Στην περιφορά του
επιταφίου χτες είχε πολύ ωραίο ουρανό. Σκοτεινό, καθαρό, γεμάτο χιλιάδες μικρές
πυγολαμπίδες...
Η περιφορά είναι
ένα είδος λύτρωσης. Ένα ολόκληρο χωριό παρέα. Μυρωδιές από λιβάνι και βιολέτα
και έξω από μερικά σπίτια γιασεμιά και σε άλλα νερατζιές και αλλού αγιόκλημα.
Εδώ στο χωριό είναι άνοιξη και κάπως έτσι καταλαβαίνεις ότι η ζωή δεν σταματάει
ποτέ. Ότι τελικά η ζωή νικάει το θάνατο.
Αστεία ιστορία.
Όταν ήμουν μικρή είχαμε με τον αδερφό μου ο καθένας το χάρτινο φαναράκι του για
την περιφορά του επιταφίου. Του Γιώργου ήταν κόκκινο σφαιρικό, σαν κινέζικο, ενώ
το δικό μου ρόμβος, άσπρο με χρωματιστά
πουά. Μια χρονιά στο μέσο περίπου της διαδρομής αντικρύσαμε ένα άλλο φαναράκι
πεσμένο στο δρόμο να λαμπαδιάζει. Το θυμάμαι ακόμα και σήμερα. Θυμάμαι τον
τρόμο που πήρα. Πώς χτυπούσε η καρδιά μου δυνατά λες και θα βγει από το στήθος
μου. Δεν ήθελα και το δικό μου φαναράκι να καεί. Ήμουν εγώ η υπεύθυνη. Αν εγώ
ήμουν αρκετά προσεκτική, όλα θα πήγαιναν καλά. Αν όχι, θα καιγόταν και το δικό
μου. Πόση τρομάρα, από εκείνο το περιστατικό. Με τους παλμούς στα ύψη,
ολοκλήρωσα εκείνη τη διαδρομή, με το φαναράκι σώο. Αδρεναλίνη, καρδιοχτύπι,
έξαψη… Τα επόμενα χρόνια προτιμούσα να καίγομαι με τα κεριά που στάζανε από τη λαμπάδα που
κρατούσα, παρά να ξαναπάρω φαναράκι και να κινδυνέψω να το χάσω. Αυτό ήταν.
Έχασα όλα τα φαναράκια έκτοτε.
Μόνο αφού
μεγάλωσα και ξεπέρασα (κάποιους από) τους παιδικούς μου φόβους κατάλαβα την
απάτη. Ο φόβος με εμπόδιζε να ζήσω τη χαρά της περιφοράς. Ο φόβος του
θανάτου μας εμποδίζει να χαρούμε τη ζωή. Αυτό που φοβόμαστε στην πραγματικότητα
δεν είναι να πεθάνουμε, αλλά να ζήσουμε! Μην κάνουμε κάτι "λάθος" και τότε τί; Ίσως και να φοβόμαστε μερικά από τα πιο
συναρπαστικά πράγματα στη ζωή. Εδώ που τα λέμε η βόλτα με το φαναράκι υπό την επίδραση
της αδρεναλίνης ήταν γα-μά-τη!
Όσο και αν δεν το θέλω, όσο και αν με πονάει, η ζωή συνεχίζεται ακόμα και μετά την απώλεια πολύ αγαπημένων προσώπων. Γίνεται πιο μαλακή, λιγότερο επικριτική, με μεγαλύτερη κατανόηση στον πόνο του άλλου. Όταν έχεις πενθήσει, καταλαβαίνεις πόσο πολύτιμη είναι η ζωή, πόσο μεγάλο καθήκον σου είναι να ζήσεις και να χαρείς. Να ζήσεις και για όσους έχουν φύγει.
Με την καμία όμως! Αφού την γλίτωσα προχτές, το πήρα το μάθημά μου. Ακόμα τρέμουν τα πόδια μου.
Έχω πάει μία επίσκεψη γυρίζω γύρω- γύρω και δεν βρίσκω τίποτα. Μόνο σε μία τρελή ανηφόρα υπάρχουν θέσεις αν θέλεις κενές. Στις πρώτες γύρες κάνω πως δεν το βλέπω. Στο τέταρτο πέρασμα ενδίδω. Μέγα λάθος! Το φέρνω και αρκετά άκρη στο πεζοδρόμιο, μόνο που στο πεζοδρόμιο υπάρχουν κάτι μεταλλικές μπάρες, δεν πειράζει ψυχραιμία, κλείνω τους καθρέπτες και ισιώνω. Ρίχνει ψιλόβροχο. Ο κλειστός, αριστερός μου καθρέπτης απέχει ένα εκατοστό από την μπάρα. Τραβάω χειρόφρενο, πάω να αφήσω, τσουλάω λίγο πίσω και αριστερά, πατάω συγχρόνως φρένο, ο καθρέπτης σχεδόν ακουμπάει στη μπάρα και το υπόλοιπο αυτοκίνητο βρίσκεται επικίνδυνα κοντά. Ευτυχώς επίτηδες απέχω πολύ από τον πισινό. Σηκώνω το χειρόφρενο λίγο πιο ψηλά, πάλι φεύγει προς τα πίσω. Γαμώτο, αρχίζω να αγχώνομαι. Είμαι αριστερόχειρη και το δεξί μου χέρι δεν είναι και πολύ δυνατό, αλλά με όση δύναμη έχω και δεν έχω, τραβάω το χειρόφρενο όσο δεν πάει άλλο και κλειδώνει στην ανώτατη δυνατή θέση. Αυτή τη φορά το αυτοκίνητο δεν κουνιέται, έχω καταλάβει το λάθος μου, αλλά είναι αργά. Είμαι σίγουρη ότι δεν θα μπορέσω να το λύσω. Με τίποτα!
Με προσοχή σέρνομαι στο διπλανό κάθισμα και βγαίνω από την πόρτα του συνοδηγού μέσα στο ψιλόβροχο, και ευτυχώς το αυτοκίνητο δεν κουνιέται καθόλου.
Με μαύρες σκέψεις ότι κατά έναν περίεργο και μαγικό τρόπο εν τη απουσία μου θα λυθεί το χειρόφρενο και το αυτοκίνητο θα βρεθεί παρασέρνοντας και όλα τα υπόλοιπα πίσω του στην παιδική χαρά που είναι στο πάτο της ανηφόρας, πάω στην επίσκεψη. Μεγάλη χαρά. Ο αγαπημένος μου νονός/θείος μετά από τρεις εβδομάδες νοσηλείας στην διάρκεια των οποίων έκανε μια βόλτα στα νερά του Αχέροντα και γύρισε πίσω, βγήκε από το νοσοκομείο, έχει έρθει ο έτερος ξαδερφός μου από το χωριό να τον πάρει. Με την ευκαιρία έχει στείλει η μανούλα μια τσάντα (σακ βουαγιάζ γίγαντα) από το χωριό γεμάτο προμήθειες μαγειρεμένου φαγητού για τις μέρες που το βλαστάρι της διαβάζει για τις εξετάσεις του μεταπτυχιακού για να μην τρώει μόνο τοστ. Μέσα στην τσάντα και 48 πορτοκάλια! Για να τρώω και να στύβω και να βάζω στη βότκα!
Με την πρώτη ματιά καταλαβαίνω ότι αυτή η βαλίτσα δεν ανεβαίνει την ανηφόρα με τίποτα! Σκέφτομαι λύσεις:
Παίρνω τον γιγάντιο μπόγο και φεύγω με ταξί. Έρχομαι αύριο να πάρω το αυτοκίνητο με την οδική βοήθεια.
Παίρνω την άλλη μου ξαδέρφη μαζί και καλά για να την αφήσω στο μετρό και το πολύ - πολύ αν δεν καταφέρουμε να λύσουμε το χειρόφρενο, παίρνουμε μαζί ταξί.
Πήραμε το δεύτερο σενάριο.
Πλέον δεν θυμάμαι και πολλά από τα γεγονότα. Προσπαθώντας να λύσω το χειρόφρενο, έβγαλα και το κασκόλ και τελικά το πανωφόρι μου, φυσικό αφού ιδρωκόπησα, και παρ' όλα αυτά δεν κατάφερα τίποτα. Δεν πατιόταν καν το κουμπάκι. Είχα πιάσει και τα χερούλια της τσάντας μου ανάμεσα στην ζώνη ασφαλείας και στον λεβιέ, ένας πανικός! Και η βρόχα έπεφτε, στρέιτ θρου! Το χειρόφρενο εκεί, ντούρο!
Άντε να λύσουμε, να ξεκινήσουμε! Ευτυχώς είναι και η ξαδέρφη αριστερόχειρας και κατάφερε από τη θέση του συνοδηγού να λύσει το βρωμο-χειρόφρενο, οπότε άρχισαν οι απόπειρες να ξεπαρκάρω στην ανηφόρα που γλιστρούσε. Έχω φουντώσει για τα καλά. Βγάζω και το ζακετάκι μου. Σιγά σιγά θα μείνω με το βρακί! Δεν μάρσαρα αρκετά, αλλά βασικά δεν κατέβαζα το χειρόφρενο. Μου έσβησε μία φορά, μου έσβησε δεύτερη, το δεξί μου πόδι είχε αρχίσει να τρέμει. Τώρα θα φύγουμε πίσω, σκέφτομαι, ολοταχώς προς την παιδική χαρά.
Η Έφη έλεγε ότι θα τα καταφέρω, ξεπέρασα τον φόβο μου, μάρσαρα, κατέβασα με τόλμη τον κωλο-λεβιέ, και ναι, άρχισε να κουνιέται το αυτοκίνητο (με παντιλίκια), και επιτέλους διάολε, ανεβήκαμε στην κορυφή, που ανάθεμα και την ώρα και τη στιγμή και την φαεινή ιδέα να παρκάρω στην κωλο-ανηφόρα. Για τα πρακτικά, όταν κάναμε τον γύρο και επιστρέψαμε μπροστά από το σπίτι να πάρουμε τον μπόγο με την ανθρωπιστική βοήθεια, ενημερωθήκαμε ότι μας είχαν ακούσει που ξεπαρκάραμε 100 μέτρα μακριά.
Φτάνοντας πλέον στο δικό μου σπίτι, κατέβηκα τρεκλίζοντας και με γόνατα που τρέμανε ανέβηκα πάνω, αφήνοντας τον μπόγο στο αυτοκίνητο!
*Βρείτε πόσες φορές έγραψα την λέξη "χειρόφρενο" σε αυτή την ανάρτηση και κερδίστε ένα δίλιτρο βαλβολίνες.
Έφτασε και πάλι η εποχή των μουσώνων σε αυτό το σπίτι. Πιο συγκεκριμένα σε αυτό το γραφείο, εδώ που κάθομαι τώρα.
Συνήθως όταν διαβάζω βάζω μουσική. Τα πάντα, από Bach μέχρι Μελωδία FM. Εξαρτάται την στιγμή, εξαρτάται την διάθεση. Jazz πιάνο επίσης είναι πολύ ψηλά στην λίστα των προτιμήσεών μου. Μικρές συνεχόμενες νοτίστες να τρέχουν απαλά η μία δίπλα στην άλλη, σαν στραγαλάκια που κυλάνε την κατηφόρα.
Όταν όμως, όταν έχω ΣΟΒΑΡΟ διάβασμα για εξετάσεις, τότε που χρειάζεται να εντυπωθούν τα πάντα σωστά και με ακρίβεια laser, τότε καταφεύγω στον απόλυτο λευκό θόρυβο. Την βροχή! Ω, ναι, την βροχή. Αυτή την ομολογουμένως περίεργη συνήθεια την απέκτησα πέρυσι τέτοια εποχή (δείτε εδώ που έγραφα "βροχή παντί τρόπω") που διάβαζα για τα τρία τελευταία μαθήματα του πτυχίου μου και με δύο εννιάρια και ένα δεκάρι την θεωρώ εξαιρετικά επιτυχημένη μέθοδο. Ο αδερφός μου και η νύφη μου όταν κοιμίζουν την κόρη τους, για λευκό θόρυβο της βάζουν ήχο από τρένο που τρέχει σε ράγες (κι όλο μαζεύει η γραμμή, όλο τελειώνει). Το μωρό έχει φτάσει ίσα με το Μπαϊκονούρ. Εγώ με τόση βροχή πρέπει να έχω ποτίσει όλη την Σρι Λάνκα.
Επίσης ανάβω ένα κεράκι ρεσώ (παραξενιές και φρίκη) που μάλλον μου προσφέρει την ψευδαίσθηση της φωτιάς. Τώρα που το σκέφτομαι τίγκα στην ψευδαίσθηση αυτό το διάβασμα. Τί άλλο θα κάνω Θεέ μου για να καταφέρω να συγκεντρωθώ! Αν και θορυβούμαι ελαφρώς από τις πιθανές ψυχολογικές προεκτάσεις των παραξενιών μου, μάλλον μου αρέσουν. Σε κάποια φάση είχα πάρει από το ένα κατάστημα με είδη σπιτιού κάτι πανάκριβα αρωματικά κεράκια με άρωμα πράσινο τσάι που καθώς καιγόταν τσουρουφλιζόμουν και εγώ μαζί, και φυσικά δεν ξαναπήρα, αλλά για καλή μου τύχη μου έδωσε μια φίλη μου ένα κομματάκι σανδαλόξυλο το οποίο αν το ανάψεις λιγάκι, βγάζει μια γλυκιά μυρωδιά που μου θυμίζει δάσος, που σε συνδυασμό με την βροχή και το κεράκι είναι ά-παι-χτο. Δημιουργώ λοιπόν ένα (τεχνητό έστω) περιβάλλον βουνού, στο οποίο βρέχει και βροντάει, έχει φωτιά και μυρίζει καμένο ξύλο. Και φυσικά καφέ. Δεν ξέρω για εσάς, αλλά εγώ όταν βρίσκομαι σε τέτοιο περιβάλλον θέλω να διαβάσω! Βουαλά!
Ε... χμμ... εντάξει, όχι μόνο, αλλά τέλος πάντων... την έχουμε τη βασική ιδέα! Το διάβασμα είναι το σημαντικό στην παρούσα φάση.
Μόλις ξεκίνησε και κανονική βροχή! Τί φάση; Το έκανα να βρέξει!?? Όπως και να έχει, μου φαίνεται ότι θα τυλιχτώ με το πάπλωμα και θα ανοίξω το παράθυρο να ακούω την βροχή!
Flowers die. New days, New ways, Pass by. Love Stays
Time is Too Slow for those who Wait, Too Swift for those who Fear, Too Long for those who Grieve, Too Short for those who Rejoice; But for those who Love, Time is Not
Καθώς περνάω μια χωρίς ιδιαίτερες απαιτήσεις μέρα στην δουλειά, βλέποντας τούφες χιόνι να πέφτουν στα δέντρα έξω από το γραφείο (Φεσχιόνης: μανιώδης μπανιστιρτζής που πέφτει στα παραθυράκια) και πίνοντας φυσικά καφέ, στην ζεσταμένη πορσελάνινη κούπα μου με τον Τρελαντώνη, παίρνω μια βαθιά ανάσα και ανακουφισμένη και σκέφτομαι την χρονιά που πέρασε...
Παραμονή Πρωτοχρονιάς στο γραφείο
Αν κάποιος πέρισυ τέτοια μέρα (είχα φιλοξενούμενους στο σπίτι, μαγείρεψα για 10 άτομα) μου έλεγε ότι θα ήταν τόσο σημαντικό το 2015, δεν θα τον πίστευα!
Δεν ήταν εύκολη χρονιά, κάθε άλλο. Ήταν όμως μια χρονιά που προχώρησα ως άτομο πάρα πολύ και έλυσα εκρρεμότητες πολλών χρόνων. Μετά από έναν μεγάλο αγώνα αντοχής και σωματικό και νευρικό, και ένα σπριντ στο τέλος, πήρα πτυχίο μετά από 18 χρόνια! Είχα παρατήσει τη σχολή επί 10 χρόνια και όταν επέστρεψα σε αυτή τον Φλεβάρη του 2010, χρωστώντας 25 μαθήματα και μια πτυχιακή, δεν πίστευα ποτέ ότι θα ήταν δυνατόν τελικώς να πάρω πτυχίο. Ένα, ένα μάθημα τη φορά, με επιμονή, πολύ διάβασμα και ξενύχτια, φοβερή υποστήριξη από τους δικούς μου ανθρώπους, χάνοντας άπειρες φορές την εμπιστοσύνη στον εαυτό μου, αλλά και βρίσκοντας την και πάλι στην γνώση, έχοντας μάθει τόσα πολλά, τελικώς κατάφερα να ολοκληρώσω τις σπουδές μου. Όλοι μου λένε ότι έκανα έναν άθλο, και μάλλον έχουν δίκαιο, αλλά εγώ αδυνατώ να το καταλάβω. Αυτό που μπορώ να νιώσω είναι ότι για μένα ήταν ένα μεγάλο βάρος που άρθηκε και εκτινάχθηκα με ταχύτητα στον ουρανό.
Χρωστώ βαθιά ευγνωμοσύνη στον άνθρωπο που με ενέπνευσε, που πίστεψε σε μένα όταν εγώ δεν πίστευα. Που είδε σε μένα, πράγματα που εγώ δεν μπορούσα να δω. Που απορρούσα για το πως είναι δυνατόν να με δέχεται όπως ακριβώς είμαι. Που σήμερα δεν βρίσκεται σε αυτό τον κόσμο, περιορισμένος από τις 3 διαστάσεις, αλλά που είμαι σίγουρη ότι είναι περήφανος για μένα, όπως ήμουν εγώ περήφανη για εκείνον. Φέτος ήταν η χρονιά που αποδέχτηκα την εκδημία του. Όποια και αν είναι η απόσταση, η αγάπη την φτάνει.
Έκανα πτυχιακή εργασία πάνω σε ένα θέμα που με απασχολεί ιδιαίτερα που είναι ο Χρόνος και που με τον επιβλέποντα μου, προσπάθησα να ψηλαφήσω την φύση του και την απαρχή του. Εννοείται ότι ο Χρόνος δεν περίμενε εμένα για να μου αποκαλύψει τα μυστικά του, αλλά εγώ τον περίμενα για να βρω τί σημαίνει για μένα. Ω, Θεέ μου, πόσα έμαθα!
Το άλλο μεγάλο δώρο του πτυχίου ήταν ότι ξαναθυμήθηκα πόσο πολύ μου αρέσει η Φυσική γενικά και η Αστρονομία ειδικότερα. Και εκεί που ούτε το περίμενα, ούτε το είδα καν να έρχεται, απλά είπα ναι, και βρέθηκα μέρος ενός φοιτητικού project για εκλαϊκευση της Αστρονομίας και Αστροφυσικής (spacegates.wordpress.com) που μου έδειξε πως είναι δυνατόν άτομα με συγκεκριμένο ενδιαφέρον, και – γιατί να το κρύψουμε άλωστε – πάθος, να συνεργάζονται και να περνάνε ωραία μαθαίνοντας. I am all in, τέτοια δώσε μου και πάρ’ μου την ψυχή. Και εδώ γνώρισα ανθρώπους που με επηρέασαν με τρόπους που δεν θεωρούσα ποτέ δυνατούς. Έχουμε έναν εξαιρετικό καθηγητή, που με επιμονή και διακριτικότητα μας υποδεικνύει τρόπους να συνεργαζόμαστε. Που ενθαρρύνει την πρωτοβουλία και την ατομική έκφραση. Η αλληλεπίδραση μαζί του με γεμίζει, με μαθαίνει, με κάνει να αισθάνομαι σίγουρη για τον εαυτό μου και τις επιλογές μου. Τον θαυμάζω, τον ζηλεύω και παίρνω μεγάλα μαθήματα ηγεσίας από εκείνον! Επίσης ο συντονιστής του αστεροσκοπείου που ακτινοβολεί το ότι ζει για αυτό που κάνει. Είναι ένας άνθρωπος που όταν τον βλέπεις λες «να κάποιος που ζεί το όνειρό του». Θα το ήθελα και εγώ αυτό στη ζωή μου.
Και τα υπόλοιπα παιδιά ο καθένας με την προσωπικότητά του μου έχουν δείξει το θαύμα της συνεργασίας. Διαφορετικοί άνθρωποι, εντελώς διαφορετικοί, φυσικά με εγωισμούς και πάθη, αλλά αυτό είναι που κάνει τους ανθρώπους, ανθρώπους. Διαφορετικά θα ήμασταν ξενέρωτα αγάλματα σε κάποιο μουσείο. Δεν ξέρω πως μπορώ να αναφερθώ στον καθένα, χωρίς να πω ονόματα. Με μερικούς είμαστε πιο κοντά από ότι με κάποιους άλλους, όπως με την τρελή, λέω ότι μου έρχεται στο μυαλό, βάζω την λογική πάνω από τα πάντα, είμαι πολύ έξυπνη, αλλά δεν πολυγουστάρω τα συναισθήματα (εσύ χάνεις), ξανθή, γαλανομάτα τσούπρα. Την είχα αντιπαθήσει από την πρώτη στιγμή που την είδα! Τώρα τί έγινε στην πορεία και συμπαθηθήκαμε, δεν ξέρω. Είναι μάλλον επειδή είμαι πολύ καλός άνθρωπος (sarcasm). Η αφοσιωμένη και πάντα παρούσα Σπαρτιάτισσα, για το γέλιο που έχουμε ρίξει, για την συνέπειά της. Ο Ροδίτης γίγαντας που προσφέρει απλόκαρδα τις υπηρεσίες του, στο blog και στο αστερσκοπείο. Μια κοπέλα χαμηλών τόνων, σοβαρή και πάντα εμβριθής. Και όλοι οι υπόλοιποι.
Και κάπως έτσι άρχισα να σκέφτομαι ότι ίσως εγώ και το Πανεπιστήμιο να μην έχουμε τελειώσει ακόμα και βρέθηκα να ξεκινώ το μεταπτυχιακό μου, και να μπλέκομαι σε παρακολουθήσεις, εργασίες, ξενύχτια και ατελείωτα διαβάσματα και να μην ξεχάσω το πάντα γνώριμο συναίσθημα «δεν είμαι αρκετά καλή, μαστίγωμα-μαστίγωμα». (Ναι, αγαπητέ, τελειομανή αναγνώστη, όλοι στο ίδιο τσουκάλι βράζουμε). Σε αυτή τη διαδικασία γνώρισα ακόμα περισσότερους ανθρώπους καθηγητές, μεταδιδακτορικούς, διδακτορικούς και συμφοιτητές, μαθαίνοντας από τον καθένα κάτι καινούργιο. Δεν γίνεται να τους περιγράψω, χωρίς ονόματα, γαμώτο. Όσο νομίζω ότι ως εδώ πάει, είμαι γεμάτη, κάτι γίνεται και βιώνω ένα νέο μάθημα. Αυτό σημαίνει ότι πλέον βρίσκομαι εντός ενός πεδίου που αλληλεπιδρά με την δική μου επιδεκτικότητα και κάπως έτσι αρχίζω να καταλαβαίνω τί νιώθουν τα μαγνητικά δίπολα.
Die Pause dazwischen - photo Tom Baecker
Επαναλαμβάνω, τα πράγματα στην ζωή μου δεν είναι ρόδινα. Μόλις πλήρωσα τον ΕΝΦΙΑ και τα τέλη κυκλοφορίας, χρειάστηκε να δουλεύω όλη αυτή την εβδομάδα, με αποτέλεσμα να μην έχω ξεκουραστεί καθόλου και τα νεύρα μου να είναι κορδέλες. Ωστόσο επιλέγω να βγάζω ένα μάθημα από κάθε βίωμα και να το χρησιμοποιώ κάπου αλλού στη ζωή μου. Η δουλειά μου που για μένα παλιότερα ήταν έκφραση και δημιουργία, για πάρα πολλούς λόγους δεν είναι πλέον. Ήταν μια συνειδητοποίηση και ένα πένθος από το οποίο διήλθα το 2015. Βίωσα την αλλαγή και έμαθα από αυτή. Ίσως για μένα ο προσδιορισμός μου, μέσα από την δουλειά μου να ήταν ένα δεκανίκι που είχα ανάγκη να μου αφαιρεθεί για να καταλάβω ότι μπορώ να περπατάω και μόνη μου. Φοβόμουν να το πετάξω μόνη μου. Άλλο ένα δώρο του 2015. Ανακάλυψα ότι δεν είμαι αυτά που κάνω, είμαι αυτά που είμαι! Και κινδυνεύοντας να ακουστώ επηρμένη, τολμώ να παραδεχτώ ότι μου αρέσει αυτό που είμαι...
Και φυσικά υπάρχουν και οι σημαντικοί άνθρωποι από τα πρόσφατα και τα πολύ παλιά χρόνια. Στυλοβάτες στη ζωή μου. Η περιουσία μου.
Μια παραμονή πρωτοχρονιάς κάποια χρόνια πριν, παίζοντας 31 στα χαρτιά, τράβηξα από 23 και είπα της «μάνας» «Δώσε μου ένα εννιάρι» (ολοκληρώματα λύνουμε με κλειστά τα μάτια, απλή αριθμητική μεσάνυχτα) Ε, και μου ήρθε εννιάρι και κάηκα! Και όπως το διατύπωσε λιτά ο αδερφός μου, να μην εύχεσαι αυτό που επιθυμείς, αλλά αυτό που χρειάζεσαι. Νομίζω αυτή ήταν η ευχή μου για το 2015 και κοίτα να δεις, που πραγματοποιήθηκε!
Και κάπου εδώ θα σταματήσω την ανασκόπηση του 2015, ενός δύσκολου, υπέροχου, πολύτιμου δώρου. Το δώρο του χρόνου τελικά δεν νομίζω ότι είναι η άπιαστη ευτυχία, αλλά η ικανότητα να είσαι ολόκληρος στο παρόν στη ζωή σου την κάθε στιγμή.
Σας εύχομαι το 2016 να είναι ένα υπέροχο ταξίδι στον χώρο και στον χρόνο!
Έχω πιει τόσο καφέ, που αυτή τη στιγμή δεν θέλω άλλο! Το λες και ένα μικρό θαύμα αυτό.
Η σχέση μου με τον καφέ πηγαίνει πίσω στα παιδικά μου χρόνια όταν η γιαγιά μου που έπινε ελληνικό, γλυκύ βραστό στην βεράντα του σπιτιού της, μου βούταγε κομματάκια ψωμί και μου τα έδινε. Τρελαινόμουνα! Έγλυφα τα χείλια μου και έτρεχα - ίσως με υπερβολικό ενθουσιασμό - πίσω στην κούνια που είχε κρεμάσει ο παππούς στην μουριά.
Έφηβη πλέον, έκανα και εγώ την επανάστασή μου και αντί για ελληνικό άρχισα να πίνω νες καφέ. Ως εκεί έφτανε η πρόοδος στο μικρό μου χωριουδάκι. Την καφετιέρα με το φίλτρο την έμαθα πολυυυυύ αργότερα. Μαζευόμασταν λοιπόν στο σπίτι μου, ή στης φίλης μου της Νατάσας και με υπομονή χτυπάγαμε με το κουταλάκι τον νες, μέχρι να ασπρίσει και να αφρίσει και ρίχναμε το καυτό νερό, και "μεγάλες" πια συζητάγαμε τα θέματά μας, πίνοντας καφέ! Πολύ μεγάλες. Ακόμα θυμάμαι ότι στην δική μου κούπα είχε επάνω ένα φυστικί δεινοσαυράκι, που το έλεγα Σπούτνικ. Από μικρή με ενδιέφερε το διάστημα, το παραδέχομαι. Και επειδή με το άφρισμα το μείγμα κρύωνε, έριχνα καυτό νερό και όχι απλά ζεστό για να έχω καυτό ρόφημα, που θα μου βγάζει φουσκάλες στη γλώσσα, γεμάτες θαλπωρή.
Μάλιστα ένα απόγευμα του Ιούλη, ήμουν με την ξαδερφή μου στην Λαμία και είπαμε να ανέβουμε στον Αγ. Λουκά για καφέ. Όσοι ξέρουν την Λαμία, ξέρουν ότι δεν υπάρχει κανένας απολύτως λόγος να βρίσκεσαι εκεί απόγευμα Ιούλη, γιατί σκάει ο τζίτζικας, αλλά για κάποιο λόγο ήμασταν και μάλιστα ανεβήκαμε υπομονετικά την ανηφόρα από την Πλατεία Πάρκου στην Πλατεία Διάκου και με πείσμα όλα τα σκαλιά από την Πλατεία Διάκου ως τον Αγ. Λουκά και καθίσαμε επιτέλους στην καφετέρια, επαναλαμβάνω σαν μεγάλες, για να πιούμε τον καφέ μας, να δροσιστούμε. Σκασμένες παραγγέλνουμε τον νες και στο διπλανό τραπέζι κάθονται δυο αγόρια που τους ακούω καθαρά να παραγγέλνουν αναψυκτικά. Πιάνουμε την κουβέντα με την ξαδέρφη μου για τα φροντιστήρια, και πραγματικά δεν θυμάμαι για τί άλλο, ώσπου βλέπω από μακριά να έρχεται ο σερβιτόρος με τον δίσκο. Βλέπω επάνω αναψυκτικά, αλλά δεν βλέπω ποτήρια με καφέ και καλαμάκια. Με ζώνουν τα φίδια. Αρχίζω να υποπτεύομαι την γκάφα. Λίγα δευτερόλεπτα αργότερα επιβεβαιώνονται οι φόβοι μου. Μας έχει έρθει ζεστός καφές, κατα-καλοκαιριάτικα. Βέβαια τους είχαμε πληρώσει και έτσι, αφρίζει, ξα-φρίζει τους ήπιαμε (όντως), αλλά βγάλαμε την μπέμπελη και από τότε έμαθα, ότι αν θέλω κρύο καφέ με παγάκια τον ζητάω ΦΡΑΠΕ, αδερφάκι μου.
Το χειμώνα ο Φίλης, το παντοπωλείο της πλατείας του χωριού, έφερε καπουτσίνο σε φακελάκια. Πολλοί θα με λυπηθείτε για αυτό: η έξοδος του Σαββάτου ήταν να πάμε όλες οι φίλες στην πλατεία, να αγοράσουμε φακελάκια και να μαζευτούμε σε κάποιο σπίτι να πιούμε τον καπουτσίνο μας.
Αργότερα ανακάλυψα τον καφέ φίλτρου και είδαν οι οφθαλμοί μου το φως! Ωωωωω, μιλάμε για την αμβροσία. Όταν πέρασα στο πανεπιστήμιο, οι φίλες μου μου κάνανε δώρο μια καφετιέρα φίλτρου, την οποία και είχα στα χέρια μου όταν μπήκα για πρώτη φορά στο διαμέρισμά μου, ένα ημιυπόγειο στην Μυκόνου, στου Ζωγράφου. Αθάνατη αυτή η καφετιέρα! Πέρισυ χάλασε, και φέτος πήρα πτυχίο! Με τα χρόνια έγινα προσεκτική και εκλεκτική. Μεγάλη ανακάλυψη ήταν ένας καφέ latte που ήπια το 2006 στην Αμερική και την αμαρτία μου θα την πω, μου αρέσει ο coffee nut latte των Starbucks, με τη μισή όμως σαντιγί για να μην είναι λιγουριάρικος.
Σιγά σιγά έχω αναπτύξει μικρές, χαριτωμένες παραξενιές. Θέλω η κούπα μου να είναι ζεστή πριν ρίξω μέσα τον καφέ για να μείνει ζεστός πολύ ώρα. Σε κάποιο καφέ ζήτησα στο ταμείο να μου ζεστάνουν την κούπα και με κοιτούσαν σαν εξωγήινη, αλλά ο barista αμέσως έβαλε καυτό νερό και όταν άρχισα να του εξηγώ για την θερμοχωρητικότητα, γυρίζει και μου λέει "μηχανολόγος μηχανικός του πολυτεχνείου είμαι κοπελιά, έχουμε κάνει διάδοση θερμότητας 1, 2 και 3!" Κατάπια τη γλώσσα μου εγώ. Και αυτό είναι ένα ζωντανό παράδειγμα της εφαρμογής των γνώσεων στην υπηρεσία του καπιταλισμού.
Τώρα που το θυμάμαι είχα περάσει και ένα εξάμηνο που τον είχα κόψει εντελώς, μάλλον κάποια άγνωστη αρρώστια περνούσα, (κρίση προσωπικότητας ίσως;) αλλά για καλή μου τύχη η δασκάλα των Γερμανικών μου σέρβιρε στο μάθημα έναν καταπληκτικό καφέ που ήταν αδύνατον να αγνοήσω και έτσι ξεκίνησα να πίνω ένα φλιτζάνι την εβδομάδα με την επίσης καταπληκτική μηλόπιτα που σύντομα οδήγησε σε δεύτερο, ε και μετά η κατρακύλα δεν είχε πάτο.
Σήμερα συνδυάζω τον καφέ, πάντα σε ζεσταμένη κούπα, με την απόλαυση του διαβάσματος, με την χαλάρωση ένα βροχερό απόγευμα στον καναπέ, και με το ατελείωτο διάβασμα. Μια κούπα στο γραφείου μου, εγγυάται την πνευματική μου διαύγεια και την απόδοση τις ατελείωτες ώρες του διαβάσματος. Θέλω καφέ, ακόμα και όταν πίνω καφέ. Ένας διπλός ελληνικός βαρύς με ολίγη, ή ένα καπουτσίνο λάττε σκέτο, ή ένας γαλλικός μέτριος με γάλα είναι ικανοί να μου κάνουν παρέα, να μου δυναμώσουν το ηθικό, ώστε να αντιμετωπίσω απανωτές υποχρεώσεις.
Θέλω να με ακούς χωρίς να με κρίνεις. Θέλω τη γνώμη σου χωρίς συμβουλές. Θέλω να με εμπιστεύεσαι χωρίς απαιτήσεις. Θέλω τη βοήθειά σου, κι όχι ν΄αποφασίζεις για μένα. Θέλω να με προσέχεις χωρίς να με ακυρώνεις. Θέλω να με κοιτάς χωρίς να προβάλλεις τον εαυτό σου σ' εμένα. Θέλω να μ' αγκαλιάζεις χωρίς να με κάνεις να ασφυκτιώ. Θέλω να μου δίνεις ζωντάνια χωρίς να με σπρώχνεις. Θέλω να με υποστηρίζεις χωρίς να με φορτώνεσαι. Θέλω να με προστατεύεις χωρίς ψέματα. Θέλω να πλησιάζεις χωρίς να εισβάλλεις. Θέλω να ξέρεις τις πλευρές μου που πιο πολύ σε ενοχλούν. Να τις αποδέχεσαι και να μην προσπαθείς να τις αλλάξεις. Θέλω να ξέρεις... πως σήμερα μπορείς να βασίζεσαι πάνω μου... Χωρίς όρους.
Σκέψεις πάνω στα καθίσματα του όρθρου των Χριστουγέννων. Μια ιστορία δύο χιλιάδων ετών.
Στον όρθρο των Χριστουγέννων ο μελωδός μας προτρέπει "Δεύτε ίδωμεν πιστοί που εγεννήθη ο Χριστός[1]".
Γεννήθηκε σε μια βραχώδη ακτή, λίγα λεπτά αφού η μάνα του βγήκε από το παγωμένο νερό, από μια πλαστική βάρκα. Γεννήθηκε σε ένα φράχτη στην Ειδομένη, χωρίς να έχει τίποτα για να ζεσταθεί. Κάθε φορά, γεννιέται σε ένα κρύο σπήλαιο.
Οι γονείς Του, έφυγαν κυνηγημένοι, άρον άρον για να σώσουν τη ζωή τους και τη ζωή Του (κάθε) Παιδίου από τη δολοφονική μανία αυτών που δεν μπορούν να καταλάβουν ότι κάθε άνθρωπος που έρχεται στον κόσμο είναι ένας μικρός θεός και ότι η ζωή του αξίζει τόσο, όσο και όλων των άλλων. Ότι έχει δικαίωμα να ζήσει και να μεγαλώσει. Τότε η Αίγυπτος ήταν ασφαλής. Για τον Χριστό σήμερα, δεν υπάρχει μέρος που να είναι ευπρόσδεκτος. Μυστήριο ξένο! Ο αχώρητος παντί, όντως δεν χωράει σε καμία χώρα!
Η Παναγία και ο Ιωσήφ ήταν ένα ζευγάρι από τη Μέση Ανατολή που ζητούσε απεγνωσμένα καταφύγιο. Και εμείς το γιορτάζουμε αυτό κάθε χρόνο. Και θυμόμαστε το γεγονός. Θυμόμαστε το πως δεν έβρισκαν καταφύγιο πουθενά, δεν μπορούμε να καταλάβουμε πώς τους έδιωχναν όλοι. Κλαίμε, οδυρόμαστε. Αν ήταν σε μας, τότε οπωσδήποτε θα ανοίγαμε το σπίτι μας, θα βάζαμε τον Χριστούλη να γεννηθεί στα ζεστά. Τον Χριστούλη που είναι καθαρός και λευκός και μυρίζει ωραία. Μα, μετά από εβδομάδες ταξίδι μακριά από το σπίτι, θα ήταν σίγουρα βρώμικοι και δεν θα μύριζαν αγιόκλημα. Θα τους ανοίγαμε αν ήταν μελαμψοί και βρώμικοι και άγνωστοι; Τους ανοίγουμε τώρα που είναι μελαμψοί και βρώμικοι και άγνωστοι;
Τότε Τον περίμεναν βασιλιά και τους ήρθε πάνω σε ένα γαϊδουράκι. Και εμείς δεν μάθαμε τίποτα από τότε. Τον περίμεναν σε παλάτι και γεννήθηκε σε μια σπηλιά. Δεν είναι να μας προκαλεί εντύπωση το ότι τη Γέννηση του Θεού προσκύνησαν μόνο λίγοι ταπεινοί βοσκοί. Κανένας άλλον δεν τον καταδέχτηκε. Θλιβερό, αλλά αληθινό. Το ίδιο επαναλαμβάνεται και σήμερα...
Μια φωνή: "εφ' όσον ουκ εποιήσατε ενί τούτων των ελαχίστων, ουδέ εμοί εποιήσατε[2]"
Σήμερα ήταν το πρώτο Σάββατο πρωί από τον Οκτώβριο που δεν είχα να ξυπνήσω στις 7 το πρωί. Και το γιόρτασα δεόντως. Ξύπνησα στις 11 και, έφαγα πρωινό, ήπια ένα τριπλό καφέ και μετά έκλεισα τα ματάκια μου γλυκά- γλυκά και κοιμήθηκα άλλες τέσσερις ώρες.
Αποκοιμήθηκα - Στράτος Διονυσίου
Και τώρα αντί να κάνω την εργασία για την ηλιακή σταθερά και το φάσμα, για να κάνω αύριο την εργασία για τη φυσική πλάσματος, που πρέπει να παραδοθούν και οι δύο πριν τις γιορτές, χαζολογάω. Έτσι που το πάνε φέτος, με βλέπω άθεη.
Κατ' αρχάς δεν έχω σταματήσει να παραδίδω εργασίες. Κατά δεύτερον δεν έχει γίνει ακόμα συζήτηση στην δουλειά αν θα πάρουμε άδεια. Έχω κρατημένη μια εβδομάδα άδειας και ακόμα δεν έχει γίνει συζήτηση. Βέβαια αν δεν την πάρω, θα πρέπει να την πληρωθώ (γέλια). Επίσης φέτος για πρώτη φορά δεν έχουμε πάρει ακόμα δώρο Χριστουγέννων...
Hey Santa, pass us the bottle! Will you?
Προχτές, είχα πάει το πρωί σχολή, μετά δουλειά και μετά πάλευα να κάνω φωτομετρία με ένα πρόγραμμα που τώρα μαθαίνω και που σχεδόν ποτέ δεν μου δουλεύει, και το βράδυ γύρισα σπίτι θυμωμένη και α-πελ-πι-σμέ-νη. Ευτυχώς ήρθε απρογραμμάτιστα μια από τις καλύτερες φίλες μου, φουντούνια φέρουσα, και τα φάγαμε τσουγκρίζοντας το οινό-πνευμα των Χριστουγέννων, και λίγο η κουβέντα, λίγο η βότκα, μαλάκωσε λίγο η ψυχή μου, δίπλα από το δέντρο που στόλισα με το ζόρι, μπας και καταφέρω (μάταια) να εκβιάσω την εορταστική μου διάθεση, ενώ άκουγα Ιαπωνέζικη ποπ. Και στο παράθυρο έφεγγε ξαπλωμένο προς τη Δύση ένα μικρό φεγγαράκι..
Οπότε σε γενικές γραμμές δεν έχω βρει Χριστουγεννιάτικη διάθεση. Η αλήθεια είναι ότι τα Χριστούγεννα είναι η "γιορτής της αγάπης". Και φυσικά οι άνθρωποι αγαπάνε/με τα δώρα, τα λεφτά, τα καινούργια ρούχα. Το πραγματικό νόημα των Χριστουγέννων άλλωστε (not!) τα φωτάκια, τα τραγούδια με κουδουνάκια, όταν γύρω μας πνίγονται άνθρωποι, ράβουν τα στόματά τους, τους ξαλαφρώνουν από τα πολύτιμα τους αντικείμενα, αυτοί που τους βομβαρδίζουν. Και τρομάζω με την ιδέα ότι χριστιανοί κλειδαμπαρώνονται στα σπίτια τους και τους φοβίζουν οικογένειες ξεριζωμένων, ανήμπορων ανθρώπων. Ξεχνάμε ότι τα Χριστούγεννα είναι γιορτή για τον Ιωσήφ και την ετοιμόγεννη Παναγία, ένα ζευγάρι από τη Μ. Ανατολή, που έψαχναν απεγνωσμένα για καταφύγιο.
Κάθομαι στον καναπέ και φταρνίζομαι πάνω από ένα ποτήρι ζεστό gluhwein, κόκκινο κρασί με μπαχαρικά. Τον τελευταίο μήνα είμαι με 4 ώρες ύπνο ημερησίως το μέγιστο. Εκεί που είμαι κομμάτια και θέλω να κοιμηθώ, παθαίνω μια ακατανόητη διαύγεια και το ρίχνω στο διάβασμα. Όμως σήμερα γύρισα σπίτι αργά το απόγευμα και κατέρρευσα. Ήμουν ζαλισμένη μέρες τώρα και σήμερα απλά γύρισα και έχασα συνείδηση για μερικές ώρες. Οπότε αναγκάστηκα να χαρίσω στον εαυτό μου σήμερα ένα βράδυ χωρίς διάβασμα. Για να ξεκουράσω λιγάκι το μυαλό μου. Γιατί ξεκίνησα να γράφω; Α ναι,
Γυρίζοντας το απόγευμα από την σχολή έπιασε το μάτι μου στην άκρη του δρόμου δεξιά έναν κύριο να τραβάει φωτογραφία κάπου ψηλά. Κοίταξα και είδα στον τρίτο όροφο ένα μπαλκόνι με φωτάκια. Χρωματιστά φωτάκια. ΤΟ υπερθέαμα! ΤΟ τεχνικολόρ! Άσχετα από το αν μου άρεσε αυτό που είδα, ή (φυσικά) δεν μου άρεσε, δεν υπήρχε περίπτωση ούσα στον δρόμο να κοιτάξω σε τρίτο όροφο. Και μου γεννάται η απορία: Γιατί κάποιος να στολίσει το μπαλκόνι του με φωτάκια; Γιατί να φάει χρόνο να κάνει φιγούρα σε ανθρώπους που δεν νοιάζονται;
Το σαλόνι, το δέντρο (σαν τη νύφη στολισμένο, φουντωτό, καμαρωτό), το καταλαβαίνω. Αλλά το μπαλκόνι, γιατί; ΓΙΑΤΙ;
Επειδή δεν έχω πολλές αντοχές και όπου να 'ναι θα πέσω να κοιμηθώ με ενθουσιασμό και μπρίο, μαι πόιντ ίζ ότι όλη αυτή η εορταστική διακόσμηση που απευθύνεται σε ανθρώπους έξω από το σπίτι κάποιου είναι απολύτως περιττή. Κανένας δεν δίνει δεκάρα.