Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κουστωδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα κουστωδία. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 4 Μαΐου 2013

Λέξεις

Κουστωδία... Πόση δύναμη μπορεί να έχει μία λέξη; Πόσο βάρος; Όταν είσαι παιδί κάθε τι νέο αποτυπώνεται βαθιά μέσα σου, και ας το ξεχνάς αργότερα. Θυμάμαι το Πάσχα όταν ήμουν κοριτσάκι. Δεν έχει σημασία ποιάς χρονιάς. Όταν είσαι παιδί, δεν έχει σημασία. Λέξεις από τις ακολουθίες της Μ. Εβδομάδας, που δεν έχεις ιδέα τι σημαίνουν, αλλά μέσα σου βαραίνουν ανεξήγητα και τις κουβαλάς στο υποσυνείδητό σου για όσο ζείς. "Κουστωδία, αναπέμπομεν, λίθος, σαλευθήτωσαν". Λέξεις από την βροντερή φωνή του παπά – Μήτσου, λέξεις ανακατεμένες με την μυρωδιά του λιβανιού και τις μώβ κορδέλες μπροστά από τις εικόνες και τους πολυελαίους, τα κεράκια, το φρέσκο γρασίδι στις αυλές και οι βιολέτες, οι πασχαλιές και τα τριαντάφυλλα. Όλα μαζί, η πολύτιμη ανάμνηση του Πάσχα. Θυμάμαι, μετά την περιφορά του Επιταφίου με τον ζωντανό Θεό να λογίζεται νεκρός μέσα στον τάφο, ένα ανάγνωσμα από μία προφητεία της Π. Διαθήκης. Δεν τα καταλαβαίνεις όλα, αλλά πιάνεις ότι μιλάει για έρημο και ξερά οστά. Μόνο που όταν είσαι στο χωριό, ανάμεσα στους συγχωριανούς σου, τρέχεις όλη μέρα στους δρόμους και σκαρφαλώνεις στα δέντρα, όταν ακούς για θάνατο στην κατάφωτη εκκλησία που μοσχοβολάει ο Επιτάφιος βιολέτα, οι λέξεις αλλάζουν νόημα. Ο θάνατος μοιάζει σαν να μην έχει καμία εξουσία πάνω σου. Ότι είσαι προστατευμένος. Ακόμα και αν δεν πιστεύεις στο Θεό, αρκεί η αίσθηση της συλλογικότητας για να μην φοβάσαι τον θάνατο. Το Πάσχα είναι μια μαγική στιγμή για αυτόν ακριβώς τον λόγο!






Τόσα πολλά χρόνια έχουν περάσει από τότε που ήμουν κοριτσάκι. Εν τω μεταξύ αμφισβήτησα, πίστεψα, αισθάνθηκα ζήλο, μετά αμφισβήτησα ξανά, πρόδωσα, απομακρύνθηκα, έζησα στον κόσμο, έβαλα τον Θεό στην άκρη. Με πήρε σβάρνα η δουλειά και την άφησα να με πάρει. Απομακρυσμένη συνειδητά και με πόνο. Τον πόνο του πάθους, χωρίς καμία ελπίδα. Γύρισα και φέτος στο χωριό, χωρίς καμία προσδοκία για το Πάσχα. Δεν περίμενα να νιώσω τίποτα, δεν περίμενα να σκεφτώ. Επέστρεψα για τυπικό εκκλησιασμό. Και μετά πάλι αυτές οι λέξεις με την βροντερή φωνή... «Κουστωδία». Είναι σαν να είμαι ξανά οχτώ χρονών και όλα είναι νέα, καινά. Το Πάσχα είναι μια μαγική στιγμή για αυτόν ακριβώς τον λόγο!

Καλή Ανάσταση για όλους μας!

Σάββατο 29 Σεπτεμβρίου 2012

Ο παράγων


Απελπισία! Αυτό ήταν κατά γενική ομολογία το συναίσθημα που κυριαρχούσε στην απεργία/πορεία της Τετάρτης που πέρασε (26/9/2012). Αν πω ότι δεν απογοητεύτηκα από το μέγεθος και τον παλμό της θα πω ψέματα. Περίμενα μεγαλύτερη αντίδραση. Το Σύνταγμα παλιότερα έχει γεμίσει κόσμο για μέτρα που μπροστά σε αυτά που λαμβάνονται τώρα φαντάζουν βόλτα στο πάρκο.  Ακόμα και για αυτούς που τόλμησαν να κατέβουν στην πορεία, αισθανόσουν ότι το έκαναν μηχανικά και χωρίς πάθος. Έτσι και αλλιώς, αποτέλεσμα μηδέν.  Ευτυχώς αυτή την φορά είδα τα χημικά από μακρυά, αλλά δεν τα εισέπνευσα. Τί να πεις, μάλλον έχω παλιώσει στις πορείες και βρίσκω διόδους διαφυγής, ή απλά ήμουν στα μετόπισθεν. Μία συνταξιούχος μόνο όταν περνούσε από μπροστά μας μία διμοιρία ΜΑΤ με πλήρη εξάρτηση (μάσκες με διπλά στοιχεία, ψεκαστήρες, ασπίδες, γκλόμπ, τί θα θέλουν τα γκλόμπ από την στιγμή που μας ψεκάζουν από μακριά και πέφτουμε κάτω και σπαρταράμε σαν τις κατσαρίδες δεν μπορώ να το καταλάβω) έβγαλε από την τσέπη της κέρματα, δεκάλεπτα και εικοσάλεπτα και τους τα πέταξε στα μούτρα φωνάζοντας: «πάρτε ρε, που παίρνετε 700€ και χτυπάτε τους γονείς σας, πάρτε ρε!» για να πάρει έναν ψεκασμό που ήταν όλος δικός της και να κλαίει με μαύρο δάκρυ.

Κατά τα άλλα, πέρασε και δεν ακούμπησε, το βράδυ στις ειδήσεις δεν άκουσα τίποτα, παρά μόνο το «μεμονωμένα περιστατικά αμαύρωσαν την κατά τα άλλα μεγαλειώδη πορεία», το πλάνο από το πεύκο που καιγόταν και αλλαγή στο θέμα που μεσουρανεί, δηλαδή στον Μεϊμαράκη.  Βασικά χεσμένες τις έχω τις ειδήσεις. Ακόμη και χωρίς παλμό και πάθος, εγώ ήμουν εκεί που η συνείδησή μου μου υπαγόρευε και θα το ξανακάνω, με πάθος ή χωρίς, όποτε ξαναγίνει.  Είναι πόλεμος. Συναισθηματικές εμπλοκές, τέρμα!

Μόνο που  το θέμα του Μεϊμαράκη δεν μεσουράνησε για πολύ. Στην λίστα της Real για αγορά ακινήτων, προστέθηκε και η λίστα ΣΔΟΕ από δημοσιογράφο μεγααααάλου βεληνεκούς, λέγε με και αδιάφθορο,με 36, 56 και 86 ονόματα και ακολούθησαν η λίστα του Σίντλερ και η λίστα με τα ψώνια. Και τελικά μέσα στον πληθωρισμό των λιστών και τον ονομάτων αρχίσαμε να μην δίνουμε την δέουσα προσοχή στα ονόματα που άξιζε να δώσουμε. Εν τω μεταξύ τα μέτρα ανακοινώθηκαν λες και ήταν τα αποτελέσματα του ΠΡΟ-ΠΟ, Θύελλα Καλαμαύκας – Γιουβέντους, σημειώσατε χ. Αντιπερισπασμός φίλε μου! Είπαμε, έχουμε πόλεμο, μην ελπίσετε ποτέ το αντίθετο!

Το προηγούμενο ΣΒΚ είχα την ευ-τυχία (ετυμ. Καλή τύχη) να βρεθώ στο ίδιο ξενοδοχείο με έναν σημαντικό άνθρωπο, έναν παράγοντα του αθλητισμού και πάνω από όλα του πολιτισμού (όποιος δεν έχει μάθει ακόμα πότε χρησιμοποιώ σαρκασμό, ναι, αυτό ήταν σαρκασμός) 



Ένας κοσμοπολίτης κάφρος, προσφάτως αποφυλακισθείς, με όλη του την κουστωδία που βάφτιζε τον γιό του και όλο το ξενοδοχείο του βάραγε προσοχές, οι διακοσμήτριες τρέχανε σαν παλαβές να ντύσουν όλα τα κάγκελα με θαλασσί τούλι, να κρεμάσουν φαναράκια, άσπρες και θαλασσί κορδέλες από τα φωτιστικά, και να στολίσουν και ένα όμορφο αμάξι με δυο άλογα (ω, ναι), ώστε να το πάρει η νταρντανοντουλάπα μαμά και να κατέβει στην εκκλησία με τον διάδοχο, που έλαβε και το όνομα του μπαμπά και κατά πάσα πιθανότητα και την χάρη. Να ζήσει το παιδάκι, αλλά προσωπικά τραβάω ζόρι όταν κόβουν τη σύνταξη της μάνας μου, με φορολογούν μέχρι αίματος και κάποιοι καλοπερνάνε με τον δικό μου κλεμμένο μόχθο, ενώ η δικαιοσύνη...

Την επομένη το πρωί και ενώ έπινα έναν καφέ στην βεράντα του ξενοδοχείου για να στηλωθώ και να ανταπεξέλθω στην διεξαγωγή της εκδήλωσης μας που δεν είχε τελειώσει ακόμη, κάθησε στο διπλανό τραπέζι ο «παράγων» με την κουστωδία. Πέρα από τις αηδίες που έλεγε, δεν θα τις σχολιάσω, ο καφές μου είχε κρυώσει ανέγγιχτος, μου έκαναν εντύπωση οι άνθρωποι που τον περιτριγύριζαν γελούσαν με τα χοντρά του αστεία (πιο χοντρά είσαι 300κιλά και πεθαίνεις) και συμφωνούσαν με ότι έλεγε. Επειδή θα προτιμούσα να βράσω το κεφάλι μου και να το φάω, πριν καθήσω να ακούσω τα αστεία, πόσο μάλλον να γελάσω, σηκώθηκα και έφυγα με μία απορία για την κουστωδία. Πώς αντέχουν οι άνθρωποι να θέτουν εαυτούς σε κατάσταση εθελούσιας αποποίησης της αξιοπρέπειάς τους;

Και μετά σκάει η ιστορία με τα γαλλικά του Βαγγέλη προς τον Πάκη για τα γλειψίματα και τις πίτσες. Μιλάμε για πολύ πχιότητα! Όπου ακούς πολλά κεράσια, καίγονται και τα χλωρά. Να τρέχει η βαρβατίλα στα σκαλοπάτια της Βουλής.  Για τόση τεστοστερόνη πρόκειται.



Και η απορία μετατίθεται προς όλους αυτούς που είναι το σύστημα, που αποφασίζουν για τις τύχες μας. Πώς ανέχεστε να θέτετε τους εαυτούς σας σε κατάσταση εθελούσιας αποποίησης της αξιοπρέπειάς σας; Να τους μιλάτε, να τους παίρνετε συνεντεύξεις, να καλύπτετε το ρεπορτάζ με τα έργα και τις ημέρες τους, να βάζετε το δάχτυλο στο βάζο με το γλυκό. Πώς αντέχετε να τους καλύπτετε, να μας αποπροσανατολίζετε, να μας ρίχνετε στάχτη στα μάτια, να μας κάνετε να αμφιβάλουμε για την λογική μας, να μην ξέρουμε τί είναι αλήθεια και τί είναι ψέμα; Αλλά απορία και για εμάς. Πώς αντέχουμε να τρώμε μασημένη τροφή; Να πιστεύουμε ότι είναι νύχτα όταν έξω έχει luce ντάλα. Να χάφτουμε ότι μας σερβίρουν. Να δεχόμαστε παθητικά την μοίρα που άλλοι επέλεξαν για εμάς. Να ζούμε μια ζωή κομπάρσοι χωρίς να παίρνουμε αποφάσεις. Να πηγαίνουμε για σφαγή χωρίς παράπονο, χωρίς αντίσταση. Πώς;