Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου 2015

Αρμενίζοντας

Κάθομαι στην άκρη της πλώρης, σχεδόν στον αέρα, με τα πόδια μου κρεμασμένα πάνω από τη θάλασσα και είναι σαν να πετάω. Σαν ένα ελαφρύ πουλί, σαν ένα μικρό παιδί χωρίς βάρος, ούτε στο σώμα, ούτε στη συνείδηση. Η κίνηση του σκάφους είναι αβίαστη και απαλή, καθόλου κύμα στο Ιόνιο. Οι άλλοι κοιτάνε τη στεριά, εγώ κοιτάω κάτω το νερό, τη θάλασσα. Τα νερά είναι τόσο βαθιά, τόσο σκούρα, τόσο γνωστά και τόσο άγνωστα μαζί. Η μάζα συμπαγής και ρευστή. 





Η επιφάνεια του νερού είναι ένα μαγικό μέρος. Η επιφάνεια των υγρών είναι ένα σύνορο. Αλλιώς συμπεριφέρεται ο όγκος του νερού, αλλιώς, πολύ αλλιώς, η επιφάνεια. Είναι μέρος του νερού, αλλά δεν είναι ακριβώς όπως η υπόλοιπη θάλασσα. Είναι το όριο που χωρίζει το υγρό από τον αέρα. Μικρές σταγονίτσες πετάγονται από το νερό, αυτονομούνται, για λίγο κυλάνε πάνω στην υγρή επιφάνεια εντελώς ξεκάθαρα σαν να είναι από υδράργυρο και στη συνέχεια ενσωματώνονται στον σκούρο όγκο. Εκείνα τα εκατοστά του δευτερολέπτου μπορώ να δω καθαρά αυτές τις μικροσκοπικές, λεπτεπίλεπτες, ευαίσθητες σταγόνες να έχουν τη βραχεία δική τους ύπαρξη. Τις κοιτάζω αχόρταγα καθώς το σκαρί σχίζει ήσυχα τα νερά χωρίς να σηκώνει αφρούς. 





Είναι τόσο μυστηριώδης αυτή η θάλασσα, τόσο βαθιά που δεν μπορώ να δω κάτω από την επιφάνεια. Το μόνο που βλέπω είναι λίγες ρυτίδες πάνω της, ένα ανεπαίσθητο κυματισμό, στα όρια της ψευδαίσθησης. Σαν αχνός είναι η επιφάνεια. Σχηματισμοί που βλέπω και δεν βλέπω. Το κοιτάζω όλο μαζί, αλλά μέχρι να προλάβω να εστιάσω στην μικρή ρυτιδούλα έχει χαθεί και μένω να αναρωτιέμαι αν την είδα πραγματικά, ή αν μήπως ίσως την φαντάστηκα. 

Κάπως έτσι πρέπει να είναι ο θάνατος. Απλός και ήσυχος. Πετιέται για λίγο η ψυχή από την άβυσσο στον αέρα, κυλάει ελαφριά, ίσως και να δημιουργεί μια αναταραχή και ξαναχάνεται στη απεραντοσύνη.Το όριο είναι ορατό, αλλά κάτω από την επιφάνεια όλα είναι ρευστά και απαλά. Κανένας φόβος. Τόσο κοντά, και τόσο μακριά.




Πέμπτη 20 Αυγούστου 2015

Θα πεθάνω, ντιπ, Ντίνα

Ή αλλιώς πώς να ξεπεράσετε ένα απωθημένο σας μετά από 32 χρόνια

Ας τα πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. 

Είναι καλοκαίρι του 1983, εγώ είμαι 4 χρονών και στην φάση που φωνάζω τη μαμά μου με το μικρό της, Ντίνα! Ναι, με τη μαμά μου έχουμε το ίδιο όνομα. Πολύ προχώ! Έτυχε μαμά και γιαγιά (από τη μεριά του μπαμπά) να έχουν το ίδιο όνομα και τσούπ, τρεις Κωνσταντίνες στην οικογένεια! Λοιπόν, φωνάζω τη μάνα μου Ντίνα! Εκείνο το καλοκαίρι λοιπόν κάνουμε ελεύθερο ορεινό κάμπινγκ με την τροχοσκηνή στην ράχη Τυμφρηστού! Σε ένα υπέροχο πλάτωμα, κάτω από τα έλατα, είμαστε μεγάλη παρέα. Δηλαδή η χρήση πρώτου πληθυντικού είναι καταχρηστική γιατί εγώ και ο αδερφός μου είμαστε 4 και 3 χρονών αντίστοιχα, οπότε δεν έχουμε απολύτως καμία συμμετοχή στην λήψη αποφάσεων, απλά παριστάμεθα και ακολουθούμε τους μεγάλους, αλλά είμαστε οι μικρότεροι της κατασκήνωσης και όλοι ασχολούνται με εμάς, μας φτιάχνουν κούνιες, μας πηγαίνουν βόλτες και είναι γαμάτα. 

Δεν μπορώ να ξέρω από πότε αρχίζει να λειτουργεί η μνήμη στα μικρά παιδιά, εγώ έχω αναμνήσεις από την εποχή που ήμουν 2,5 χρονών, αλλά εκείνο το ορεινό κάμπινγκ το θυμάμαι σαν να ήταν χτες. Μας έπαιρνε ο πατέρας μου για βόλτες στο δάσος, περπατούσαμε ανάμεσα στα δέντρα, ακόμα θυμάμαι το "μέρος" που πηγαίναμε με το φτυαράκι και το χαρτί μας, ανεβαίναμε σε έναν κορμό από ένα κομμένο δέντρο. Είναι αυτό που λέμε χέσε ψηλά και αγνάντευε! Τί ωραίες στιγμές! Πόσο θα θέλαμε να το κάνουμε αυτό και σήμερα σε ορισμένες καταστάσεις και ίσως ακόμη σε ορισμένους ανθρώπους...

Κοντά στο σημείο της κατασκήνωσης υπήρχε και μια βρύση. Η βρύση ήταν η κλασσική βουνίσια βρύση/ποτίστρα για ζώα. Στη μια άκρη από μια πέτρινη γούρνα, ή μεταλλικό σωλήνα βγαίνει το νερό για τους ανθρώπους και από κάτω σε δύο, ή τρία επίπεδα σε μακρόστενες γούρνες ποτίζονται τα ζώα, ή πλένεις πόδια. Αυτή η βρύση ήταν γύρω στα 300 μέτρα από την κατασκήνωση και στην αντίθετη πλευρά του δρόμου. Εκεί πηγαίναμε πάντα με τη συνοδεία τουλάχιστον ενός μεγάλου, ή με όλη την κουστωδία, συνήθως τα βράδια για να πάρουμε το νερό της επόμενης μέρας και να μας πλύνουν. Και μπορεί το πλύσιμο με το παγωμένο νερό της βρύσης της βουνίσιας να είναι αντιπαιδαγωγικό, αλλά όλη μέρα κυλιόμασταν στα χώματα και έπρεπε κάπως να βγάλουμε την μπίχλα από πάνω μας πριν πέσουμε για ύπνο. "Πω πω, μπούζι, μπούζι" λέγαμε μόνο αν και δεν το θυμάμαι με ιδιαίτερο βάσανο αυτό το πλύσιμο. Παιχνίδι μου φαινόταν (όπως όλα εκείνες τις μέρες). 

Το άλλο ωραίο πράγμα στο βουνό ήταν η ανεμόκουνα (ανεμόκ'να στην ντοπιολαλιά) Ω, η ανεμόκουνα! Θα μπορούσα να γράψω ποιήματα, να συνθέσω χορωδιακά, για τις χάρες της ανεμόκουνας. Χρειαζόμαστε: δύο δέντρα, μια τριχιά, κουρελού/χράμι/κιλίμι, τουλάχιστον δύο λεπτά ξύλα, ίσως και περισσότερα, ανάλογα με το μήκος της κούνιας. Δένουμε την τριχιά γύρω από τους κορμούς των δέντρων, ώστε να δημιουργηθεί βρόχος. Περνάμε την κουρελού κάτω από το βρόχο και διπλώνουμε τις άκρες της από πάνω. Στερεώνουμε με τα ξύλα. Έτοιμη! Ξαπλώνουμε και κουνιόμαστε! Δεν κουνιόμαστε με μεγάλη λύσσα και μανία γιατί σιγά σιγά το ύφασμα φυραίνει και τα ξύλα μετατοπίζονται και καταλήγεις να βρίσκεσαι χωμένη μέσα στο ύφασμα με το βρόχο να κλείνει από πάνω σου και τον κώλο σου να σέρνεται στα χώματα, αλλά έχει και αυτό τη γλύκα του. Ή θα έρθει κάποιος να σε βγάλει, ή θα φύγουν τα ξύλα που την κρατάνε και θα πέσεις κάτω με το ύφασμα γύρω σου. Τέλεια!

Ανεμόκ'να

Το φαγητό δεν με είχε απασχολήσει και πολύ, κυρίως γιατί όποτε πείναγα, πάντα κάτι θα υπήρχε, και το βράδυ είχαμε γάλα. Η μαμά λέει ότι είχαν κουβαλήσει πετρογκάζ, το μεγάλο όχι τίποτα γκαζάκια, τί μας περάσατε για ερασιτέχνες; Ένα τσουβάλι με μελιτζάνες και πιπεριές και πήγαινε το τηγάνισμα σύννεφο. Έτσι λέει η Ντίνα, δηλαδή. Ότι έφτιαχνε ντομάτες με αυγά, έβραζε τραχανά, τέτοια. Το θέμα φαγητό είναι το μοναδικό που δεν θυμάμαι! Λόγω απώθησης! 

Το τελευταίο βράδυ μας έχουν τελειώσει τα φαγητά, το τσουβάλι είναι άδειο, έχουμε πάει στη βρύση για νερό και εκεί βρίσκεται ένα τροχόσπιτο και από το ανοιχτό παράθυρο μέσα σε ένα χρυσό σύννεφο φαίνεται μία άγνωστη κυρία που βράζει μακαρόνια! Είμαι σίγουρη ότι η κυρία είχε φωτοστέφανο και είμαι σίγουρη ότι τα μακαρόνια ήταν πεντανόστιμα. Εγώ είχα πεινάσει. "Θέλω μακαρόνια!" δήλωσα με ενθουσιασμό. 

-Σούτ, μην με ντροπιάσεις! η μαμά μου

- Πεινάω! Θέλω μακαρόνια! εγώ

- Να ζητήσουμε δυο μακαρόνια για το παιδί. Η νονά του αδερφού μου.

- Θα πάμε στη σκηνή να της φτιάξω γάλα. Το τέρας με την ουρά, δηλαδή η μάνα μου.

- Να σας δώσω λίγα μακαρόνια. Η κυρία άγγελος το παράθυρο του τροχόσπιτου, πίσω από την αχνιστή κατσαρόλα.

- Ναι, μακαρόνια! σάλια να τρέχουν, εγώ

- Όχι, δεν θα πάρουμε από τον ξένο άνθρωπο, φεύγουμε! Με τραβάει και με απομακρύνει το προαναφερθέν τέρας.

- ΠΕΙΝΑΩ, ΘΕΛΩ ΜΑΚΑΡΟΝΙΑΑΑΑΑΑ! Εγώ με κλάματα πλέον, καθώς το ονειρεμένο και πολυπόθητο φαγητό απομακρύνεται. 

- Δεν θα πεθάνεις, θα πάμε να σου κάνω γάλα! 

- Ααααααα, αααααα, αναφιλητά, αγωνιώδης αναπνοή, θα πεθάνω ντιπ, Ντίνα!

Δεν έκανα νάζια! Δεν ήθελα να περάσει το δικό μου. Πεινούσα η καψερή! Πεινούσα και η κατσαρόλα άχνιζε μαγικά. Εκεί μέσα βρισκόταν το πράγμα που λαχτάρισα περισσότερο στην ως τότε ζωή μου και ένα από τα 10 πράγματα που λαχτάρισα πολύ στη ζωή μου γενικότερα. Για τη μαμά μου ήταν θέμα κύρους και καθωσπρεπισμού. Δεν ζητάμε πράγματα από ξένους και ειδικά φαγητό. Τί είμαστε πειναλέοι; Το ότι ένα πεινασμένο τετράχρονο δεν μπορεί να το καταλάβει αυτό έρχεται σε δεύτερη μοίρα. Έπρεπε να μην την κακοχαρακτηρίσει μία άγνωστη. Το ίματζ πάνω από όλα.

Όλοι η παρέα, γονείς, νονοί, μεγάλοι, μικροί κατευθυνόμαστε σιωπηλοί μέσα στα σκοτάδια προς την κατασκήνωση. Πού και πού ακούγονται σιγανά τα αναφιλητά μου, και η μύτη μου καθώς την ρουφάω. Έχω πληγωθεί και δεν μπορώ να καταλάβω γιατί δεν έφαγα μακαρόνια, αφού η κυρία προσφέρθηκε να μας δώσει. Με ξεπερνάει, δεν το χωράει το τετράχρονο μυαλό μου... Γυρίζοντας στη σκηνή μάλλον θα ήπια το γάλα μου και κοιμήθηκα και την άλλη μέρα γυρίσαμε σπίτι με την ατάκα "θα πεθάνω ντιπ Ντίνα" να χρησιμοποιείται κατά κόρον από τη νονά του Γιώργου, κάθε φορά που εδώ και 32 χρόνια λέει στη μαμά μου πόσο κουρασμένη είναι. 


Ντίνα & Νάντια 


Όσο για τον καημό του χαμένου μακαρονιού, τον κουβαλάω πάντα. Εντάξει, δεν είναι και κανένας μεγάλος σταυρός, αλλά είναι ο άλφα καημός του μακαρονιού. Δηλαδή της ιδέας "Μακαρόνι". Κάθε μακαρονάδα που έχω φάει και κάθε μακαρονάδα που θα φάω ποτέ, θα συγκρίνεται πάντα με την ιδανική μακαρονάδα που ΔΕΝ έφαγα εκείνη τη νύχτα. Βρε, τί πάθαμε απόψε!

Ώσπου χτες, πήγαμε και πάλι με τους γονείς μου στο βουνό, περπατήσαμε ανάμεσα στα έλατα, μαζέψαμε ρίγανη, ήπιαμε καφέ από το παλιό θερμός, καθίσαμε στα παλιά καρεκλάκια, θυμηθήκαμε ιστορίες από τα παλιά τα χρόνια και χωρίς να το καταλάβουμε συμφιλιωθήκαμε με τη μάνα μου για εκείνα τα μακαρόνια. "Ρε μαμά, τα ήθελα πολύ εκείνα τα μακαρόνια" της είπα εγώ. "Έλα μου ντε" παραδέχτηκε η Ντίνα, "τί στο καλό με είχε πιάσει και δεν σε άφηνα να φας λίγα;" 

Κάτσε, Ντινάκι, με το να παραδέχεσαι ότι είχες άδικο, μου αποδυναμώνεις το απωθημένο γαμώτο! Και τώρα, τί θα γένουμε χωρίς απωθημένο; Ήταν και αυτό μια κάποια λύσις. 

Τώρα πρέπει να σε συγχωρήσω. Δηλαδή θέλω να το κάνω, και πολύ χαίρομαι που δεν θα χρειάζεται να το κουβαλάω πια, αλλά θα πρέπει να επισφραγίσουμε τη συμφιλίωση με μια συμβολική αποκατάσταση της αδικίας. Μόλις γυρίσουμε σπίτι, θα φάμε ΜΑΚΑΡΟΝΙΑ! Ένα μεγάλο, βαθύ πιάτο μακαρόνια, με τριμμένη φέτα, και μπόλικη λαχταριστή σάλτσα ντομάτας με μπόλικο κρεμμύδι, σκόρδο και πιπεριές. Και ήταν πολύ πολύ νόστιμα. 





Τρίτη 11 Αυγούστου 2015

Όχι και πολλά

Αυτό το θλιβερό καλοκαίρι η έμπνευση για γράψιμο με έχει αφήσει.

Προτιμώ να κάθομαι με ένα βιβλίο και να διαβάζω την έμπνευση των άλλων. Στο τελευταίο πήρα ένα μολυβάκι και υπογράμμισα(!!!) μερικές φράσεις που μου άρεσαν. Και δεν έπεσε φωτιά να με κάψει! Για κάποιο λόγο τα λογοτεχνικά βιβλία μου τα έχω όλα σαν καινούργια. Δεν τα σημαδεύω, μέχρι πριν δυο μέρες. Τα προσέχω πολύ, σε αντίθεση με τα ρούχα μου που τα πετάω από εδώ και από εκεί, κυρίως στην καρέκλα βουναλάκι. Δεν με πειράζει και πολύ που δεν γράφω – τί σκατά να γράψω άλλωστε χωρίς έμπνευση – προτιμώ να το βλέπω σαν μια περίοδο επώασης. Έχω μέσα μου φυτεμένο τον σπόρο, τον νιώθω να αναδεύεται κάτω από την μπλούζα μου, αλλά έχει τσαλαπατηθεί από τις δυσκολίες και τις προκλήσεις, κυρίως της δουλειάς. Τον προσέχω λοιπόν με στοργή και τον ποτίζω με το διάβασμα των γραπτών των άλλων. Ποτίζομαι και εγώ. Δηλαδή εγώ είμαι αυτός ο σπόρος. Δεν είναι κάτι εξωτερικό από εμένα, είμαι εγώ που ετοιμάζομαι να σκάσω μύτη και προς το παρόν ποτίζομαι και το απολαμβάνω. 

Έχω κουραστεί πολύ. Από το άγχος, τη δουλειά, τις ασαφείς προσδοκίες από εμένα, την έλλειψη κινήτρων. Σηκώνομαι να κάνω τις απλές δουλειές του σπιτιού και με πιάνει πονοκέφαλος και ζαλίζομαι εύκολα. Μπορεί να φταίει η ζέστη, γιατί εγώ πονοκέφαλο δεν έχω σχεδόν ποτέ. Είναι ένα σφίξιμο πίσω από τα μάτια. Μπορεί και να είναι η κούραση μιας ολόκληρης χρονιάς που αναβλύζει τώρα στις διακοπές. Που είναι σπασμένες στη μέση για αυτή την εβδομάδα πρέπει να δίνω το παρών στο γραφείο. Ευτυχώς τα πράγματα είναι ήρεμα γιατί δεν έχω κάτι να κάνω, αλλά είμαι στην Αθήνα και αυτό από μόνο του είναι κουραστικό. Καθ' υπόδειξιν της αστυνομίας μετράω πίεση: 5,8-8,6 και σφυγμοί 56. Ωραία, μπορώ να ξαπλώσω και να ξεκουραστώ χωρίς τύψεις που μέσα σε αυτή τη ζέστη δεν κάνω κάτι άλλο, πχ παρκέ!

Ούτε βιογραφικό δεν πρόλαβα να φτιάξω για την αίτησή μου για το μεταπτυχιακό. Μόνο αυτό το ζιζάνιο με τρώει και δεν με αφήνει να απολαύσω την ησυχία μου. Θα καθίσω να το αρχίσω/φτιάξω απόψε για να ξεμπερδεύω. Μη σου πω θα φτιάξω όλο το φάκελο της αίτησης. 

Και το άλλο το ακατανόητο, μερικές μέρες μετά το όνειρο για το Βαλπαραΐσο, ανοίγω το επόμενο βιβλίο και το πρώτο κεφάλαιο λέγεται «Βαλπαραΐσο» και μένω ολίγον κάγκελο. Αλλά το πιθανότερο είναι ότι κάπου το είχε αρπάξει το μάτι μου όταν αγόραζα το βιβλίο, εντυπωσιάστηκα και τσούπ επέπλευσε από το υποσυνείδητο με την πρώτη ευκαιρία. Τώρα έχω αρχίσει να σκέφτομαι πολύ την Χιλή. Η Νότια Αμερική ήταν μια ήπειρος που δεν με είχε απασχολήσει και ποτέ. Έχω κάνει αρκετά ταξίδια, μέχρι και στην Αυστραλία έχει φθάσει η χάρη μου, αλλά Νότια Αμερική δεν την είχα ποτέ μέσα στη λίστα των επιθυμιών μου. Ήρθε ώρα να αλλάξει ΚΑΙ αυτό.

The Lark's Wing, Encircled with Golden Blue, Rejoins the Heart of the Poppy Sleeping on a Diamond-Studded Meadow, Joan Miro, 1967, oil on canvas,
Πηγή Εικόνας



--Δεν είναι που δεν έχεις τι να πεις/μάλλον/κάποιο μυστικό άνθος/άρχισε να ωριμάζει/στη σιωπή σου.  
Ν. Γρηγοριάδης

  


Παρασκευή 31 Ιουλίου 2015

Βράχο βράχο τον καημό μου στο Βαλπαραϊσο

Λοιπόν, αποψε ονειρεύτηκα ότι ήμουν στο Βαλπαραϊσο (!!!μπρόνξ?) Όχι ότι ξέρω πως είναι το Βαλπαραϊσο, αλλά αυτό μου είπε το υποσυνείδητο, και πάει και τελείωσε! 

Κοίτα να δεις πώς άρχισε. Ήμουν σε ένα αεροδρόμιο και πήγαινα να μπω στην πύλη – πού θα πήγαινα δεν ήξερα - και εκεί που πήγαινα είδα αριστερά ένα ράφι σούπερ μάρκετ με διάφορες κρέμες σώματος (αυτό με τις κρέμες το είχα έννοια, γιατί μου έχει τελειώσει και θέλω να πάρω πριν φύγω για το χωριό, και πήγα προχτές σε ένα μίνι μαρκετ της γειτονιάς, για να τονώσω και την τοπική οικονομία, αλλά τελικά είχε μόνο μπλε νιβέα, ε, και δεν πήρα). Αφού ούτε στο όνειρο πήρα κρέμα σώματος από τον διάδρομο του αεροδρομίου, προχώρησα και βρήκα μια πόρτα στα αριστερά που ήταν ηματιοθήκη και αποδυτήρια. Και δεν έβρισκα πουθενά τουαλέτα – πάλι καλά, γιατί σίιιιγουρα θα είχα κατουρηθεί πάνω μου στον ύπνο μου – και καθώς συνέχιζα να περπατάω στον διάδρομο για την πύλη βρέθηκα σε έναν μεγάλο δρόμο (θα διαβώ) που ήταν μια τεράστια ευθεία που κατηφόριζε και έβλεπα στο βάθος ότι ανηφόριζε κιόλας και έφτανε σε μια πόλη, το Βαλπαραϊσο αδερφάκι μου! Αριστερά - δεξιά είχε εξοχή και ελάχιστα δέντρα, αλλά δεν έκανε ζέστη και ήταν πολύ ευχάριστα. Σε όλο το μήκος του δρόμου προχωρούσανε και άλλοι άνθρωποι. Σαν να πηγαίναμε λιτανία, ή εκδρομή, με ενθουσιασμό προχωρούσαμε προς την πόλη. Και πλησιάζοντας με προσπέρασε ένας άντρας πάνω στη μοτοσυκλέτα (και πίσω τρέχανε σκυλιά) που σαν να έκανε ορθοπεταλιά και μου είπε «έλα, είμαι ο ....» δεν θυμάμαι το όνομα/ιδιότητα του και εγώ έγνεψα χαρούμενη ότι συμφωνώ και συνέχισα να προχωράω! Αυτό και μετά ξύπνησα. Τώρα να πω ότι δεν έχω ψιλοφρικάρει με το όνειρο, ψέματα θα πω. Κυρίως ο δρόμος με προβληματίζει. Μάλλον την κάνω, με ελαφρά πηδηματάκια! Ελπίζω μόνο να μην οδεύαμε προς τα Ιλίσια πεδία. Η πόλη πάνω στον λόφο λίγο βιβλική την λες. Επίσης το ότι δεν κατουρήθηκα στον ύπνο μου, ενισχύει την εμπιστοσύνη στην κύστη μου, αλλά αυτός ο δρόμος ήταν πολύ ωραίος και πολύ μακρύς. Μπορεί να φταίει και η απίστευτη ζέστη τα βράδυα και να μου έχει τινάξει το υποσυνείδητο στον αέρα. Αλλά don’t kolonoume κυρίως γιατί το τελευταίο βράδυ μου (απόψε το περνάω) στην Αθήνα. 



ΚΑΙ ΣΗΜΕΡΑ!
Πότε μάνα θα σε δωωωωωωω! Πότε μάνα θα σε δω!


Από Δευτέρα άδεια! (ΓΙΟΥΠΙ, ΓΙΟΥΧΟΥ, ΛΑ ΛΑ, ΠΙΟΥ ΠΙΟΥ ΚΑΙ ΓΙΟΛΟ μαζί). Αύριο πρωί αναχωρώ για το χωριό μου, πλήρως εξοπλισμένη με όλα τα απαραίτητα για τις διακοπές (εκτός από κρέμα σώματος), δηλαδή βιβλία. Προχτές το απόγευμα κατέβηκα στο κέντρο της Αθήνας και αγόρασα τα βιβλία του καλοκαιριού. Η μέρα που αγοράζω τα βιβλία του καλοκαιριού είναι πιο πανηγυρική και από τα Χριστούγεννα. Ίσως γιατί επίκειται άδεια και η ευκαιρία να κάνω ό,τι θέλω εγώ και να μένω όλο το βράδυ ξύπνια διαβάζοντας χωρίς να σκέφτομαι ότι έχω να πάω στο γραφείο το πρωί. Στο βιβλιοπωλείο το ρίχνω έξω. Αν και επειδή φέτος πέτυχα μερικές πολύ καλές προσφορές, όχι μόνο δεν βγήκα εκτός προϋπολογισμού, αλλά δεν τον έπιασα καν. Εντάξει, δεν πήρα το τελευταίο βιβλίο του Μουρακάμι που ήταν ακόμα σε κανονική τιμή, πήρα ένα προηγούμενο. Και φθάνοντας στο αυτοκίνητο, το είχα παρκάρει τέρμα Σόλωνος από όλα τα αυτοκίνητα έλειπαν πινακίδες και είχαν κλήση και το δικό μου ήταν άθικτο. Τέτοια κωλοφαρδία, πρώτη φορά! Μπορεί και να τις είχαν σηκώσεις τις πινακίδες ήδη όταν πάρκαρα, αλλά δεν το πήρα χαμπάρι. Και δεν είχα πάρει χαμπάρι ότι απαγορευόταν το παρκάρισμα γενικότερα. Έβαλα και το σκιάδι για τον ήλιο και σεινάμενη, κουνάμενη πήγα στο βιβλιοπωλείο και αγόρασα:



Νότια των συνόρων, δυτικά του ήλιου - Χ. Μουρακάμι

Στο καφέ της χαμένης νιότης - P. Modiano

Ο βενετσιάνικος καθρέπτης - Δ. Σαραντάκος

Η πριγκηπέσα Ιζαμπώ - Α. Τερζάκης

Ανατολικά της Εδέμ - Τζ. Στάινμπεκ (γιατί είναι το αγαπημένο της Διευθύντριας του αστεροσκοπείου του Παρισιού, δεν μπορεί ΠΡΕΠΕΙ να το διαβάσω)

Κόρη της μοίρας - Ι. Αλιέντε

Πάουλα - Ι. Αλιέντε

Θεογονία έργα & ηοιαι - Ησίοδος

Αριάγνη - Σ. Τσίρκας

Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά - Σ. Λάρσον 

Φυσικά δεν μπορούσα να κρατηθώ να αρχίσει η άδεια και ήδη ξεκίνησα το ένα από αυτά και είμαι στη σελίδα 506. Η καλύτερή μου είναι να κάθομαι στην βεράντα, να βλέπω το φεγγάρι και να διαβάζω. Καμιά φορά σιγοψιθυρίζω κάτι στο φεγγάρι και στη συνέχεια πέφτω και πάλι στο βιβλίο μου...


Ανθίζουνε τ'αστέρια,όνειρό μου, όταν περνάς


Δευτέρα 20 Ιουλίου 2015

Πεπόνια αργίτικα



Κάπου στην Αργολίδα, σε ένα δρόμο ανάμεσα σε δύο τυχαίες κυκλικές διασταυρώσεις βρίσκεται ένας πάγκος που πουλάει φρούτα. Στην Αργολίδα υπάρχουν αμέτρητοι πάγκοι πώλησης φρούτων και αυγών, αλλά εμείς έμελλε να επιλέξουμε τον συγκεκριμένο εντελώς τυχαία. Τυχαία γιατί αν προσπαθήσουμε να τον ξαναβρούμε, είμαι σίγουρη ότι θα σταθεί απολύτως αδύνατον. Αδύνατον, γιατί σε εκείνο το σημείο του χώρου, ανάμεσα σε δύο τυχαίες κυκλικές διασταυρώσεις βρίσκεται ένα ρήγμα στο χωρόχρονο και ο τυχαίος πάγκος φρούτων βρίσκεται στην πραγματικότητα στο Μακόντο. Η τρέχουσα χρονική στιγμή θα μπορούσε κάλλιστα να είναι το 1956, μπορεί και πιο παλιά.


Η θερμοκρασία σε όλη την Αργολίδα, ήταν εκείνο το απόγευμα 41 βαθμοί και η ώρα ήταν 18:18. Στην άκρη του δρόμου σε εκείνο το περίεργο σημείο του χωρόχρονου υπήρχε ένα αγροτικό καλύβι από πλίνθους. Ένα ξύλινο στέγαστρο κάλυπτε την χωμάτινη αυλή και στη μια άκρη σε έναν πάγκο πέντε σακούλες πορτοκάλια και τρία πεπόνια Αργίτικα. Για αυτά τα πεπόνια σταμάτησε το αυτοκίνητο στην άκρη εκείνου του δρόμου. Με το που άνοιξαν οι πόρτες, πεταχτήκαν επάνω μάνα και γιός και μαζί τους αμέτρητες μύγες. Δύο από τα κορίτσια πλησίασαν τον πάγκο και τα τρία πεπόνια. Η ξύλινη πόρτα του καλυβιού έγραφε με μπλε γράμματα "Μάνα". Στο χωμάτινο πάτωμα ήταν πεσμένα άσπρα, μικρά κουκούτσια. Η παρέα ήθελε να φέρουν στην πόλη την μυρωδιά από αυτό το Σαββατοκύριακο, τη μυρωδιά της ανεμελιάς. Ανεμελιά σαν επαναστατική πράξη. Σε πείσμα του επιβεβλημένου άγχους για πράγματα και καταστάσεις που δεν μπορούσαν να αλλάξουν, θα πήγαιναν να παλέψουν για πράγματα που μπορούσαν να αλλάξουν. Σε πείσμα της ατομικότητας και της μοναξιάς. Δεν είναι εύκολο να συνυπάρξουν τρεις γυναίκες στην ίδια στέγη. Τρία πεπόνια, ίσως. Τρείς γυναίκες, πρέπει να το θέλουν πολύ. Η φιλία είναι επιλογή. Επιλογή να επιτρέψεις σε κάποιον άλλον να σε δει σε ιδιωτικές στιγμές. Σε στιγμές ευάλωτες. Σε στιγμές που δεν σου αρέσει και τόσο πολύ ο εαυτός σου. Όταν οι συνθήκες δεν είναι κανονικές και ο καθένας για να προστατευθεί αναζητά την ασφάλεια της συνήθειας και της μοναξιάς του. Όταν τρεις ασφάλειες βρίσκονται πολύ κοντά, ενίοτε ο κάθε εγωισμός κεντρίζεται από ενοχλητικές μύγες. Επιτρέπεις να σε δουν να σφάλεις. Σου κάνουν την ίδια ύψιστη τιμή. Η φιλία τότε είναι επιλογή, νίκη και ένας θρίαμβος.


Στις σακούλες τα πορτοκάλια ήταν μικρά και μεγάλα ανάκατα. "Τα μικρά είναι για στύψιμο, τα μεγάλα για φαγητό" είπε η Μάνα. Το πρόσωπό της ήταν πονηρό και κουτό μαζί. Του γιού περισσότερο κουτό, παρά πονηρό. Και αυτές οι μύγες... Ατελείωτες. Σε μια κούπα με σπασμένο χερούλι τα κέρματα για τα ρέστα. Αίσθηση αποφοράς και παρακμής. Τα κορίτσια δεν την είδαν. Δηλαδή την είδαν, αλλά δεν ήταν αρκετή να τους αποτρέψει από τον σκοπό τους. 





Ο σκοπός πάντως ήταν να αγορασθούν πεπόνια για να επιστρέψουν μαζί στην πόλη. Η απόφαση είχε ήδη ληφθεί. Τα κορίτσια είχαν ήδη συναντήσει τέσσερις πάγκους, θα σταματούσαν στον επόμενο. Ο επόμενος ήταν μπροστά από την καλύβα στο Μακόντο. Τα γεγονότα απλά συνέβησαν και καταγράφηκαν άκριτα, μέσα στον ενθουσιασμό της επαναστατικής ανεμελιάς και μόνο όταν δύο παραγινωμένα πεπόνια και μια σακούλα πορτοκάλια δύο μεγεθών βρέθηκαν στο πορτ παγκάζ και στη συνέχεια της πορείας μέσα από την Αργολίδα προσπεράστηκαν αμέτρητοι άλλοι πάγκοι, όμορφοι, τακτοποιημένοι, κατάφορτοι φρούτα, μέλι και βότανα, μόνο τότε άρχισαν οι κουβέντες, οι ερωτήσεις, και αναγκαστικά η παραδοχή ότι εκείνο το χωμάτινο δάπεδο ήταν, το δίχως άλλο, βγαλμένο από ένα μυθιστόρημα κολομβιανού συγγραφέα. Ο γιός θα ήταν καρπός αιμομιξίας και κάπου μέσα στην καλύβα κρεμόταν ένα πτώμα σε τσιγκέλι. 


Η ζέστη επιδρά περίεργα στην οδηγό. Μπορούμε να πούμε ότι το κορίτσι που οδηγούσε δεν είναι συνηθισμένη στη ζέστη. Πόσο μάλλον στο να βρίσκεται πολλές ώρες μιας πολύ ζεστής μέρας σε απόσταση από την ασφάλεια της μοναξιάς. Την είδαν να εκνευρίζεται και να αγχώνεται και να κάνει λάθη. Πολλές ενοχλητικές σκέψεις στριφογυρίζουν βουίζοντας. Μου φαίνεται το πεπόνι που πήρα μυρίζει λίγο σαν ξυνισμένο. Να δεις που όλοι μου οι φόβοι θα επαληθευθούν. Όμως, το σπίτι είναι λιγότερο ζεστό από ότι το περίμενα. Το πεπόνι είναι μυρωδάτο, αν και τα πορτοκάλια δεν ήταν και πολύ καλά. Αν δεν υπήρχαν οι φλούδες στα σκουπίδια και ένα πλαστικό δοχείο με πεπόνι στο ψυγείο η οδηγός θα ήταν σίγουρη ότι η καλύβα που ξεπήδησε από το 1956 ήταν μια συλλογική παράκρουση από την ζέστη. 






Τραγωδία "Αίαντας", Αρχαίο Θέατρο Επιδαύρου 


Παρασκευή 10 Ιουλίου 2015

Απόψε ονειρεύτηκα τον Λένιν

Όπως σας το λέω είναι. Δεν κάνω πλάκα. Την σκηνή την έβλεπα όχι σαν να ήμουν εκεί, σαν σε τηλεόραση, σαν σε όνειρο ένα πράμα. 



Σκηνή: Γήπεδο μπάσκετ σε χωριό. Όχι παρκέ, όχι τερέν. Άσφαλτος. Παρόλα αυτά διεξάγεται κάτι σαν all star game !!!?? wtf ακόμα και εμένα, που με ξέρω, το υποσυνείδητό μου με αφήνει ώρες ώρες έκπληκτη!

Ο Λένιν βρίσκεται γονατιστός κάτω από την μπασκέτα και πετάει μπάλες ψηλά στον αέρα. Οι παίχτες - παγκοσμίως άγνωστοι - προλεταριάτο θα πρέπει να είναι - τρέχουν με αφετηρία έξω από το γήπεδο, πατάνε σε τραμπολίνο, απογειώνονται, πιάνουν τις μπάλες που έχει πετάξει ο Λένιν, μην το ξεχνάμε αυτό, και καρφώνουν στο καλάθι!!!


Πηγή εικόνας


Λοιπόν, είναι η πρώτη φορά που ονειρεύομαι τον Λένιν! Και πραγματικά ο τελευταίος που θα περίμενα ποτέ να δω στον ύπνο μου. Είμαι άνθρωπος με μεταφυσικές ανησυχίες. Αλλά δεν έχω ονειρευτεί ποτέ κάποιον Άγιο. Αρκετές φορές έχω ξυπνήσει ουρλιάζοντας γιατί με κυνηγάνε διάφορα τέρατα, το τελευταίο πριν κάνα μήνα, ένα μαύρο τζιπ σε χωματόδρομο και από μέσα βγήκε ένας μαυροντυμένος Σιθ με κουκούλα και ερχόταν κατά πάνω μου, έκλασα μαλλί από λύκο και ξύπνησα!

Επίσης βλέπω ότι είμαι εγκλωβισμένη κάπου και βρίσκω κάπου μια παλιά συσκευή τηλεφώνου και πηγαίνω να πάρω τηλέφωνο να με σώσουν και διαπιστώνω ότι η συσκευή δεν έχει καντράν! 

Έχω δει και ωραία πράγματα, δεν παραπονιέμαι... 

Αλλά τον Λένιν? Από πού και ως πού? Έχω μια υποτυπώδη ταξική συνείδηση, αλλά δεν έχω διαβάσει ποτέ μου Λένιν. Ούτε κάποιο άρθρο πρόσφατα. Με βάση τα όσα έχω διαβάσει, ακούσει και δει τις τελευταίες μέρες θα μπορούσα κάλλιστα να ονειρευτώ τον Μπογιόπουλο, τον Βαρουφάκη, τον Λαπαβίτσα, τον Πουλή, τον Πωλ Μέισον, ακόμα και τον Μεϊμαράκη (θού Κύριε...) αλλά τον Λένιν; Ομολογώ ότι δεν το είδα να έρχεται! Μπάλες πετούσε κάτω από την μπασκέτα. 

Μπορεί κανένας να το εξηγήσει; Ή έστω έχει δει κανένας εξίσου κουλό όνειρο για να μην νιώθω μόνη;



special thanks to Sfyrodrepanos for providing this photo



Τρίτη 7 Ιουλίου 2015

Πυγολαμπίδες

Έβαλα να λιβανίσω. Και μετά έβαλα μια βότκα με λεμόνι και κάθισα στην βεράντα να γλιτώσω την πύρα του τελευταίου ορόφου. Ακούω blues στο ραδιόφωνο. Με τσίμπησαν κουνούπια παντού. 



Fred Neil - Blues On The Ceiling

Έχω βαρεθεί να κάνω διακοπές τον Αύγουστο. Θέλω να πάω στη Λέρο τον Ιούλιο. Εκεί να αράξω σε μια παραλία, κάτω από μια σκιά και να φτύνω τα κουκούτσια από το καρπούζι στην άμμο. Να διαβάσω όποιο βιβλίο του Καζαντζάκη μου έχει ξεφύγει. 

Θέλω να πάω ορεινό κάμπινγκ σε ένα μέρος που δεν πιάνουν τα κινητά. Να είναι η σκηνή μέσα στα δέντρα και όταν κοιμάμαι ο αέρας να κουνάει τις φτέρες και πυγολαμπίδες να πετάνε μέσα στο σκοτάδι. Και να είναι τόσο πηχτό το σκοτάδι που να βλέπω τα κινούμενα φωτάκια και να νομίζω ότι έχω παραισθήσεις. 

Με κούρασε το ψέμα και η διαστρέβλωση της αλήθειας... 

Το πλυντήριο τελείωσε, έβγαλα το πράσινο φόρεμά μου και καθώς έσταζε βγήκα τρέχοντας να το απλώσω. 

Θα κλείσω τα μάτια μου απόψε. Μόνο απόψε...

Αύριο όμως πάλη εκεί. 





Πέμπτη 2 Ιουλίου 2015

Συντελεσμένος Μέλλοντας


Είναι ένας χρόνος τώρα που βλέπω μια αλλαγή να πλησιάζει στη ζωή μου. Μισό λεπτό, το διατύπωσα λάθος. Δεν πλησιάζει μόνη της, εγώ πηγαίνω σε αυτήν. Μάλλον υποσυνείδητα. Ταυτόχρονα και παράλληλα με τον αγώνα για τον επιούσιο, συντονίστηκα και με την εσωτερική μου ανάγκη να έρθω πιο κοντά στην μεγάλη μου αγάπη, την Φυσική. Το είχα κάνει, δειλά και αποσπασματικά τα τελευταία χρόνια, εξ' άλλου το πάθος μου και η αφοσίωσή μου στην δουλειά μου δεν μου άφηναν πολλά χρονικά περιθώρια, αλλά ειδικά την τελευταία χρονιά το όνειρο της Φυσικής ήταν τόσο έντονο, που ζούσα και ανέπνεα για αυτό. 





Όταν ήμουν στο δημοτικό και κάναμε γραμματική μου άρεσε πολύ ο συντελεσμένος μέλλοντας: πχ. θα έχω ζήσει. Τώρα καταλαβαίνω γιατί μου άρεσε ο συντελεσμένος μέλλοντας. Δεν είναι μια ανάμνηση: έζησα. Δεν είναι μια υπόσχεση: θα ζήσω. Είναι η βεβαιότητα ότι με αυτά που κάνω τώρα, μπορώ να ελέγξω την πορεία μου στο μέλλον. Και αυτό δεν το λέω με την έπαρση του εφήβου που νομίζει ότι δεν θα πεθάνει ποτέ, αλλά με την ταπεινότητα κάποιου που ξέρει ότι ο χρόνος είναι λίγος και καθόλου δεδομένος. Μπορεί να σου χαριστεί, μπορεί και όχι. Όμως, ΑΝ μου χαριστεί, οι επιλογές μου και κυρίως οι πράξεις μου είναι τέτοιες ώστε στο μέλλον θα έχει συντελεστεί πραγματικότητα συμβατή με την αληθινή μου ουσία. 



Το κακό με το να ακουμπάς το πάθος σου, είναι ότι μετά θέλεις και άλλο. Μετά τον ουρανό, το πεζό σου φαίνεται ανυπόφορο. Αυτή την αλλαγή είδα να έρχεται και πήγα και εγώ επάνω της με όλη μου την δύναμη. Πόση λαχτάρα, πόση αποφασιστικότητα, και πόση χαρά έζησα σε αυτή την πορεία! Πόσο πάλεψα με την κούραση, και την αποθάρρυνση, με τον λιγοστό χρόνο και τον ελάχιστο ύπνο. Με τα δρακουλίνια που με φωνάζανε από το ντουλάπι. Διάβαζα κβαντομηχανική για να αποσυμπιεσθώ από τον παραλογισμό της καθημερινότητας. (Σπασικλάκι is the new sexy). 



Μόνο που όταν κινείσαι προς ένα μέρος απομακρύνεσαι από ένα άλλο. Και είναι άβολο. Από κάπου που έχεις μείνει πολύ καιρό, το ξέρεις απ' έξω και ανακατωτά και σε αυτό στηρίζεις την επιβίωσή σου. Όχι την ζωή σου, μόνο την επιβίωσή σου. Η προοπτική μου έχει αλλάξει. Από εδώ που είμαι βλέπω τα πράγματα υπό διαφορετική γωνία, και ακόμα και διαφορετικό πρίσμα. Μπορεί να είναι ασφαλές και γνώριμο, αλλά τώρα μου φαίνεται μικρό και λίγο. Και δεν έχω αλλάξει μόνο εγώ. Έχει αλλάξει και το γνωστό, μικρό μέρος. Αυτοί που παίρνουν τώρα αποφάσεις δεν έχουν όραμα. Δεν μου βγάζουν πια τον καλύτερό μου εαυτό και το να μην είμαι ο καλύτερος εαυτός μου είναι κάτι που δεν μπορώ να μου το συγχωρέσω. Δεν αντέχω να μην εκφράζομαι σε κάθε έκφανση της ζωής μου. Είναι μια απογοήτευση. Θλίψη, στεναχώρια, προσβολές. Πόση διαφορά με την χαρά και την λαχτάρα του ονείρου μου! Αλλά δεν θα μου χαρίσω κάστανα. Βρε, μήπως θέλω τα εύκολα; Μήπως θέλω απλά να φύγω από τις δυσκολίες; Και στο παρελθόν αντιμετώπισα δυσκολίες, αλλά το πάλεψα και τα κατάφερα. Και βρέθηκε λύση, αμοιβαία επωφελής. 




Όμως βιώνω και άλλο ένα συναίσθημα. Μέσα στο στομάχι μου βρίσκεται ένα ερπετό που με τρώει, ο φόβος! Και επειδή δεν είμαι άνθρωπος που παραδίδεται αμαχητί, έδωσα μάχη και με την έλλειψη οράματος και με τον φόβο. Με το ίδιο πάθος που πάλεψα για το όνειρό μου. Γιατί ο αγώνας είναι ο καλύτερος τρόπος να ζεις. Αλλά δεν είμαι σίγουρη ποιο πράγμα είναι αυτό που με φοβίζει τελικά περισσότερο. 

Αχ, δεν μπορώ να εκφραστώ. Πώς να το περιγράψω; 

Πάω να πιω λίγο νερό. 

Και να κάνω και τσίσα.

...................................................





Βάζω το χέρι και ακουμπάω την καρδιά μου και ρωτάω τον εαυτό μου. 

-Τί φοβάσαι;

- Φοβάμαι ότι αυτό που δούλευε καλά ως πριν λίγο καιρό και τώρα δεν δουλεύει και τόσο καλά, στο μέλλον θα σταματήσει να δουλεύει ολωσδιόλου και τότε τί θα κάνω; Με τί πόρους θα πιάσω το όνειρό μου;

Χμμμμ... κοντά είμαι αλλά δεν είναι ακριβώς αυτό. 

-Νάντια, τί φοβάσαι;

- Φοβάμαι ότι αν επιμείνω να μένω σε αυτό το μικρό μέρος, (και αν παλέψω αρκετά, με τον έναν ή τον άλλον τρόπο θα τα καταφέρω να μείνω), θα περάσει ο χρόνος που είναι να μου δοθεί και εγώ ΔΕΝ θα είμαι σε μια πραγματικότητα συμβατή με την αληθινή μου ουσία... 

- Κλαίς Νάντια; Δεν χαίρεσαι που τώρα ξέρεις τί έχεις να πολεμήσεις;

- Και τώρα τί θα κάνω; 

Η απάντηση δεν είναι ποτέ εύκολη, ειδικά τώρα μέσα στην τόση αναμπουμπούλα και την ανασφάλεια, αν και υποψιάζομαι ότι είναι μονοσήμαντη. Η απομάκρυνση από ένα γνώριμο μέρος έχει πόνο. Και θρήνο. Αλλά είναι παράλογο να επιμένεις να βρίσκεσαι κοντά σε κάτι που έχει πεθάνει, εκτός και αν είσαι κοράκι. Και την γιαγιά μου την αγαπούσαμε πολύ, αλλά όταν πέθανε έπρεπε να την θάψουμε. Αλλά μετά γεννήθηκε η κόρη του αδερφού μου και τώρα κοιτάζουμε το μέλλον και θυμόμαστε την γιαγιά με μια γλυκιά νοσταλγία για όλα όσα μας έμαθε και όλα όσα ζήσαμε μαζί της. 

Κάθομαι στην βεράντα και κοιτάζω την σελήνη που σκαρφαλώνει λαμπερή πάνω από το βουνό. Φέρνω στη μύτη μου το μπράτσο μου που μυρίζει εντομοαπωθητικό. Μου αρέσει αυτή η μυρωδιά. Επίσης φοβάμαι ότι στο πληκτρολόγιο έχουν εγκλωβιστεί ένα σωρό μαμούνια.





Κάποια πράγματα μας δίνουν πολλά. Πάρα πολλά. Εγώ είχα την τύχη και την χαρά να βρεθώ κάπου που έμαθα και πήρα πολλά, σεντέφια και κοράλλια, κεχριμπάρια κ’ έβενους. Άλλα δεν έχει να μου δώσει πια. Έτσι σοφή που έγινα και με τόση πείρα, δεν μπορώ παρά να ευγνωμονώ. Και οι δρόμοι μας χωρίζουν. Φοβάμαι το άγνωστο, αλλά έχω πάρει μια εικόνα από τον ουρανό και ξέρω που θέλω να πάω. Άσε, κουκλίτσα μου, τα σίγουρα και πήγαινε εκεί που τρέμουν τα πόδια σου! Ουφ, θα με ξεκάνω στο τέλος!

Βάζω το χέρι και ακουμπάω την καρδιά μου. Χτυπάει δυνατά. 

Με τί καρδιά, με τι πνοή, τί πόθους και τί πάθος πήραμε τη ζωή μας· λάθος! κι αλλάξαμε ζωή.





The greatest fear of all is not of dying, but of living...




Τετάρτη 1 Ιουλίου 2015

Όταν περάσει ο παγοπώλης θα έρθει η Άνοιξη να μας φέρει λουκουμάδες


Oι ανταύγειες της ανάλαφρης μελωδίας του πεπρωμένου

φωτίζουν τα νήματά μου στην ασάλευτη άμμο.

στα κρησφύγετα της οπτασίας μας βγήκε η πνοή του χθες

που πατινάριζε στον πάγο της αδιαφορίας

και πήρε τα μαλλιά μας και τα έκανε θερινή κατασκήνωση

Δεν μπορώ να γυρίσω πίσω, να δω το πρόσωπό σου στ΄ ακρογιάλι

Η συνείδησις της προχτεσινής νύχτας κυματίζει ακόμα στον ευλαβή παπαφίγκο.

Τρίτη 23 Ιουνίου 2015

Χρόνος

Σήμερα που ήταν η πιο χαρούμενη μέρα της ζωής μου θέλω να πώ ένα μεγάλο ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ

Σε όλους εκείνους τους υπέροχους ανθρώπους που είναι μέσα στο Χρόνο, τον μοιραζόμαστε, με διδάσκουν, γελάμε, πονάμε, αγαπάμε.

Σε έναν μικρό επαναστάτη που βγήκε εκτός Χρόνου και όμως είναι το ίδιο. Κάποτε θ' ανταμώσουμε στους λόφους του ήλιου. Μην ξεχνάς. Περπάτα.



Ευχές από τον αγαπημένο μου αδερφό!

Φεγγάρι και σύννεφο

Βλέπω το φεγγάρι στη Δύση, είναι πίσω από ένα σύννεφο και μοιάζει δαγκωμένο. Μοιάζει πληγωμένο, μοιάζει σκοτεινό...
Το φεγγάρι μετακινήθηκε.
Το μέλλον είναι όλο δικό του!
Το σύννεφο διαλύθηκε
Το φεγγάρι θα είναι πάντα εκεί
Το σύννεφο δεν υπάρχει πια! 





Παρασκευή 12 Ιουνίου 2015

Ich hab' im Traum geweinet

The Self Seers II Aka Death And Man - Egon Schiele





















Έκλαψα στ' όνειρό μου

Ονειρεύτηκα ότι βρισκόσουν στον τάφο σου

Ξύπνησα και τα δάκρυα ακόμα κυλούσαν


Έκλαψα στ' όνειρό μου

Είδα πως μ' απαρνήθηκες

Ξύπνησα και θρήνησα πικρά



Έκλαψα στ' όνειρό μου

Είδα πως μ' αγαπούσες ακόμα

Ξύπνησα και τα δάκρυα τρέχουν ακόμα ποτάμι




Robert Schumann (1810 - 1856) / Heinrich Heine (1797 - 1856): Dichterliebe
Song 17 (Op. 48, No. 13)