολεύομαι να βρώ λέξεις που συμβολίζουν έννοιες πχ συνάφεια. Το καλοκαίρι μετά τις πανελλήνιες δεν μπορούσα να σταυρώσω λέξη. Οι φίλοι μου δεν έχουν ξεχάσει τις ατάκες μου και φροντίζουν να μην τις ξεχάσω ούτε εγώ. Ήθελα να πω καρυδιά και είπα φρυγανιά. Ήθελα να πω μηχανάκι και είπα παγάκι, ήθελα να πω «πάω να πλύνω τα χέρια μου» και είπα «πάω να πλύνω τα αυτιά μου» και αντί να πω «φέρε μου τις παντόφλες», είπα «φέρε μου τις τσογλάνες» (δεν ξέρω πως μου ήρθε!)

Το κερασάκι του φετινού καλοκαιριού είναι η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας. Επειδή δεν μου πήγαινε η καρδιά να κάθομαι και να μην κάνω τίποτα, πέρα από την δουλειά μου, αποφάσισα να κάνω φιλοσοφικό καλοκαιρινό course γιατί όπως και να το κάνεις η Ειδική Θεωρία της Σχετικότητας, εκτός από την ατελείωτη απόλαυση των μαθηματικών, δίνει και λαβές για άπειρες φιλοσοφικές συζητήσεις. Σχέσεις αιτίας – αιτιατού, και ερωτήματα του τύπου: αν ένας παρατηρητή έχει παρατηρήσει ένα γεγονός, ενώ ένας άλλος όχι, τότε αυτό σημαίνει ότι το γεγονός δεν έχει συμβεί για τον δεύτερο παρατηρητή; Το γεγονός έχει και δεν έχει συμβεί ταυτόχρονα και για ποιόν παρατηρητή; Και τέτοιες ωραίες καλοκαιρινές σπαζοκεφαλιές. Μ’ αγαπά, δεν μ’ αγαπά, να ζεί κανείς ή να μη ζεί usw. Πού είχα μείνει, α, ναι, στην μελαγχολική μου διάθεση. I am very very, πώς το λέτε εσείς εδώ, γιατί δεν θυμάμαι πως το λέμε εμείς εκεί, very holoskasmenos!

Πρόσφατα άκουσα ότι ο Λέο Μπουσκάλια, πρέσβυς της αισιοδοξίας και καθηγητής του μαθήματος «Αγάπη» στο πανεπιστήμιο της Καλιφόρνια (και ύστερα σου λένε ότι τα ξένα πανεπιστήμια είναι δυσκολότερα από τα ελληνικά. Αγγούρια είναι!) τεθνηκώς από το 1998, πέθανε από αυτοκτονία! Η πληροφορία ελέγχεται, αλλά εγώ ένα σόκ το πήρα. Την άνοιξη του 1993 αγόρασα το βιβλίο του «Να ζείς, να αγαπάς και να μαθαίνεις», τίγκα στην αισιοδοξία, και το έκανα σχεδόν ευαγγέλιο. Ο Μπουσκάλια έλεγε ότι μια ζωή την έχουμε και πρέπει να την ζήσουμε και να λέμε στους ανθρώπους πόσο σημαντικοί είναι για εμάς, και να μυρίζουμε το χώμα στην βροχή και να παίζουμε με τα πεσμένα φύλλα το φθινόπωρο και να χαιρόμαστε με τις εμπειρίες μας και κυρίως να ανοιγόμαστε στους ανθρώπους, να τους ακουμπάμε σε κάθε ευκαιρία και να τους λέμε τί αισθανόμαστε και να τρώμε πολύ σκόρδο! Εγώ λοιπόν, ούσα φύση αισιόδοξη το έβαλα σε εφαρμογή, καλό ή κακό δεν ξέρω, ειδικά στο θέμα «σου λέω ανοιχτά τί αισθάνομαι». Περιττό να σας πω πόσες φορές έσπασα τα μούτρα μου! Ρε μπας και δεν πρέπει να τρώω τόσο σκόρδο; Και τώρα μαθαίνω ότι αυτός ο άνθρωπος του οποίου οι ιδέες και η αισιοδοξία με σημάδεψαν, τελικά αυτοκτόνησε; Μα τίποτα δεν έχει μείνει όρθιο σε αυτόν τον κόσμο;
Βάζω τις τσογλάνες μου, πλένω τα αυτιά μου και πάω για ύπνο!




 Black - Wonderful Life

Τετάρτη 13 Ιουλίου 2011

Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα

Προχτές μου θύμισε μία καλή μου φίλη αυτό το τραγούδι που παίζει στο μυαλό μου από εκείνη την ώρα και δεν έχει σταματήσει ίσαμε τώρα, κάνοντας το κεφάλι μου να αντιβουίζει γκλάν-γκλάν-γκλάν. Ήταν ένα τραγούδι που ακούγαμε στο σπίτι, όταν ήμουν μικρή. Θα μου πείς: Αυτά ακούγατε στο σπίτι όταν ήσουν μικρή; Ναι, μιλάμε για πολύυυυ κουλτούρα. Και για να το ελαφρύνουμε βάζαμε το θαλασσινό τριφύλλι.
Λοιπόν τί μου θυμίζει αυτό το τραγούδι... Για το συγκεκριμένο τραγούδι δεν είχαμε κάνει ποτέ ανάλυση (Πώς μας ξέφυγε; Με μαμά δασκάλα αναλύαμε και συζητούσαμε κείμενα που διαβάζαμε, τραγούδια που ακούγαμε, σκέψεις που είχαμε, ...φιλοσοφική σχολή ολόκληρη) και έτσι δεν ξέρω ούτε για ποιό λόγο γράφτηκε, ούτε τί σημαίνει. Όποιος γνωρίζει όμως, μπορεί να με διαφωτίσει για το τί στο καλό είχε στον νού του ο ποιητής όταν το έγραφε. Ξέρω μονάχα τί σημαίνει για εμένα και τί καταλάβαινα εγώ. Καταρχάς το άκουγα και μου σηκωνότανε η τρίχα με αυτό το γκλάν γκλάν γκλάν και την μεταλλική φωνή του Γαργανουράκη. Όχι ότι καταλάβαινα/καταλαβαίνω τί ακριβώς λέει, περισσότερο μία αίσθηση ανατριχίλας είναι παρά συνειδητοποίηση. Μιλάμε χεζόμουνα απάνω μου με αυτό το τραγούδι "δεν ήτανε ρολόι σταματημένο σε ρημαγμένο και άδειο σπιτικό" φρίκουλο! παρακάτω λέει "μαύρα πουλιά του δείχνουνε τον δρόμο" έκλανα μαλλί από λύκο! Είχα διαβάσει και Διονύσιο Σολωμό, που ήταν μέσα στην μαυρίλα και την απαισιοδοξία (η κουλτούρα που λέγαμε) και τις νύχτες ήθελα να κοιμάμαι στο δωμάτιο του αδερφού μου.

Άσε που τα καλοκαιριάτικα βράδυα που μαζευόμασταν όλη η μαρίδα στον πλάτανο ή κάτω από καμία κληματαριά, λέγαμε ιστορίες για τα φαντάσματα που μένουνε στα άδεια σπίτια του χωριού (εδώ κολλάει το ρημαγμένο και άδειο σπιτικό) και μετά πηγαίναμε στο νεκροταφείο του χωριού νυχτιάτικα για να δείξουμε ότι δεν φοβόμασταν, μόνο που κάποιο σπάσιμο κλαδιού, ή κάποιο τρομαγμένο νυχτοπούλι (τα μαύρα πουλιά που λέγαμε;) ήταν ικανά να μας κάνει να τρέχουμε σαν να μας έχουν βάλει νέφτι στον κώλο! Και μας έβλεπαν οι μεγάλοι που πίνανε ούζα και μπίρες στην πλατεία να καταφτάνουμε κάθιδροι, ξεφυσώντας σαν τα παλιομούλαρα, με τα βρακιά μας λερωμένα και τις γάμπες μας κατουρημένες και γελάγανε. Ωραία χρόνια! Κάποιοι ανυποψίαστοι από εκείνους που τότε γελάγανε, σήμερα είναι ένα μάτσο κόκκαλα στο ίδιο νεκροταφείο...

«Και οι ξαφνικές χαρές που ‘ρθαν σε μένα ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός, κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα». Είναι ρε παιδί μου να μην σου σηκώνεται η τρίχα; Άσε που είχα καταλάβει και λάθος, νόμιζα ότι έλεγε «η μοίρα κι ο καιρός το ‘χαν ορίσει στον κόσμο αυτό να ρίξω ΒΕΛΟΝΙΑ». Βλέπεις η γιαγιά μου ήταν μοδίστρα και όποτε μας ξηλώνωνταν τα στριφώματα ή σκίζαμε καμία μπλούζα, συνήθως πιανόντουσαν στα σύρματα από τις μάντρες, μας έλεγε: «Βγάλτο να του ρίξω δύο βελονιές». Και την γιαγιά μου την είχαν στείλει κορίτσι οι δικοί της να μάθει μοδίστρα για βιοπορισμό, ΑΡΑ η μοίρα και ο καιρός το’χαν ορίσει! Ορίστε! Δεν μπορείς να πείς τουλάχιστον έχω εξηγήσεις για όλες τις παρανοήσεις μου.

Πέρα από τα αστεία, αυτό το τραγούδι για εμένα συμβολίζει τον χρόνο. Τον χρόνο που ποτέ δεν είναι όσος νομίζουμε, ή όσος θέλουμε. Τα λόγια και τα χρόνια που τα αφήνουμε να πάνε χαμένα! Όταν το σπίτι αδειάζει και το ρολόι σταματάει. Για τους ανθρώπους που έχουν πεθάνει, ο χρόνος χάνει το νόημά του, δεν υπάρχει πια! Δεν μπορείς να πεις στους νεκρούς ότι τους αγαπάς, ότι σου λείπουν, μόνο ο καημός σου χτυπάει την πόρτα.

Το βασανιστήριο της απώλειας είναι η μνήμη.




Δεν ήταν ρολόι σταματημένο σε ρημαγμένο και άδειο σπιτικό
Υπάρχει στο χωριό μου ένα παλιό, πέτρινο, εγκαταλελειμμένο σπίτι με ένα μεγάλο δέντρο απ' έξω. Περνάω αναγκαστικά από μπροστά πριν φτάσω στους γονείς μου. Το θυμάμαι στις καλές του μέρες, όταν έμενε εκεί ένας μπάρμπας μου, που έχει πεθάνει πολλά χρόνια πια. 

Τώρα στο ξύλινο παράθυρο έχουν απομείνει να κρέμονται μισά κουρτινάκια, λιωμένα από τον ήλιο, τρυπημένα από τα έντομα.. 

Κάθε φορά ακούω αυτό το γκλάν-γκλάν-γκλάν!


Στίχοι: Μάνος Ελευθερίου
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος
Πρώτη εκτέλεση: Χαράλαμπος Γαργανουράκης

Τα λόγια και τα χρόνια τα χαμένα
και τους καημούς που σκέπασε καπνός
η ξενιτιά τα βρήκε αδελφωμένα
Κι οι ξαφνικές χαρές που ήρθαν για μένα
ήταν σε δάσος μαύρο κεραυνός
κι οι λογισμοί που μπόρεσα για σένα

Και σου μιλώ σ' αυλές και σε μπαλκόνια
και σε χαμένους κήπους του Θεού
κι όλο θαρρώ πως έρχονται τ' αηδόνια
με τα χαμένα λόγια και τα χρόνια
εκεί που πρώτα ήσουνα παντού
και τώρα μες στο κρύο και στα χιόνια

Η μοίρα κι ο καιρός το 'χαν ορίσει
στον κόσμο αυτό να ρίξω πετονιά
κι η νύχτα χίλια χρόνια να γυρίσει
Στο τέλος της γιορτής να τραγουδήσει
αυτός που δεν εγνώρισε γενιά
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει
και του καημού την πόρτα να χτυπήσει

Δεν ήτανε ρολόι σταματημένο
σε ρημαγμένο κι άδειο σπιτικό
οι δρόμοι που με πήραν και προσμένω
Τα λόγια που δεν ξέρω σου τα δένω
με τους ανθρώπους που 'δαν το κακό
και το 'χουν στ' όνομά τους κεντημένο

Αυτός που σπέρνει δάκρυα και πόνο
θερίζει την αυγή ωκεανό
μαύρα πουλιά τού δείχνουνε το δρόμο
Κι έχει τη ζωγραφιά κοντά στον ώμο,
σημάδι μυστικό και ριζικό
πως ξέφυγε απ' τον
ʼδη κι απ' τον κόσμο

Η μοίρα κι ο καιρός..