Σάββατο 22 Μαρτίου 2014

Η Ανάκριση

Κατάφερα χτες μετά από προγραμματισμό (λέμε και καμία ειρωνεία να περνάει η ώρα μας) από τον Νοέμβριο να πάω να δω την Ανάκριση. Η Ανάκριση είναι θεατρικό έργο του Γερμανού συγγραφέα Πέτερ Βάις που παίζεται για λίγο ακόμα στο θέατρο Τζένη Καρέζη. Το ήθελα μεν, δεν μου καθόταν δε, είχα προγραμματίσει να πάω με μια φίλη μου και μπήκε ο μπαμπάς της στο νοσοκομείο, μεσολαβήσαν διακοπές, συνέδρια, δουλειά, η φίλη μου το είδε το έργο και ξαφνικά τσουπ, ακούω έφυγε η παράσταση ανέβηκε Θεσσαλονίκη. Νεύρα τσατάλια η δικιά σου. Μα είναι δυνατόν όλο τον χειμώνα να μην πάω; Και δεν ήταν ότι δεν πήγα σε άλλες παραστάσεις, πήγα σε πολλές, περισσότερες από κάθε άλλη χρονιά, αλλά αυτή φαινόταν να έχει στοιχειώσει. Και τελικώς, το σύμπαν μου έδωσε επιτέλους μια δεύτερη ευκαιρία, οι παραστάσεις συνεχίζονται μέχρι τις 13/4, και είπα να αναπληρώσω για όλες εκείνες τις φορές που δεν μου δόθηκε δεύτερη ευκαιρία. Και πολύ "χαίρομαι" που πήγα.

 «Το έργο 'Η Ανάκριση' (Die Ermittlung, 1965), ορατόριο σε 11 ωδές, είναι ένα συγκλονιστικό, αποκαλυπτικό και δριμύ κατηγορητήριο κατά του ναζισμού, που βασίστηκε στα πρακτικά της δίκης βασικών στελεχών του ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης και εξόντωσης του Άουσβιτς. Ένα αποκαλυπτικό έργο – ντοκουμέντο που μιλά για το σήμερα με τα αδιάσειστα στοιχεία του χθες. Ένα πολύ κοντινό μας χθες, το οποίο αναφέρεται στις σκοτεινότερες σελίδες της ιστορίας ενώ ταυτόχρονα καταδεικνύει πόσο σημερινοί μπορεί να είναι οι κίνδυνοι και πόσο απαραίτητη είναι η εγρήγορση και η καταγγελία παρόμοιων και πανομοιότυπων φασιστικών-ρατσιστικών – ναζιστικών φαινομένων σήμερα»


(δείτε περισσότερα στο επίσημο site του θεάτρου Τζένη Καρέζη)


Μπορεί να είναι ψυχοφθόρο, αλλά δεν είναι δύσκολο. Δεν χρειάζεται να επιστρατεύσεις όλο σου το μυαλό, αλλά χρειάζεσαι απαραιτήτως όλο σου το ηθικό για να αντέξεις την διήγηση βασανιστηρίων που δεν τα χωράει ο ανθρώπινος νους, αλλά έγιναν από ανθρώπους σε ανθρώπους. Δεν θέλω να πω πολλά για τις εξαιρετικές ερμηνείες, φοβάμαι ότι τα λόγια θα τους αδικήσουν, αισθάνθηκα βαθύτατο σεβασμό για τους ανθρώπους που μπαίνουν σε κάθε παράσταση στην ψυχοσύνθεση του θύματος. Οι δε κατηγορούμενοι και η υπεράσπιση με την υπεροψία τους, ήταν σαν να έβλεπα τηλεόραση σήμερα. 

Μπορώ να καταλάβω αυτούς που δεν θέλουν να ξέρουν, αυτούς που η πραγματικότητά τους σήμερα είναι σκούρα, που δεν θέλουν άλλους μπελάδες στο κεφάλι τους, που θέλουν να δουν κάτι να γελάσει το χειλάκι τους, δεν θέλουν να ψυχοπλακωθούν. Ναι, μπορώ να καταλάβω. Μήπως άραγε για αυτό δεν πήγαινα τόσο καιρό; Η ιστορία όμως επαναλαμβάνεται. την διάθεσή δεν μου την χαλάει μια παράσταση, μου την χαλάει η πραγματικότητα. Οι άνθρωποι είναι οι ίδιοι, οι συνθήκες δεν έχουν αλλάξει, και τα συμφέροντα που έκαναν τον πόλεμο, που έφτιαξαν το Άουσβιτς, που ακόμα και σήμερα ευνοούν συνθήκες δουλείας. Έκλαψα πολύ, αλλά δεν φοβήθηκα το κλάμα. Την κακία, την υπεροψία, την ανισότητα φοβήθηκα. Και φοβήθηκα πολύ. Φοβάμαι ακόμα. Γίνεται ακόμα, είναι εκεί έξω, με τον ένα, ή άλλο τρόπο μας αφορά όλους.  Δεν μπορείς να κλείσεις τα μάτια σου στον ρατσισμό, ούτε σε αυτό που τον γεννάει, δεν μπορείς να πεις ότι δεν ήξερες...








  

Παρασκευή 7 Μαρτίου 2014

Η ζωή τραβάει την ανηφόρα

Καθώς "γιορτάζω" σήμερα τα 35 χρόνια ύπαρξης σε αυτή τη ζωή, έχοντας ζήσει τον τελευταίο χρόνο μια αβάσταχτη, απαρηγόρητη απώλεια, σκέφτηκα να πάρω λίγες στιγμές να σκεφτώ τα πράγματα που έχω στη ζωή μου και για τα οποία είμαι ευγνώμων και που δεν θα χαθούν ποτέ!




Αγαπάω τους γονείς μου, τον αδερφό μου, τη νύφη μου, τους φίλους μου. Νιώθω ευγνωμοσύνη για τους ανθρώπους που ερωτεύτηκα και με ερωτεύτηκαν. Τους ευχαριστώ για κάθε φιλί, κάθε όνειρο, κάθε αγκαλιά. Είμαι πολύ πλούσια εξ' αιτίας τους. Δεν ξέρω τί θα έκανα χωρίς τις φίλες μου, την Βάσια, την Σοφία, την Πόπη, και όλες τις υπέροχες γυναίκες που είναι κοντά μου ακόμα και όταν είμαστε μακριά. Που γελάσανε με τα καραγκιοζιλίκια μου, που με πήραν αγκαλιά τις στιγμές του υπέρτατου πόνου μου. Τους φίλους που τώρα γνωρίζω και αυτούς που θα κάνω στο μέλλον. 

Νιώθω ευγνωμοσύνη για όλους όσους γνώρισα, επικοινώνησα, συμφώνησα, διαφώνησα, με βάλανε σε σκέψεις, σε προβληματισμούς, με ενθάρρυναν, με πλήγωσαν, γιατί μέσα από την κάθε αλληλεπίδραση, έμαθα και έγινα καλύτερη. Τους Δασκάλους μου, τους Θεραπευτές μου. Κουβαλάω απογοητεύσεις και χαρές, πληγές και όνειρα. Την γαμημένη μου ευαισθησία και τον σαρκασμό μου. Κάθε βιβλίο που διάβασα, κάθε λουλούδι που μύρισα, κάθε σταγόνα που έπεσε στο πρόσωπό μου, κάθε νότα που άκουσα, κάθε δάκρυ που έχυσα, ειδικά αυτά μου είναι πολύτιμα, κάθε γέλιο, κάθε βλέμμα, κάθε χορό, κάθε πρωινό, κάθε αναπνοή, κάθε χτύπο της καρδιάς μου. 

35 χρόνια χτυπάει εδώ μέσα. Άλλοτε σκονισμένη, άλλοτε γελαστή. Αγαπά! Όσο μακριά, σε όποια μορφή! Προσκυνώ αυτό το υπέρτατο δώρο, ευχαριστώ τους γονείς μου που αγαπήθηκαν ώστε να με δημιουργήσουν. Προσκυνώ την αγάπη που με έφερε και με κρατάει στη ζωή! 









Πέρα από κάθε απόσταση...

Πέμπτη 27 Φεβρουαρίου 2014

Έλα να συγκεντρωθούμε να κάνουμε μια ανάρτηση της προκοπής



Παρόντων τεχνικών δυσκολιών, το lap-top μου στο σπίτι, έχει παραδώσει πνεύμα εδώ και 3 εβδομάδες και εγώ το άφηνα για να δω πόσο θα αντέξω. Καλό σαν άσκηση, αλλά τσατάλια τα νεύρα μου, τσατάλια! Ο εθισμός μου, όπως αποδείχτηκε είναι μεγάλος. Όχι ότι δεν το υποψιαζόμουν, απλά πλακώσανε τώρα τα στερητικά για να μου το αποδείξουν. Στα ιατρεία διακοπής καπνίσματος για να βρούν το μέγεθος του εθισμού, ρωτάνε τον καπνιστή πόση ώρα μετά το ξύπνημα κάνει το πρώτο τσιγάρο. Αν το κάνει μέσα στο 5λεπτο, μαύρα τα μαντάτα για τη σερενάτα. Εγώ έχω το αντίστροφο. Κοιμάμαι βλέποντας σειρές. Τον καλύτερο ύπνο, ενώ μιλάει ο Σέρλοκ ακατάσχετα. Βολευόμουνα προσωρινά με υποκατάστατα, αλλά και τί να σου κάνει το smart phone?

Τον αρχικό εκνευρισμό της έλλειψης, διαδέχτηκε μια μοιρολατρεία και μετά μια απελπισία. Μέχρι τηλεόραση αναγκάστηκα να ανοίξω! Και εκεί, η παλιομαζόχα, να μην κάνω κάτι, έτσι για να δω τα όριά μου και ως που μπορώ να φτάσω. Και αφού γενναία έφτασα όπου κανένας άλλος δεν έχει πάει, ΣΗΜΕΡΑ δρομολόγησα την επισκευή. Που καθώς μεσολαβεί τριήμερο, θα ολοκληρωθεί σε μια εβδομάδα, αλλά εδώ φάγαμε τον γάιδαρο, το final front-ear θα μας μαράνει; Και καθώς δρομολογήθηκε η επισκευή ήταν σαν να ανοίγει ο ουρανός μπροστά μου, και πλημμυρίζει με φως τα όνειρά μου. Ελπίζω άμα τη επισκευή που υπολογιστέως βεβαίως-βεβαίως να επιστρέψει και η έμπνευση μου για συγγραφή.  Σύντομα..



Παρασκευή 31 Ιανουαρίου 2014

Η Δύναμη της Παρασκευής

Και αφού όλοι συμφωνήσαμε ότι το πιο οδυνηρό πράγμα που μπορεί να σου συμβεί είναι το laser στο μπικίνι, ας πάμε τη ζωή μας ένα βήμα πέρα από την αναχώρηση από τη δουλειά την Παρασκευή.

Η Πέμπτη είναι ημιπανηγυρική μέρα. Προετοιμάζομαι ψυχολογικά για την Παρασκευή. Όταν ήμουν μαθήτρια το Σάββατο το πρωί είχα ιδιαίτερο έκθεσης, που σήμαινε μόνο ένα πράγμα. Έπρεπε να καθήσω Παρασκευή απόγευμα να γράψω έκθεση. Καλύτερα να μου έκανες το μπικίνι με laser, παρά να με έβαζες να γράψω έκθεση.  Τόσο πολύ την μισούσα. Παρά τις φιλότιμες προσπάθειες της καθηγήτριας μου, το φιλότιμο διάβασμα του Παπανούτσου, της κυριακάτικης Καθημερινής, καθώς και άλλων ιερών τεράτων και δοκιμιογράφων  δεν γινόταν τίποτα. Είχα παρεμβολές από  συγγραφείς σαν τον Μυριβήλη, τον Καζαντζάκη, Λουντέμη, Σωτηρίου, λίγο από Βενέζη. Μυθιστορήματα διάβαζα ακόμα και κρεμασμένη ανάποδα, αλλά δοκίμια έκοβα φλέβες. Οπότε Παρασκευή απόγευμα κλεινόμουν στο δωμάτιο και δεν έβγαινα αν δεν τελείωνα την βρωμοέκθεση, συνήθως κατά τις 3 το πρωί. Οπότε η Παρασκευή δεν ήταν πανηγύρι, ήταν κάτεργο που με στοίχειωσε από τα εφηβικά μου χρόνια.

Σήμερα όμως η Παρασκευή δεν ήταν σαν τις άλλες. Ήταν από τις σπάνιες εκείνες μέρες που μία ώρα πριν το τέλος του ωραρίου έχεις όλες σου τις λίστες με τις εκρρεμότητες τσεκαρισμένες. Τουλάχιστον αυτές με τα επείγοντα και σημαντικά και αυτές με τα επείγοντα, αλλά μη σημαντικά. Οπότε μπορείς να χαλαρώσεις και μέσα στην τουαλέτα να φιλοσοφήσεις. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές ηρεμίας και εσωτερικής γαλήνης, που νιώθεις ότι είσαι ο κυρίαρχος της στιγμής σου, the master of my own bladder.  



Και αυτή η αίσθηση συνεχίστηκε οδηγώντας με ψυχραιμία, παραχωρώντας προτεραιότητες (!!!???) παρκάροντας με ψυχραιμία, παίρνοντας με χάρη καρότσι στο σούπερ μάρκετ. Εναρμονισμένη με το εδώ και το τώρα. The master of ... whatever. Συνεχίζοντας την μακροχρόνια παράδοση των Παρασκευιάτικων καταναγκαστικών έργων, πηγαίνω σούπερ μάρκετ μετά το γραφείο. Δεν θυμάμαι ποια ακριβώς στιγμή σταμάτησε το σούπερ μάρκετ να είναι joyride, αλλά προσπαθώ να το αντιπαρέλθω και να πάρω και καμιά τσαχπινιά που μου αρέσει. Κάποιο μπαχαρικό, ή κάποιο κρασί, ή λίγο καπνιστό τυρί, ή τσάι με κρόκο Κοζάνης. Σήμερα και ενώ κοιτάζω τα σακουλάκια με τις σαλάτες, προσπαθώ να διαλέξω και κρατάω στο χέρι μου μια Καπριτσιόζα, ένας κύριος πίσω μου παίρνει από το ράφι μια σαλάτα «Αρμονία», την κοιτάζει και την βάζει πίσω μαζί με τις Καπριοτσιόζες. Μια μικρή διαταραχή στην Δύναμη, αλλά τίποτα που δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί. Μετά παίρνει μια «Αγροτική» την κοιτάζει και την βάζει πίσω στις Καπριτσιόζες. Η τάξη του σύμπαντος βρίσκεται σε κίνδυνο.  H εντροπία αυξάνεται με ιλιγγιώδεις ρυθμούς. Με ταχύτητα Τζεντάι, παίρνω τις σαλάτες «αυτή πάει εδώ και αυτή πάει εδώ» και γυρίζω προς τον κύριο, γκλούπ, είναι ένας κούκλος γαμώτο.... γαμώ τη Δύναμη που δεν με προειδοποίησε πριν ανοίξω το στόμα μου! Drat! Τί να πω; Δεν είναι αυτό που νομίζεις; Δεν είμαι ψυχωτική, είμαι απλά νευρωτική; Βάζω την κωλοκαπριτσιόζα στο καρότσι μου και απομακρύνομαι με ταχύτητα δίνης. “Happens to every guy sometimes this does”. Δεν μας χέζεις ρε Yoda! Καταλήγω να αγοράσω μαχλέπι!


Machlepi this is, I sense


Δευτέρα 27 Ιανουαρίου 2014

Μαδριγάλι που γράφτηκε χειμώνα καιρό

Στα μύχια βάθη της θαλάσσης
Στη νύχτα των μακρών δελτίων,
Σαν άλογο που ετρόχαζε αίφνης
Σωπαίνει φρέσκο το όνομά σου

Στους ώμους σου, άχ προστάτεψέ με,
Στα κάτοπτρά σου βγές νυχτέρια
Και φύλλινη μονάξια δώς μου
Από της ράχης την ισκιάδα

Το στόμα σου φιλιά ντυμένο
Και από τους χωρισμούς φευγάτο
Το στόμα δώσε μου το φίνο
Τερπνό λουλούδι της φωταύγειας

Από μακριά πολύ μακριά, από
Λησμόνια σε  λησμόνια οι ράγιες
Μαζί μου μένουν – της βροχούλας
Κραυγή που υφαίνει η εσπέρα η μαύρη

Το μίτο εσύ θα βρείς της νύχτας,
Τη γκαρνταρόμπα της σαν βγάζει
Η αυγή τους ουρανούς με αστέρια
Γιομάτα ανέμους που φτυαρίζουν

Το βλέμμα μου σκεπάζει απούσα
Η σκιά η βαθιά της θύμισής σου
Παρούσα πάλι μου ξεσκίζει
Στα στήθη την γυμνή καρδιά μου

                                    Madrigal escrito en invierno
                                    P. Neruda


Πέμπτη 23 Ιανουαρίου 2014

Σταυρουδάκι μου χρυσό

Μια ιστορία που επαναλαμβάνεται

Υπάρχει μια καταραμένη λωρίδα θάλασσας ανάμεσα στην Ευρώπη και την Ασία, αυτή που ο θρύλος λέει ότι πρέπει να αποφεύγουν οι αδούλωτες ψυχές. Οι τυχοδιώκτες, οι πειρατές και όλοι οι οπλισμένοι μπορούν να περνάνε άφοβα. Μονάχα αυτοί που έχουν χέρια καθαρά κινδυνεύουν, τα θύματα των ιμπεριαλιστικών πολέμων.

Έχω ακούσει και εγώ ιστορίες που αυτός ο θρύλος έχει ζώσει. Για τα πολύ παλιά χρόνια, όταν καταστράφηκε η Σμύρνη. Που κόσμος έφευγε με βάρκες για να γλιτώσει την φωτιά και τον πόλεμο. Για να γλιτώσουν τη φωτιά, πέφτανε στη θάλασσα. Προσφυγιά, βαρύ πράμα.. Άκουσα ιστορίες ότι πέφτανε στην θάλασσα και πιανόντουσαν από τα γαλλικά και αγγλικά καράβια και τους χτυπάγανε τα χέρια και τους κλωτσούσανε και τους πετούσανε στη θάλασσα. Και τα εφηβικά μου μάτια τρέχανε ποτάμια. Και μετά άκουσα για την γιαγιά ενός φίλου που έχασε δυο παιδιά και η καρδιά μου σφίχτηκε.



Όταν κάποιος δεν έχει έρθει πρόσωπο με πρόσωπο με το άγγιγμα του θανάτου κλαίει και σφίγγεται η καρδιά του. Όταν έχει νιώσει στο πετσί του την αιωνιότητα του θανάτου, την παγωμένη πραγματικότητα που του στερεί στα ξαφνικά και για πάντα τους αγαπημένους του, δεν νιώθει Τίποτα. Η ψυχή του μόνο συστρέφεται και ουρλιάζει... Την γλώσσα μπορούν να την καταλάβουν μόνο όσοι το έχουν ζήσει. Όχι όσοι το φαντάζονται, όχι σε όσους το διηγήθηκαν.   

Τα αδέρφια των πνιγμένων έζησαν. Και έκαναν παιδιά. Και τα παιδιά έκαναν δικά τους παιδιά. Και έφτιαξαν τις ζωές τους στην Ευρώπη. Σήμερα αποφάσισαν να πάρουν εκδίκηση για τους αδικοχαμένους τους προγόνους. Στην ίδια λωρίδα θάλασσας. Εκεί που συνωστίζονται οι κυνηγημένοι. Έρχονται από μακριά,από το παρελθόν και από το μέλλον. Τους σπρώχνει η αδικία. Έκαψε τα σπίτια τους, άλλαξε τη ζωή τους, τους ξερίζωσε. Αποφάσισαν να εκδικηθούν με τον ίδιο τρόπο. Πνίγοντας κατατρεγμένους, αδικημένους, πρόσφυγες. Δάκρυα, κύμματα, ψυχές, ουρλιαχτά.
Και ξέχασαν τους προγόνους. Τους έπνιξε η λήθη...

Τα βράδυα οι πνιγμένοι πρόγονοι βγαίνουν στην επιφάνεια και περιμαζεύουν τις ψυχές των παιδιών που βουλιάζουν στο Φαρμακονήσι, στη Λαμπεντούζα, στη Μεσόγειο. Τους χαϊδεύουν τα μαλλιά. Τους ρωτούν το όνομά τους. Όλοι έχουν το ίδιο όνομα «Αθώος»






θα με δικάσει ο κούκος και τ' αηδόνι

Κυριακή 12 Ιανουαρίου 2014

Κουτάκια και φούγκα

Μου αρέσει να διαβάζω μπρούμυτα στον καναπέ. Να κρατάω το βιβλίο απέναντι μου και να ακουμπάω το μάγουλό μου σε ένα μικρό μαξιλάρι. Όταν ήμουν μικρούλα καθόμουν μπρούμυτα κάτω από την τραπεζαρία, πάνω στη φλοκάτη, κοίταζα τα κρόσια από το τραπεζομάντηλο της μάνας μου και σκεφτόμουνα και αφαιρούμουν...

Σήμερα έβαλα να ακούσω το «καλώς συγκερασμένο κλειδοκύμβαλο». Το έβαλα επίτηδες. Στα 20 μου το μισούσα και το βαριόμουν απίστευτα. Σήμερα το έβαλα επίτηδες. Έχει έναν ρυθμό και μια απόκοσμη ασφάλεια. Ακόμα και τα γρήγορα μέρη του είναι μελαγχολικά. Μου θυμίζουν ψυχαναγκαστικό διάβασμα μουσικής Σάββατο πρωί πριν το Ωδείο. Και το έχω ανάγκη...  Το Ωδείο, όχι τον ψυχαναγκασμό. Μια επανάληψη των πραγμάτων που μου αρέσουν, χωρίς τους ψυχαναγκασμούς αυτή τη φορά. Τότε που νόμιζα ότι η Βιέννη είναι ο Παράδεισος.


Bach - Prelude & Fugue No.2 in C minor

Αυτός ο Μουρακάμι θα με ξεκάνει. Είναι λίγο αλλόκοτος και μη ρεαλιστικός. Αλλά διαβάζω αχόρταγα, καθώς παίζει το κλειδοκύμβαλο, καλώς συγκερασμένο πάντα. Τάκα, τάκα, αργό, ή γρήγορο πάντα αυστηρά και επακριβώς μέσα στον ρυθμό. Κουτάκια, δίπλα το ένα στο άλλο. Δεξιοτεχνικά κουτάκια, ακούγονται ωραία και αρμονικά. Κουτάκια, κουτάκια, κουτάκια, τέλεια ορθογώνια κουτάκια με λίγο ριταρτάντο πριν την πτώση. Και μετά μια αργή φούγκα σε ντο ελάσσονα να ξαναβρούμε την αναπνοή μας.

Ρουφάω μια γουλιά καφέ, έχει κρυώσει ελαφρώς, ίσα που προλαβαίνω να τον απολαύσω πριν σταματήσει να μου αρέσει πια. Λιακάδα, πηγαίνω προς το παράθυρο με το φλυτζάνι στο χέρι και κλείνω τα βλέφαρά μου στον ήλιο. Τα κουτάκια συνεχίζουν να διασκορπίζονται σε όλο το δωμάτιο. Κάτω από το παράθυρο έχω ακουμπισμένο ένα κάδρο. Γιατί δεν κρεμάω άραγε τα κάδρα και τις αφίσσες μου; Οι αφίσσες μου αγορασμένες από διάφορα μουσεία περιμένουν υπομονετικά στους κυλίνδρους τους, και εγώ φαντάζομαι τις άπειρες δυνατότητες κοιτάζοντας τους άδειους τοίχους. Όταν θα τις κρεμάσω, αυτές οι δυνατότητες θα χαθούν σε μία, μοναδική και ίσως παντοτινή πραγματικότητα. Ταυτόχρονα οι άδειοι τοίχοι με αγχώνουν. Θέλω να φτιάξω μια σύνθεση καρτ ποστάλ για τον διάδρομο και να κορνιζώσω τις αφίσσες μου. Ο ήλιος στα βλέφαρά μου σαν να ενεργοποιεί μια αποφασιστικότητα μέσα μου. Ήρθε η ώρα τα κουτάκια και οι κύλινδροι να ανοίξουν..    




Σάββατο 11 Ιανουαρίου 2014

Απολογισμός έτους

Η πιο τυχερή στιγμή του 2013 ήταν ένα απόγευμα του Μαϊου όταν ΔΕΝ πάτησα σκατά 20 λεπτά πριν το γάμο του αδερφού μου. Φεύγαμε όλοι φουριόζοι από το σπίτι του προς την εκκλησία, όταν  τρέχοντας να μπω στο αυτοκίνητο πάτησα το καπάκι ενός φρεατίου αποχέτευσης που όπως αποδείχτηκε ήταν ξεχειλισμένο και το πάτημα δημιούργησε έναν καφέ κρεμμώδη πίδακα που πέρασε με ένα τρομακτικό τόξο πάνω από τις μώβ σατέν μου γόβες, τα μαρμαρωμένα μου πόδια και την ψυχή μου που είχε πάει στην Κούλουρη μέχρι να προσγειωθεί ο πίδακας, ευτυχώς λίγο δίπλα από την μώβ σατέν μου γόβα.  Λίγο μετά τρέμανε τα πόδια μου, καθώς οδηγούσα προς την εκκλησία, αλλά το αντιπαρήλθα κορνάρωντας εύθυμα. Και κάπως έτσι τελείωσαν οι τυχερές και οι εύθυμες στιγμές του 2013...





Παρασκευή 13 Δεκεμβρίου 2013

Εσούρωσα κι αργήσαμε

Δεν είμαι σίγουρη ότι μπορώ να βγάλω μεγάλο νόημα από αυτά που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή. Θα είχε πλάκα να δω αν μπορεί να βγάλει ο οποιοσδήποτε...

Όταν γύρισα σπίτι απόψε κατά τις 10, εντελώς νηστική (εντάξει κάτι παξιμάδια με τον καφέ δεν ξέρω αν πιάνονται) μου φάνηκε καλή ιδέα όση ώρα περίμενα να βράσουν τα ριγγατόνι να ανοίξω ένα λευκό κρασί Δόρυσσα (ά-παι-χτο) που είχα στο ντουλάπι/κάβα/wish place και τώρα βιώνω μια μακάρια και μοναδική αίσθηση ανάμεσα στην πραγματικότητα και σε έναν κόσμο που ζουν μονόκεροι.
Ταλικά πόσο πραγματική είναι η πραγματικότητα και πόσο μακριά είναι αυτά που σκεφτόμαστε από αυτά που ζούμε; (Μου είναι κάποως δύσκολο να πληκτρολογώ χωρίς λάθη, οφείλω να ομολογήσω). Πού βρίσκονται τα όρια ανάμεσα στην συνείδηση, την ελεγχόμενη από το υπερ-εγώ συμπεριφορά και το πραγματικό μας εαυτό; Το καταπλητκικό με μένα είνα ότι ακόμα και σουρωμένη, στα υπαρξιακά το έχω το μαυλό μου!

Το καντήλι που έχω αναμένο μόλις έκανε ένα τσούρ και έσβησε... Είναι πολύ τζαναμπέτικο αυτό το καντήλι.  Άλλοτε γυρνάει ανάποδα, άλλοτε σβήνει στα καλά καθούμενα. Σήμερα απλά τελείωσε το λάδι. Προβλήματα μεγάλα... Η αλήθεια είναι ότι το ένα και μαγάλο πραγματικό πρόλβημα είναι η ανυπαρξία (αν υπάρχει). Πώς αλλάζει η ύλη σε ενέργεια; Δεν έχω την παραμικρή ιδέα, αλλά δεν σκοπεύω να σταματήσω να το ψάχνω.

Καλώ  τους φίλους και τις φίλες, που όταν πέφτουν το βράδυ για ύπνο νιώθουν κάτι να τους τσιγκλάει, κάτι να σφίγγεται μέσα τους, κάτι να μην βρι΄σκει απάντηση, αντί να αμιφισβητούν τον εαυτό τους, αντί να αναρωτηθούν για την λογική τους, αντί να σκεφτούν ότι κάτι δεν πάει καλά, να αγκαλιάσουν το απροσδιόριστο (και τρομακτικό εώς χεσίματος) συναίσθημα. Στο όριο που η λογική χάνει την πρωτοκαθεδρία της, αναδύεται ο πραγματικός μας εαυτός που έχει τις απαντήσεις στα μυστήρια του κόσμου. Τα προσεκτικά υπολογισμένα πεπραγμένα μας εγκιβώτισαν όλους σε άκαμπες συνθήκες. Είμαι σε θέση να παραδεχτώ με λύπη μου ότι δεν έχω χάσει ποτέ τον έλεγχο. Ω, δυστυχία! Όπως λέει και ο λατρεμένος μου Dr. Sheldon Cooper "I am the master of my own bladder". Και αν ακόμα και τώρα η απώλεια του ελέγχου με αγχώνει, δεν θα διστάσω να παραδεχτώ ότι θα ευχόμουν να μπορώ να παραδοθώ σε μια ασφάλεια έξω και πέρα από τον έλεγχό μου, αρχήε γενομένης από την συγγραφή -ποιά είναι η λέξη- αυθόρμητων σκέψεων για αυτή ακριβώς την στιγμή!

I never lost control




Τρίτη 10 Δεκεμβρίου 2013

Αγάπη

Υπάρχουν δύο είδη αγάπης. Η ανθρώπινη αγάπη και η συμπαντική αγάπη.

Η ανθρώπινη είναι αυτή που αγαπάς κάποιον γιατί έχεις κάτι να κερδίσεις από αυτόν. Είναι απολύτως φυσιολογική, καθ' όλα αποδεκτή και λειτουργεί ως εξής: αγαπάω κάποιον γιατί καλύπτει κάποια μου ανάγκη, σεξουαλική, συναισθηματική, οικονομική, κλπ. Είναι πραγματική αγάπη, δεν είναι προσποιητή, είναι ανθρώπινη. Αγαπάω τη μαμά μου γιατί μου μαγειρεύει φαγητό, μου πλένει τα σώβρακα, πληρώνει το Ωδείο, με ενθαρρύνει να γίνω καλύτερος άνθρωπος, με αγκαλιάζει, μου δίνει αντιπυρρετικό όταν είμαι άρρωστη, με κοιτάει στραβά όταν την απογοητεύω (εντάξει τότε δεν την αγαπάω και τόσο πολύ). Αγαπάω τον Τάκη (τυχαίο το όνομα) γιατί με κάνει να αισθάνομαι ξεχωριστή, αναγνωρίζει την μοναδικότητά μου και με στέλνει σε ύψη σωματικής και πνευματικής έκστασης. Όταν όμως δεν εκφράζει τα συναισθήματά του και κυρίως δεν επιβεβαιώνει τα δικά μου, δεν τον αγαπάω και τόσο πολύ. Αγαπάω τα παιδιά μου γιατί είναι ευγενικά, δεν χτυπάνε τα άλλα παιδιά, είναι καλοί μαθητές, τρώνε τις φακές τους και το σπανάκι τους. (Εντάξει, όταν με ντροπιάζουν με τη συμπεριφορά τους, δεν τα αγαπάω και τόσο πολύ). Φυσιολογική ανθρώπινη αγάπη, τρέφεται και θεριεύει από την αλληλεπίδραση. Σου δίνω, το παίρνεις και μου δίνεις λίγο ακόμα, το παίρνω και δίνω λίγο ακόμα περισσότερο, που ήταν μια σπίθα στην αρχή και μιας βροχής ψιχάλα και έγινε η σπίθα πυρκαγιά και πάει λέγοντας. Και κάποια στιγμή όλες οι καύσεις (ακόμα και ο ήλιος) εξαντλούν τα καύσιμά τους και καταλήγουν σκόνη, ή ένα κομμάτι σίδερο, ή σκάνε φαντασμαγορικά και τροφοδοτούν το διάστημα με νέα στοιχεία και δυνατότητες νέων αστέρων.    

Και υπάρχει και η συμπαντική αγάπη. Όταν αγαπάς κάποιον χωρίς να έχει τίποτα να σου δώσει. Δεν καλύπτει απολύτως καμία σου ανάγκη. Είτε γιατί δεν είναι σε θέση, είτε γιατί δεν το χρειάζεσαι. Σε κάθε περίπτωση αυτή η αγάπη είναι σπάνια, μεγαλειώδης και πονάει. Δεν περιορίζεται από τον χρόνο και δεν εξαρτάται από αυτόν, δεν αλλοιώνεται στην διάρκειά του, υπάρχει μέχρι να στεγνώσουν οι θάλασσες, ακόμα και όταν όλοι θα έχουμε γίνει σκόνη.  Νομίζω ότι αυτή την αγάπη περιγράφει ο Απόστολος Παύλος στην Α’ προς Κορινθίους επιστολή του, κεφ 13. «...Η αγάπη δεν ζητάει να γίνει το δικό της, δεν σκέφτεται το κακό, δεν χαίρεται για την αδικία, αλλά συγχαίρεται με την αλήθεια. Όλα τα ανέχεται, όλα τα πιστεύει, όλα τα ελπίζει, όλα τα υπομένει. Η αγάπη ποτέ δεν ξεπέφτει..».


Η συμπαντική αγάπη είναι αυτή που κρατάει τον κόσμο σε ενότητα. Είναι αυτή που ψάχνουν να περιγράψουν με μαθηματικά όλοι οι Φυσικοί, να συνθέσουν όλοι οι Μουσικοί, να γράψουν όλοι οι Ποιητές. Είναι η σκοτεινή ύλη. Είμαι Εγώ. Είσαι Εσύ. Είμαστε Εμείς.  Είναι το Απροσδόκητο, είναι το Απροσδιόριστο, είναι το Μυστηριώδες. Είναι αυτή που ενώνει τη Γη με το υπερπέραν. Είναι αυτή που κάνει τους ανθρώπους που έχουν φύγει αναπόσπαστο κομμάτι της ψυχή μας. 





Δευτέρα 25 Νοεμβρίου 2013

Carpe diem κι άγιος ο Θεός

Κάνεις ένα απόγευμα καφέ στην κουζίνα σου και στα καλά καθούμενα πέφτεις νεκρή. Τέλος! 


Δεν κάνω πλάκα! Τέλος! Αυτό ήταν, όλα σου τα όνειρα, όλα σου τα θέλω, όλες σου οι σκέψεις, οι επιθυμίες, τα σχέδια μένουν μετέωρα. Για πάντα! Έτσι στα καλά καθούμενα. Κανείς δεν το περίμενε, κανένας δεν το φανταζόταν. Ούτε εσύ η ίδια. Όλοι μείνανε παγωμένοι. Δεν μπορούσαν να το πιστέψουν. Μπάμ και κάτω. ΤΕΛΟΣ. 

Δεν θα ξαναδώ τους ανθρώπους που αγαπώ, δεν θα πιω ποτέ άλλον καφέ, δεν θα ξαπλώσω στην λιακάδα με τα βλέφαρά μου κλειστά, δεν θα μυρίσω τα ζουμπούλια ένα κρύο μεσημέρι του Φλεβάρη, δεν θα ξαναφιλήσω κανένα, δεν θα δαγκώσω ένα άγουρο μήλο, δεν θα φορέσω ένα ζεστό παλτό, δεν θα ξανακούσω μουσική, δεν θα τραγουδήσω, δεν θα χορέψω, δεν θα βουτήξω από ψηλά στην θάλασσα, δεν θα κυλιστώ σε ένα πράσινο λιβάδι, δεν θα αγκαλιάσω τη μαμά μου, δεν θα κάνω πλάκες με τον αδερφό μου, δεν θα ακούσω την κολλητή μου, δεν θα ερωτευτώ. Θα σταματήσω να ζω. 

Πόσο έτοιμη δεν είμαι για αυτό. Και όμως ζω σαν να έχω μπροστά μου μια αιωνιότητα και μια μέρα και τις πετάω.

Στοπ, οι σκέψεις μου ξεφεύγουν...

Μουσείο Μπενάκη, Αύγουστος 1998, πιτσιρίκι σχεδόν, δεν ξέρω που πάνε τα τέσσερα. Βόλτα στην Αθήνα με Αμερικανίδα θεία μου.

Περνάμε από το gift shop του μουσείου και χαλβαδιάζω κάτι κούπες με σκίτσα από τα βιβλία της Πηνελόπης Δέλτα που ήταν από τα αγαπημένα μου παιδικά αναγνώσματα. Μία κούπα με τον Μάγκα και μια με τον Τρελαντώνη. Τις κοιτάζω, θέλω πολύ μία, αλλά ο φοιτητικός μου προϋπολογισμός είναι απαγορευτικός. Η επιθυμία μένει μετέωρη.

Το σκέφτομαι που και που. Εκείνη την κούπα που θέλησα. Εντάξει δεν είναι και τόσο τραγικό. Μπορώ να ζω και χωρίς αυτή. Πάμε παρακάτω. 

Ταξίδι στον χρόνο. Νοέμβριος 2013. Κάτι έχω αρχίσει να σακουλιάζομαι από την ζωή και να καταλαβαίνω τα ψιλά νοήματα. Σάββατο πρωί, μουσειότσαρκα. (Έτσι την βρίσκω εγώ παιδάκι μου, είμαι κουλτουριάρα). Το έχω πάρει απόφαση από την προηγούμενη μέρα. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου. Τώρα επιτέλους μπορώ να ικανοποιήσω την επιθυμία μου. Έχω και μια μικρή αγωνία αν θα τις βρω. Και τελικά, να τες, εκεί μέσα σε μία προθήκη. Είναι το πρώτο που βλέπω μπαίνοντας στο εκθετήριο. Ανακούφιση και χαμόγελο ως τα αυτιά, σχεδόν χοροπηδάω! Διαλέγω να πάρω τον Τρελαντώνη, λέω στην πωλήτρια ότι την σκεφτόμουν αυτή την κούπα 15 χρόνια! Η κοπέλα γελάει με τον ενθουσιασμό μου και μου υπόσχεται ότι αν πάθει κάτι η κούπα θα μου την αντικαταστήσει. 

Τώρα στο εδώ, εδώ στο τώρα... 

Κοιτάζω έξω από το παράθυρο την βροχή και η ανεκτίμητη κούπα μου κάθεται γεμάτη ζεστό, μυρωδάτο καφέ μπροστά μου. Κλαίω. Κλαίω γιατί πρόλαβα. Που στάθηκα τυχερή, παρά την ηλίθια και αψυχολόγητη αργοπορία μου. Παρά την υποτιθέμενη φιλοσοφία μου ότι θα ζω την κάθε μέρα. Ότι θα ζω στο τώρα. Αγγούρια. Συνέχεια ξεχνάω. Αναλώνομαι με λεπτομέρειες, θυμώνω στα φανάρια, στεναχωριέμαι αν κάποιος μου μιλήσει απότομα στην δουλειά. Λες και είναι πιο σημαντική μια διαφωνία από τα ζουμπούλια. Λες και η μίζερη έκφραση της πνευματικής ανεπάρκειας κάποιου έχει μεγαλύτερη σημασία από τα όνειρά μου. Ούτε καν. Σιγά μην το βάλω στην ίδια ζυγαριά με τα όνειρά μου. Θα ζυγίσω την μιζέρια, στην ίδια ζυγαριά με ένα πορτοκάλι. Και γέρνει προς το πορτοκάλι. Ένα ζουμερό, παγωμένο, ξινό, απολαυστικό πορτοκάλι.



Μία αίσθηση επίτευξης, μια αίσθηση κλεισίματος εκκρεμότητας.