Τετάρτη 1 Ιουλίου 2020

O δρόμος με τις μπλε ακακίες


Το πεζοδρόμιο είχε γεμίσει με μωβ άνθη από την ανθισμένη τζακαράντα, την μπλε ακακία του δρόμου και ο αέρας ήταν τόσο ελαφρύς και μυρωδάτος που καταντούσε παραμυθένιος. Τόσο που η Ελένη ένιωθε ότι είχε τρυπώσει κρυφά σε ταινία. Σε λίγο η πρωταγωνίστρια θα περνούσε χαμογελώντας φορώντας λουλουδάτο φόρεμα και πάνινα παπούτσια και γλύφοντας παγωτό και κάνοντας πως αγνοεί όλο το συνεργείο στο κατόπι της, ενώ η Ελένη θα καθόταν αμέριμνη στο ξύλινο τραπεζάκι στο πεζοδρόμιο πίνοντας τον καπουτσίνο της από την κούπα με τις νότες εναρμονισμένη με το σκηνικό και τα μώβ λουλούδια που τριγύριζαν ανέμελα στις πλάκες στο ρυθμό μιας ποπ γαλλικής μελωδίας, ο δρόμος με τις ακακίες. Μια από τις σπάνιες στιγμές της ζωής, τις γλυκές, τις απρόσμενες, τις απρόσβλητες. Στιγμή ευτυχίας χωρίς απολύτως κανένα ιδιαίτερο λόγο.



Μια μαμά με ένα τοσοδούλι μωράκι, θα ήταν περίπου 4 μηνών,  πλησίασε και μπήκε στο μαγαζί με τα ρούχα, σηκώνοντας τις μπροστινές ρόδες του καροτσιού να υπερπηδήσουν το μικρό σκαλοπατάκι της εισόδου, λίγο φουριόζα είναι η αλήθεια. Η Ελένη σηκώθηκε να την ακολουθήσει και η φούσκα της απρόσβλητης ευτυχίας έκανε ένα απαλό πάφ και έσπασε, αφήνοντας στα μωβ λουλούδια μια ελάχιστη ποσότητα σαπουνάδας.
Η μαμά πήρε μια ροζ πλεκτή ζακέτα από τις κρεμάστρες και γύρισε προς την Ελένη:

- Τα αλλαχτήρια που είναι;
«Το δοκιμαστήριο είναι στο βάθος αριστερά. Ό,τι θέλετε να σας φέρω μου λέτε», απάντησε η Ελένη. Είχε ακούσει καλά; Αλλαχτήριο;

«Βεβαίως» μουρμούρισε η μαμά καθώς χωνόταν ήδη με το καροτσάκι στο δοκιμαστήριο.
Η ώρα περνούσε, και το καροτσάκι δεν έβγαινε, μόνο κάποιες κραυγούλες έφταναν στο ταμείο που στεκόταν η Ελένη. Αφού είχαν ακουστεί τρια διαφορετικά τραγούδια από την λίστα που είχε προσεκτικά διαλέξει ώστε να κάνει τους πελάτες να νιώθουν όμορφα και να αγοράζουν τα ρούχα σαν ζεστές τυρόπιτες, η Ελένη πλησίασε το βάθος στου μαγαζιού την ώρα ακριβώς που η μαμά έβγαινε σπρώχνοντας το καροτσάκι από ένα μυρωδάτο δοκιμαστήριο. Η ροζ ζακέτα άφαντη. Πίσω του το καροτσάκι άφηνε μια περίεργη κίτρινη γραμμή. Κάτι έσταζε από το δίχτυ.

«Σας ευχαριστώ πολύ, δεν θα την πάρω» είπε η μαμά και κούμπωσε καρφωτή δεύτερη στο καροτσάκι.
«Μισό λεπτό κυρία μου» φώναξε η Ελένη. Να μπει στο δοκιμαστήριο να ψάξει την ζακέτα και να ελέγξει την κατάσταση, ή να ακολουθήσει την κυρία που έσταζε μυστηριώδη υγρά; Έπρεπε να την προλάβει πριν το σκάσει στο υπερηχητικό καροτσάκι.

Την πρόλαβε στο σκαλοπατάκι της εισόδου πιάνοντας το από το χερούλι. Μια υπερβολικά γεμάτη, ξέχειλη πάνα στο δυχτάκι δημιουργούσε στο κεφαλόσκαλο μια μικρή, μυρωδάτη Ψυτάλλεια.
Καταπιέζοντας το αντανακλαστικό να βγάλει τον καπουτσίνο πάνω στο μωρό, γύρισε απελπισμένη στη μαμά εκφράζοντας ικανό πλήθος ρητορικών ερωτήσεων.

«Τι έκανες μέσα στο δοκιμαστήριο; Τι είναι αυτό που στάζει; Δεν ντρέπεσαι λιγάκι;»
Η μαμά φανερά απογοητευμένη που μόλις για λίγο δεν τα κατάφερε να δραπετεύσει, έτσι και είχε περάσει το κατώφλι θα ήταν ελεύθερη να πάει όπου θέλει ακριβώς όπως το περιεχόμενο της πάνας του μωρού, το γύρισε στην απολογία.

«Αχ, σας παρακαλώ συγχωρέστε με! Εδώ η Θεοκτίστη-Δαμασκηνή έκανε λίγη ευκοίλια. Ξέρετε θηλάζω αποκλειστικά και χτες φάγαμε μπρόκολα. Μάλλον το πείραξε το παιδί γιατί από το πρωί τα κακάκια της ήταν κάπως μελάτα. Συνήθως είναι καφετί και αρκετά σφιχτά, ξέρετε έχουν σχήμα και τα κρατάει η πάνα, αλλά σήμερα, δεν ξέρω τι την έπιασε, ανησυχώ ξέρετε μην πάθει καμία αφυδάτωση. Σας έκανα και το αλλαχτήριο χάλια, χίλια συγνώμη, δεν μας έχει ξανασυμβεί. Είναι και μικρό μωράκι, λουλουδάκια είναι τα κακάκια της πάντα. Δεν μυρίζουν άσχημα ποτέ ξέρετε. Και τώρα ελαφριά μυρίζει, θα πάτε μέσα και θα δείτε για τι σας μιλάω, σχεδόν δεν έγινε και τίποτα δηλαδή, μας συγχωρείτε κιόλας, με λίγη χλωρίνη και θα φύγει και από το πάτωμα και από το κάθισμα και από τον τοίχο και από τον καθρέπτη. Πω πω, είμαστε ασυγχώρητες. Άκουσα ήχους από μπουρμπουλήθες και όπως την άνοιξα για να τσεκάρω πετάχτηκε, μωράκι είναι δεν το ελέγχει, μας συγχωρείτε. Ευτυχώς εγώ δεν λερώθηκα, κρατούσα μπροστά μου τη ζακέτα. Ροδόνερο είναι σχεδόν».

Για να συνεχίσει γυρνώντας προς την Θεοκτίστη – Δαμασκηνή.  

«Ποιος γέμισε κακάκια το αλλαχτήριο μωρέ? Η Δαμασκηνούλα μου; Το κοριτσάκι μου το όμορφο; Γελάς βρε σκατούλα; Που κάναμε το μαγαζί της κυρίας χάλια; Χάλια το κάναμε; Ναι; Ζήτα συγνώμη Δαμασκηνή! Χυγνώμη κυλία με τα κόκκινα μαλλιά! Πές το και εσύ! Χεζοβολάει η κούκλα μου και κάνει πρρρρ πρρρ; Πώς κάνει εμένα το κορίτσι μου; Πρρρρρ! Τώρα θα πάμε σπίτι να σε κάνω μπάνιο μωρέ, να πλύνουμε το κωλαρίνι να φύγουν τα κακά, να φύγουν!»

«Ωχ ωχ, πάλι τρέχει η πάνα σου μέσα στο καροτσάκι. Έλα να σε σηκώσει η μαμά, ας στάξει κάτω, πάτωμα είναι, καθαρίζεται. Αχ, συγνώμη κυρία μου, χίλια συγνώμη όμως, τι είναι αυτό που πάθαμε; Τι να το κάνω το παιδί, ε; Καταλαβαίνετε πιστεύω! Χάλια αισθάνομαι, πολύ χάλια!  Λέτε να θέλει το παιδί νοσοκομείο; Θα πάρω πρώτα την παιδίατρο καλύτερα».
Να ήταν το ξάφνιασμα; Να ήταν η αηδία; Να ήταν η λιμνούλα που όσο περνούσε η ώρα μεγάλωνε; Η Ελένη άφησε το καροτσάκι και έβαλε το χέρι της στο στόμα για να αποτρέψει τον απείθαρχο καπουτσίνο να εξέλθει. Δεν περίμενε μεγαλύτερη ευκαιρία η μαμά της Θεοκτίστης – Δαμασκηνής. Έσπρωξε το καρότσι με το ζέον μωρό και απομακρύνθηκε όσο το δυνατόν γρηγορότερα, γλιστρώντας πάνω στις σαπουνόφουσκες της γαλήνης και της ευτυχίας της οδού με τις μπλε τζακαράντες.



   

Κυριακή 1 Μαρτίου 2020

Προσφυγικό

Μια θλίψη και ένα πένθος με πλακώνει απόψε. Μπορεί και κάποτε να νόμιζα πως ήμουν χριστιανή. Να έλεγα πως είμαι, να πίστευα πως είμαι. Είναι ευκολότερο να περάσει καμήλα από το κεφάλι μιας βελόνας από το να ξεχωρίσει χριστιανός την διαφορά ανάμεσα στην αυταπάτη και την πραγματικότητα.
Βαθιά μέσα μου ίσως πίστευα ότι το καλό θα νικήσει στο τέλος. Ότι η αλληλεγγύη, η αγάπη, το συναίσθημα είναι πάνω από τα φράγκα και τα κέρδη και το μίσος. Και αν γινόταν και στο όνομα του Ιησού Χριστού που ήταν τόσο λαμπρό παράδειγμα κατά τας γραφάς, δεν χάλασε και ο κόσμος. «ὅσοι γὰρ εἰς Χριστὸν ἐβαπτίσθητε, Χριστὸν ἐνεδύσασθε» (Γαλ. 3.27) Αν είναι κάποιοι να είναι καλοί από θρησκευτικό καθήκον και κάποιοι από ιδεολογία δεν κάνει διαφορά. Σημασία έχει να νικήσει η αγάπη. Έτσι δεν είναι;
Ακούστηκε ότι βάζουν μπροστά τα παιδιά τους για να τους λυπηθούμε. Και ήρθε η βάρκα που ξεχύλισε το ποτήρι. Φτωχοί και αδύναμοι άνθρωποι να βρίζουν πιο φτωχούς και πιο αδύναμους, λόγια χυδαία σε μια έγκυο γυναίκα. Αν ήμουν χριστιανή θα έλεγα ότι η Παναγία προστατεύει όλες τις γυναίκες με τα μωρά. Αυτοί που είναι χριστιανοί δεν το λένε. Γιατί να το πω εγώ?
Έχεις ανθρώπους κυνηγημένους από πολέμους και από φτώχια. «ἐπείνασα γάρ, καὶ ἐδώκατέ μοι φαγεῖν, ἐδίψησα, καὶ ἐποτίσατέ με, ξένος ἤμην, καὶ συνηγάγετέ με, γυμνός, καὶ περιεβάλετέ με, ἠσθένησα, καὶ ἐπεσκέψασθέ με, ἐν φυλακῇ ἤμην, καὶ ἤλθετε πρός με» (Ματθ. 25.35-36). Και γυρίζω τριγύρω το βλέμμα όλο ελπίδα, γιατί είναι τόσο σαφές διάολε, δεν μπορεί όλοι οι χριστιανοί το ξέρουν αυτό. Αυτοί που είναι χριστιανοί δεν το λένε. Γιατί να το πω εγώ;
«οὐκ ἔνι ᾿Ιουδαῖος οὐδὲ ῞Ελλην, οὐκ ἔνι δοῦλος οὐδὲ ἐλεύθερος, οὐκ ἔνι ἄρσεν καὶ θῆλυ·»(Γαλ. 3.28). Αυτοί που είναι χριστιανοί δεν το λένε. Γιατί να το πω εγώ;
Μην ψάχνετε τις βάρκες να βρείτε αυτούς που καταργούν την πίστη σας. Εσείς την καταργήσατε.

Παρασκευή 27 Δεκεμβρίου 2019

Mπακλαβάς


 Κάθομαι στην παλιά ντιβανοκασέλα στην κουζίνα της μάνας μου και τρώω ένα κομμάτι μπακλαβά. Το πρώτο φύλλο πάνω πάνω τραγανό, τρυπημένο με ένα ολόκληρο αμύγδαλο, στεγνό και ροδοψημένο δίνει την πρώτη γεύση, σαν ένα φιλί στα δεκατρία. Και από κάτω ένα ένα τα φυλλαράκια κρούστας, λεπτά σαν τσιγαρόχαρτο, άσπρα παραγεμισμένα ψιλοκομμένο αμύγδαλο να μοσκοβολάνε φρέσκο βούτυρο. Δεν ξέρω πως τα καταφέρνει να τον ψήνει έτσι τον μπακλαβά η μάνα μου και να της ροδίζει μόνο το πάνω φύλλο και λίγο τα τελευταία και όλο το ενδιάμεσο να είναι άσπρο και τραγανό σαν καλοκαιρινή σταφίδα. Τον ξεφλουδίζω σαν να σηκώνω ολοένα κάποιο νέο μυστικό πέπλο. Τι ευωδιά! Κάθε στρώση είναι μια καινούργια υπόσχεση μιας απόλαυσης που συνεχώς οικοδομείται. Τα φύλλα προς τα κάτω έχουν περισσότερο σιρόπι και αυτό που ξεκίνησε τραγανό και αθώο, γεμίζει όγκο και γίνεται όλο και πιο απολαυστικό. Όσο τρώω, τόσο θέλω περισσότερο. Και τελειώνοντας το κομμάτι μου είμαι απόλυτα ικανοποιημένη αλλά και δεν μου έχει φτάσει ταυτόχρονα. Το απόλυτο bliss point. Τον θέλω πάλι, τον θέλω τώρα και ας ξέρω ότι δεν πρέπει. Είμαι ευγνώμων για την υπέροχη εμπειρία, το απόλαυσα όπως ακριβώς το περίμενα ίσως και λίγο περισσότερο και τώρα θα πρέπει να σταθώ ανεξάρτητη στα δικά μου πόδια ως αυτεξούσιο ανθρώπινο ον που δεν έχει ανάγκη κανέναν μπακλαβά. Και όμως…






Κυριακή 28 Ιουλίου 2019

Όλου του κόσμου οι Κυριακές


Πέρασα αυτή την ζεστή Κυριακή σε μια ειδυλλιακή και απενοχοποιημένη απραξία στην παρηγορητική δροσιά του αθόρυβου κλιματισμού, διαβάζοντας στο κρεβάτι με τα πατζούρια μισοκατεβασμένα μέχρι που πόνεσε το κεφάλι μου από το μαξιλάρι και τη βαρεμάρα.  Και πόνεσε και λιγάκι από τις περιγραφές του βιβλίου και από τις αιρετικές μου σκέψεις και την ανυπομονησία μου να κανονίσω διακοπές και όπου φύγει φύγει.

Μπορεί να φαίνομαι άνθρωπος με τετράγωνη λογική και διώκω λυσσασμένα τις αυταπάτες, αλλά σήμερα ήρθα αντιμέτωπη με μια οδυνηρή αλήθεια. Τη θέλω και εγώ την παπάτζα μου, το παραμύθι μου, το ειδυλλιακό το σκηνικό μου. Και ποιος είναι καλύτερος μου πουλήσει παπάτζα από τον εαυτό μου, που εκτός απ’ το ότι ξέρει όλες  τις προτιμήσεις μου, και έχει και τις καλύτερες προθέσεις; Κανείς! Αγόρασα και εγώ άφοβα.

Έφτιαξα σκηνικό βγαλμένο από το pinterest, στήνοντας το τραπέζι και τον υπολογιστή μπροστά στο παράθυρο που βλέπει το πεύκο και το βουνό, με τη λευκή βαμβακερή κουρτίνα να μου ακουμπάει απαλά το χέρι και να ξυπνάει μνήμες απλωμένης μπουγάδας και λουλακιού, φόρεσα ένα άσπρο, βαμβακερό φόρεμα και ψεκάστηκα ενθουσιωδώς με το άρωμά μου, έφτιαξα μια φρέσκια λεμονάδα με μπόλικο πάγο, δυόσμο, τζίντζερ και λίγο πιπέρι καγιέν για την πουτανιά και ευχαριστημένη από τον εαυτό μου κάθισα να δουλέψω.





Η παπάτζα φαίνεται να πέτυχε και η παραγωγή ήτο ικανοποιητική αν εξαιρέσεις τη στιγμή που η καρέκλα του γραφείου μπερδεύτηκε στην κουρτίνα που σέρνεται ελαφρώς στο πάτωμα και παραλίγο να μου έρθει το κουρτινόξυλο στο κεφάλι και μια – δύο φορές που το κλιματιστικό με έφτυσε, εμένα,  τα μαλλιά μου και τα αντικείμενα πάνω στο τραπεζάκι εκβιάζοντας με να αφήσω την λεμονάδα μου μισή. Δεν έχει σημασία, εγώ το έζησα!

Και καθώς πια κάθομαι στη βεράντα, ενώ στο βάθος ακούγονται κάποιοι γείτονες να τσακώνονται,  είναι μια από τις ελάχιστες Κυριακές βράδυ στη ζωή μου που δεν αισθάνομαι την αποτυχημένη μελαγχολία των ανέφικτων προσδοκιών του Σαββατοκύριακου, όχι γιατί έκανα κάτι, αλλά γιατί ακριβώς δεν έκανα τίποτα και το έκανα όπως ακριβώς το ήθελα.



Πέμπτη 7 Μαρτίου 2019

Εγώ

Δεν είμαι μια μαυροφορεμένη που κλαίει
Δεν είμαι ένας αναποφάσιστος ταξιδιώτης στη διασταύρωση
Δεν είμαι ένα πουλί που κοιτάζει μια σκάλα. Μια σκάλα που πάει ψηλά, αλλά δεν την κάνω τίποτα
Δεν είμαι ένας πολεμιστής που κερδίζει κάθε μάχη

Είμαι μια σταγόνα δροσιάς πάνω στο πράσινο φύλλο
Είμαι μια καρδερίνα που κελαϊδάει το ξημέρωμα
Ένα φούξια λουλούδι που ανοιγμένο λούζεται στον ήλιο
Είμαι μια νιφάδα χιόνι σε ένα ψηλό βουνό
Μια πεταλούδα που πετάει στον αγρό. Ένα δέντρο στη βροχή.
Ένα βιβλίο σε μια στοίβα
Ένας κόκκος σκόνης στη λιακάδα



ένα μανιφέστο γεννεθλίων

Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2019

Η ζυγαριά του Planck


Η Ηλιάνα ξύπνησε ιδρωμένη. Στον ύπνο της έβλεπε, αφράτες τυρόπιτες και πάστες αμυγδάλου με μυρωδάτο παντεσπάνι και χοντροκομμένα αμύγδαλα και βυσσινάδα και διάφορες νοστιμιές και μπινελίκια. Περπατούσε σε έναν διάδρομο λέει και άνοιξε μια πόρτα και βρέθηκε σε ένα δωμάτιο που μέσα δεν είχε τίποτα, και μόνο σε έναν τοίχο είχε ένα πλατύ άνοιγμα καταρράκτη, σαν τις ντιζαϊνάτες βρύσες που συναντά κανείς σε ψαγμένα εστιατόρια, μόνο που αντί για νερό ανάβλυζαν δρακουλίνια, που κυλούσαν και έπεφταν ασταμάτητα σαν το νερό στον τσίγκο. Και εκείνη, σαν να είχαν όλες τις οι επιθυμίες πραγματοποιηθεί από ένα αόρατο τζίνι-υποσυνείδητο έπεσε με λαχτάρα στη δρακουλινόβρυση και έτρωγε ασταμάτητα και αβάδιστα τα εξ’ αυτής εξαχθέντα, απόλαυση! Βουλιμία, αλλά απόλαυση σε ένα επίπεδο εσωτερικό και πυρηνικό. Και μόνο όταν καθησύχασε κάπως την υπαρξιακή της δίψα, τότε ένιωσε πια σωματική δίψα. Ε, μετά από τόσα λιπαρά, πάπρικα και αλάτι, γκαγκάνιασε η γυναίκα. Έριξε το βλέμμα της τριγύρω ψάχνοντας για πραγματική βρύση, που το τζίνι-υποσυνείδητο είχε επιμελώς αποκρύψει. Δίψα, δίψα, ώχ αμάν, πάει η δίαιτα!

Σε αυτό το σημείο ο φακός ενός σκηνοθέτη θα έκανε πλάνο τα μάτια της Ηλιάνας που είναι φυσικά η πρωταγωνίστριά μας, να ανοίγουν τρομαγμένα, και ακούγεται μια κοφτή ανάσα και το κοινό θα την έβλεπε να πετάγεται ιδρωμένη από το κρεβάτι της. Το φως μπαίνει από τα παράθυρα εκτυφλωτικό πάνω στα λευκά σεντόνια. Επίτηδες διαλέγει λευκά είδη, για να έχει εντονότερη την αίσθηση τα αφύπνισης. Καμιά φορά φαντάζεται ότι πρωταγωνιστεί σε ταινία και τότε η ζωή της μοιάζει να έχει περισσότερο ενδιαφέρον, τη βλέπει το κοινό, οφείλει να είναι η ίδια ενδιαφέρουσα. Ποιος είναι ενδιαφέρων; Είναι τόσο τρομαγμένη όμως με την τσαλαπατημένη δίαιτα, που ακόμα και χωρίς σκηνοθέτη σηκώνεται όρθια, φοράει τη ρόμπα της και τρέχει για τη ζυγαριά, με επαρκώς δραματικό τρόπο. Το στόμα της είναι κολλημένο, να φταίνε τα δρακουλίνια; Και μια ηλίθια επιτροπή επιστημόνων αποφάσισε ότι πλέον τη μάζα μας δεν θα την μετράμε σε κιλά, αλλά βάση με τη σταθερά του Πλανκ. Πόσες σταθερές του Πλανκ πήρα άραγε από την τελευταία κραιπάλη;




Η ζυγαριά την καθησυχάζει. Οι σταθερές του Πλανκ μπορούν να πάνε να γαμηθούν. Το τζιν της είναι εκεί, εφαρμοστό και υπέροχο, έτοιμο για το απογευματινό ραντεβού με τον Θανάση. Γνωρίστηκαν το καλοκαίρι σε μια κοινή παρέα, είχαν διαφορετική άποψη για τον Βαρουφάκη. Συζήτησαν, επιχειρηματολόγησαν, διαφώνησαν με πάθος, και ο έρωτάς τους άφρισε σαν το λυσσασμένο σκλί. Καλή και η ρητορεία και τα επιχειρήματα, δεν λέω, αλλά και η εμφάνιση παίζει ρόλο, εδώ κοτζάμ Κέιτ Μίντλετον έριξε τον πρίγκηπα Γουίλιαμ με ένα σίθρου φόρεμα, η Αυτής Υψηλότης, η τσουλάρα. Όπως αποδείχτηκε περίτρανα το κορμί το κοιτάει μέχρι και ο πρίγκηπας, καλός μπουμπούκι και αυτός -  δεν θα το κοιτάει ο Θανάσης; Μέχρι πού να σε φτάσει και ο Βαρουφάκης;

Πάνε τα τοστάκια το πρωί, οι τυρόπιτες και οι βάφλες. Τώρα βρώμη με άπαχο γάλα, γιαουρτάκια, σαλάτες, και να μετράει τα μικροθρεπτικά και τα μακροθρεπτικά συστατικά των τροφών. Ένα σιταρένιο παξιμάδι τύπου Κυθήρων έχει 136 θερμίδες, όσο και το χρέος της Ελλάδας σε δισεκατομμύρια ευρώ το 2012. Το πέταξε γεμάτο όλο το σακούλι, μόνο δύο παξιμάδια έλλειπαν. Αλλά αφού δεν μπορούσε να τα φάει, τι να τα κάνει; Να τα βάλει στον κώλο της; Από τεχνικής απόψεως εκεί θα πήγαιναν αν όντως τα έτρωγε. Μαύρη πείνα! Ο Βαρουφάκης και ο Θανάσης ήθελαν θυσίες και ρίσκα. Οπότε δίαιτα και τρέχουμε τώρα. Μόνο που εδώ ήταν το προκεχωρημένο όριό της. Δεν έτρεχε. Δεν μπορούσε να τρέξει ούτε εκατό μέτρα. Λαχάνιαζε και έβηχε σαν φυματική σε μυθιστόρημα του αγγλικού ρομαντισμού.

Έβαλε λέει μια γκρι βαμβακερή φόρμα, κάτι μωβ αθλητικά παπούτσια τρεξίματος, με υπέροχα ροζ κορδόνια και βγήκε, θού κύριε, για τρέξιμο. Και έξω από το σπίτι ήταν μια ανηφόρα και ξεκίνησε να τρέχει και να τρέχει και να κολλάνε τα πόδια της στην άσφαλτο, και όσο προσπαθεί να σπρώξει για να ξεκολλήσει, τόσο να μη μπορεί. Και η ανηφόρα να γίνεται όλο και πιο απότομη και να φοβάται ότι θα πέσει προς τα πίσω.

Μια κοφτή ανάσα και άνοιγμα των ματιών με αγωνία!  Έξω έχει σκοτάδι. Οι λάμπες των δρόμων ανάβουν σιγά σιγά, ή μήπως σβήνουν;. Μέσα στο σπίτι κάνει ψύχρα. Γιατί δεν έχει ανάψει ακόμα το καλοριφέρ; Πόση ώρα κοιμήθηκε; Ήταν αυτός ο βαθύς ύπνος που χάνεις την αίσθηση ακόμα και της ύπαρξής σου και που μοιάζει με θάνατο. Της είπε ο γιατρός ότι η Φθινοπωρινή κόπωση δεν είναι κάτι ανησυχητικό, αλλά να κάνει εξετάσεις αίματος, να αρχίσει να κοιμάται το μεσημέρι και να προσέχει τη διατροφή της για παν ενδεχόμενο. Το στόμα της είναι ξερό και πεινάει και δεν έχει ιδέα αν η μέρα της ξεκινάει, ή μόλις τελείωσε.





Σάββατο 26 Ιανουαρίου 2019

Δέκα

"Ένα πράγμα με ταπεινώνει: η μνήμη είναι συχνά το προσόν της μωρίας· ανήκει συνήθως στα δυσκίνητα πνεύματα, τα οποία καθιστά ακόμα βαρύτερα, παραφορτώνοντας τα με τις αποσκευές της. Κι εντούτοις, τί θα ήμαστε χωρίς τη μνήμη; Θα ξεχνάγαμε τις φιλίες μας, τους έρωτές μας, τις απολαύσεις μας, τις υποθέσεις μας· η μεγαλοφυΐα δε θα μπορούσε να συγκεντρώσει τις ιδέες της· η πιο τρυφερή καρδιά θα έχανε τη στοργή της αν έπαυσε να θυμάται· η ύπαρξή μας θα μετατρεποτανε σε μια διαδοχή στιγμών ενός παρόντος που ρέει ασταμάτητα· δε θα υπήρχε πλέον παρελθόν. Ω, δυστυχία μας! Η ζωή μας είναι τόσο μάταιη, που μόνο αντικαθρέφτισμα της μνήμης μας μπορείς να την πεις"*




Time is too slow for those who wait And time is too swift for those who fear Time is too long for those who grieve And time is too short for those who laugh And love is too slow for those who wait And love is too swift for those who fear Love is too long for those who grieve And love is too short for those that laugh But for those who love But for those who really love But for those who love Time Sweet time Precious time Lovely time All the time Time, time, time, time... is eternity Hours fly Hours fly Hours fly But even flowers must die And then a new day comes And there's a new day's dawn And there's a new day's sun And love stays on Sweet love stays on Love stays on Love stays on Love, love, love, love And time, time, time, time...


* το κείμενο παρατίθεται στη σελίδα 189 του βιβλίου "ο δεύτερος θάνατος του Ραμόν Μερκαντέρ" εκδόσεις Θεμέλιο, ως απόσπασμα κάποιου βιβλίου που διαβάζει ο Πιέρ Μπουτόρ στη γυναίκα του Ντενίζ

Τρίτη 9 Οκτωβρίου 2018

Το καλό παιδί


Ξέρεις κάτι; Αυτό δεν είναι καθόλου δίκαιο! Κανόνισες κυρία μου μόνη σου, ούτε μου το είπες, ούτε ζήτησες τη γνώμη μου, ούτε για την παρέα έμαθα και απλά φύγατε και με αφήσατε να υ-πο-θέ-σω! Ε, αυτή η κούπα πρέπει να φύγει από το τραπεζάκι. Κομματάκια στο πάτωμα, τέλεια!  Με νοιάζει που ήταν η αγαπημένη σου, που την είχες πάρει από εκείνο το μαγαζί με είδη μουσικής, που είχε λεπτή πορσελάνη, ήταν ελαφριά και ταίριαζε απόλυτα στα χείλη σου, που έκανε τον καφέ να έχει καλύτερη γεύση; Όοοοοχι!
Αν θέλεις να με νοιάζουν τα πράγματά σου θα πρέπει και εσύ να νοιάζεσαι για εμένα, νεσπά; Δεν θα φεύγεις εσύ και εγώ να μένω μόνος στο σπίτι και να αντικρίζω την παρατημένη οδοντόβουρτσα, να σπαράζω, να ουρλιάζω...
Ώπα, χαρτί υγείας, βγήκε από τη θέση του και κάτσε να το τραβήξω και λίγο να απλωθεί παντού, δεν με ξέρεις καλά εσύ εμένα! Και τα εφεδρικά ρολά από το καλαθάκι, και οι διπλωμένες πετσέτες και το φαγητό. Κώλο θα στα κάνω, να ξεσπάσω να εκτονωθώ.

Εντάξει, μου φαίνεται το παράκανα. Θέλω να μπορώ να κάνω κάτι αυτόν τον θυμό. Όταν θυμώνω γίνεται κάτι μέσα μου και ξεχνάω τους καλούς μου τρόπους, ζώο γίνομαι. Θέλω μόνο να σκίσω, να καταστρέψω, να εξολοθρεύσω. Το σώμα μου πρώτα παραλύει και μετά ενεργοποιείται, το στόμα μου τρέμει, μου τρέχουν τα σάλια, καρδιοχτυπώ, σηκώνονται οι τρίχες μου και μετά έρχεται η καταστροφή. Κάθε, μα κάθε φορά το μετανιώνω μετά. Απογοητεύομαι. Κυρίως με τον εαυτό μου. Εγώ είμαι καλό αγόρι. Δεν κερδίζω τίποτα με το να χάνω την ψυχραιμία μου, χάνω και το δίκαιο μου, νεσπά; Θα πάω τώρα να κουλουριαστώ σε μία γωνία μαζί με αυτή τη θλίψη που είναι σαν ένα μικρός μεταλλικός κύλινδρος, κρύος και αιχμηρός κάτω από το στέρνο μου. Ο αέρας που μπαίνει όταν αναπνέω περνάει από την ακμή του και σφυρίζει ασθματικά. Θλίψη. Κενό. Πότε θα γυρίσει; Να τρέξω πάνω της να με χαϊδέψει, αυτή η παγωμάρα μου να εξαφανιστεί.

Κάτι δεν πάει καλά εδώ. Η πόρτα ανοίγει με δυσκολία και κριτσανίζει. Τί είναι αυτό που έχει από κάτω? Γυαλιά; Θρύψαλα; Ωχ, τί έκανε πάλι αυτός; Χαρτιά υγείας, wtf! Τί είναι αυτό? Η κούπα μου; Η ΚΟΥΠΑ ΜΟΥ; Την κούπα μου καργιόλη; Πέταξες και τις κροκέτες σου στο πάτωμα; Και μου έρχεσαι χαρούμενος, κουνώντας την ουρά σου και θέλεις και χάδια; Τί έκανες; Ποιος είναι κακό παιδί; Κακό παιδί!



Δευτέρα 19 Μαρτίου 2018

Διλήμματα

Όταν γράφουμε, ή λέμε μια ιστορία, είπε προχτές ο εκπαιδευτής του story telling, πρέπει στο τέλος να φέρνουμε τον ήρωά μας αντιμέτωπο με ένα δίλημμα που καλείται να πάρει. Σήκωσα τα αυτιά μου και τέντωσα τις κεραίες μου να δω τί θα πει μετά. Και όταν λέμε δίλημμα θα πρέπει να υπάρχει σαφές κόστος για την κάθε επιλογή. Αν η ερώτηση που καταλήγει η ιστορία είναι «καλύτερα μιας ώρας σκλαβιά και φυλακή, παρά σαράντα χρόνια ελεύθερη ζωή?», τότε δεν μιλάμε για δίλημμα. Η απάντηση είναι μονοσήμαντη. Ο ήρωας δεν εξασκεί την ελεύθερη βούληση, δεν υπάρχει κόστος βρε αδερφέ. Τι να αποφασίσω; Αν γίνεται να τρώω και να μην παχαίνω θα το πάρω αβάδιστα. Δεν θα πάρω από την άλλη το να τρώω και να μην χορταίνω. Η απόφαση για να έχει νόημα θα πρέπει να έχει και ένα κόστος. Το εμπεδώσαμε αυτό. Πάμε παρακάτω. 






Βάζεις λοιπόν στη ζυγαριά τις επιλογές, τα υπέρ και τα κατά και τα ζυγίζεις. Κοίτα εδώ τώρα τι συμβαίνει σε εμένα. Για να μην μου το κάνω εύκολο, πάω και μεροληπτώ υπέρ του χαμένου και του προσθέτω ένα στατιστικό βάρος. Αλλά προσοχή, όχι αρκετό για να γύρει η πλάστιγγα υπέρ του πιο αδύναμου, όχι. Μόνο τόσο όσο να ισορροπήσει η ζυγαριά. Και πάλι να μην μπορώ να αποφασίσω. Άμα έχεις τέτοιον εαυτό, τι τους θέλεις τους εχθρούς! 

Τι θα μπορεί να είναι το στατιστικό βάρος. Χμ… μπορεί να είναι πεποιθήσεις, πολιτικές, ηθικές, ιδεολογικές, μπορεί να είναι προκαταλήψεις. Μπορεί να είναι μια λογική πλάνη. Αν το δίλημμα είναι να τα παρατήσω, ή να συνεχίζω, πολλές φορές συνεχίζω από συνήθεια, ή από την ιδεολογία ότι δεν κάνει να εγκαταλείπουμε την προσπάθεια, η θεώρηση ότι η παραίτηση από έναν στόχο/δέσμευση είναι προσωπική αποτυχία, ή από την προκατάληψη ότι δεν γίνεται να παραιτηθώ, θα βαράω γκασμά, μέχρι να ισοπεδωθούν τα Ιμαλάια. Παλιά αυτή η βρύση έτρεχε νερό, δεν μπορεί να στέρεψε, κάποια στιγμή θα αρχίσει να ξανατρέχει. Και κάθεσαι εκεί και πεθαίνεις της δίψας, αντί να ψάξεις άλλη πηγή. 

Άλλο παράδειγμα μεροληπτικής προκατάληψης είναι ο χρόνος που έχω ήδη επενδύσει (στη βρύση). H λανθασμένη άποψη ότι αξίζει να μείνεις προσκολλημένος σε κάτι μόνο και μόνο επειδή ήδη του έχεις αφιερώσει πολύ χρόνο που θα πάει χαμένος αν το παρατήσεις, ακόμα και αν δεν σου αρέσει (πια). Λυπάσαι τον χρόνο που έχεις επενδύσει. Λοιπόν, να πω ένα μυστικό; Πρέπει να λυπόμαστε τον χρόνο που θα πάει χαμένος αν συνεχίσουμε να κάνουμε πράγματα που δεν μας αρέσουν, αντί να αλλάξουμε και να αφιερώνουμε χρόνου κάπου που μας αρέσει. Αυτή είναι η αιτία πολλών κακών σχέσεων, πληγωμένων συναισθημάτων, διαβάσματος κακών βιβλίων και ετών χαμένου χρόνου. Προσωπικά, το να επιμείνω να διαβάσω ένα βιβλίο που ήξερα ότι δεν μου άρεσε από νωρίς, μόνο και μόνο επειδή το είχα ξεκινήσει, είναι το πιο ανώδυνο πράγμα που μου συνέβη από άποψης προσκόλλησης σε χαμένες υποθέσεις. 

Το άλλο είναι ο φόβος του αγνώστου. Θα προσθέσω περισσότερο στατιστικό βάρος στην επιλογή που γνωρίζω, παρά στο άγνωστο. Ανθρώπινο. Για αυτό το δίλημμα έχει κόστος. Το να ξέρει ο ήρωας τι θέλει, είναι κρίσιμο. Γιατί μετά θα κάνει την επιλογή που θα τον πάει προς τον στόχο του. Επίσης το να μην έχει ο ήρωας την ικανότητα των αποφάσεων δεν είναι εφικτό. Τότε μιλάμε για αντικείμενο, όχι για έναν αυτόβουλο ήρωα. Μπορεί να πιέζεται από καταστάσεις, ή επιθυμίες άλλων, αλλά θα πρέπει και αυτά να είναι μέρος του διλήμματος. Γαμάτη η συγγραφή; Όλα από τη ζωή είναι βγαλμένα! 

Έχω ευθύνη απέναντι στους φίλους μου, στους γονείς μου, στο σύντροφό μου, στα παιδιά μου, ΑΛΛΑ κυρίως και πάνω από όλα έχω ευθύνη απέναντι στον εαυτό μου! Με αυτόν ζω και πεθαίνω. Δεν υπάρχει χειρότερη αίσθηση από την συνειδητοποίηση ότι κάνεις τις επιλογές των άλλων.  Ο ήρωας είναι ικανός να επιλέξει οποιοδήποτε επιλογή. 

Και εκεί που κάθεται ο ήρωας και βάζει στατιστικά βάρη σε πράγματα που είναι σημαντικά για άλλους, έρχεται ένα βράδυ που ‘βρεχε, που ‘βρεχε μονότονα και τα παίρνει ο ήρωας και ζυγίζει με κριτήριο τα δικά του θέλω και τους στόχους. Με έχεις φέρει στο αμήν, if you know what I mean. 

Και γέρνει η αγαπημένη η πλάστιγγα, και ρίπτεται ο κύβος!



Δευτέρα 12 Φεβρουαρίου 2018

Ιστορίες με βιβλία




Κάθομαι σε ένα γωνιακό τραπέζι δίπλα στην τζαμαρία, σε ένα γυάλινο μπουκάλι με στενό λαιμό βρίσκονται τρεις μωβ ανεμώνες. Διαβάζω το βιβλίο μου, ρουφώντας έναν αφράτο καφέ. Έχω ταυτόχρονα μια ανησυχία και μια γαλήνη, πως γίνεται αυτό δεν ξέρω να σας πω, μάλλον κβαντομηχανικά. Είναι απόγευμα, μια υπέροχη ώρα, που ναι μεν έχει δύσει ο Ήλιος, αλλά έχει ακόμα φως που ολοένα και λιγοστεύει και ανάβουν σιγά σιγά τα φώτα των σπιτιών και του δρόμου. Το επόμενο λεπτό έχω απορροφηθεί στο βιβλίο μου. Περπατάω εκεί γύρω στους ίδιους δρόμους του Θησείου, μόνο που στο βιβλίο έχουν 1973. Τόσο έχω και εγώ. Ταξιδεύω κάμποση ώρα ώσπου η σερβιτόρα γεμίζει νερό το ποτήρι μου σε ένα άλλο τώρα. Απολαμβάνω αυτή τη μετάβαση, από πραγματικότητα σε πραγματικότητα.

Κάτω από τη τζαμαρία, στα πέτρινα σκαλιά ανεβοκατεβαίνουν ζευγαράκια, γονείς με παιδιά και γάτες. Στον δρόμο περνούν αυτοκίνητα, όλο κοιτάζω μήπως είναι κάποιο που ξέρω. Πεταρίζει η καρδιά μου, ακουμπάω το χέρι μου πάνω στο μενταγιόν μου στο στήθος, χαμογελάω… Νιώθω μια μελαγχολία, μια αβεβαιότητα και μαζί μια γλύκα. Παίρνω μια βαθιά ανάσα κοιτάζω γύρω, έχουν ανάψει τα φώτα και ένα σποτάκι πέφτει πάνω μου. Φοράω ένα μπλε βελούδινο φόρεμα και κάθομαι πάνω σε κόκκινα μαξιλάρια. Το βιβλίο μου πάντως φωτίζεται άριστα, ρουφάω μια γουλιά καφέ πριν επιστρέψω στο τότε. Δεν θέλω να γυρίσω σπίτι, απολαμβάνω τη μοναξιά μου εδώ, μέσα στο χάρτινο παρόν. 

Το βιβλίο είναι ένας τρόπος να ταξιδεύεις όταν πρέπει να μείνεις εκεί που βρίσκεσαι. Εντάξει, δεν πρέπει να μείνω στο Θησείο, δεν πρέπει γενικότερα, δηλαδή δεν ξέρω αν, και ούτε μπορώ να τα διαχειριστώ και όλα, η ψυχραιμία έχει τα όριά της, μια αδιόρατη θλίψη, ένα βάρος και ένας αναστεναγμός. Καταλάβατε εσείς; 

Ωραία, γιατί δεν κατάλαβα εγώ! 

Μπροστά μου δυο τύποι παίζουν τάβλι, ενώ στο διπλανό τραπέζι έχει έρθει ένας νεαρός, κάθεται μόνος του και διαβάζει ένα κόκκινο βιβλίο. Δεν βλέπω τον τίτλο, αλλά είναι από αυτά που τους κόβεις τις σελίδες. Η κοπέλα του φέρνει μια τσαγιέρα και ένα άσπρο φλιτζάνι. Ανταλλάσσουμε χαμόγελα και συνεχίζω το διάβασμα. Κάποιος από τη φυλή μου κάθεται εκεί δίπλα και αυτό είναι μια κάποια παρηγοριά.

Κοιτάζω τα αυτοκίνητα, την κούπα μου, το κινητό μου, τις μωβ ανεμώνες, έξω από το παράθυρο τα σύρματα του ηλεκτρικού που κουνιούνται από τον αέρα. Χειμώνας. Χειμώνας παντού.







Madeleine Peyroux - Smile


Σάββατο 27 Ιανουαρίου 2018

Time is not

Είναι νωρίς το πρωί, και εγώ περπατάω σε ένα επαρχιακό νεκροταφείο. Κάνει κρύο, όχι τσουχτερό. Τσουχτερό είναι το απολύτως προβλέψιμο επίθετο που θα χρησιμοποιούσε κανείς για το κρύο και είναι αυτό ακριβώς που έχει πει ο δάσκαλος της δημιουργικής γραφής ότι πρέπει να αποφεύγουμε για να μην είναι αδιάφορα τα γραφτά μας. Να πω πουτσόκρυο; Όχι στο νεκροταφείο! Κάνει λοιπόν ένα τραγανό κρύο λιακάδας. 


Πάω να ανάψω το καντήλι των μπαρμπάδων μου, τόσο καιρό έχω να έρθω στο χωριό, αλλά δεν βιάζομαι, περιπλανιέμαι αργά και τεμπέλικα, με ενδιαφέρον ανάμεσα στα μνήματα. Ο πρώτος έχει προτομή, δεν μου λέει τίποτα το όνομα. Πιο δίπλα γνωστοί, που τους έβλεπα στο καφενείο όταν μικρή με κερνούσε ο παππούς πορτοκαλάδα. Κάποιοι γέροντες που δεν ξέρω, κάποιες παλιές φωτογραφίες, ο κυρ-Σταύρος που ερχόταν με ποδήλατο στο σχολείο και μας πουλούσε στο πρώτο διάλειμμα τοστ, ψητό λουκάνικο φρανκφούρτης και σουβλάκια και στο δεύτερο διάλειμμα πορτοκαλάδες με νερό Γοργοποτάμου. Εγώ έπαιρνα κλασικά το λουκάνικο και πολύ σπάνια καμιά πορτοκαλάδα. Συνήθως βέβαια είχα κολατσιό από το σπίτι, τυλιγμένο σε αλουμινόχαρτο, οπότε δεν συνωστιζόμουν στην σιδερένια πόρτα. Ο αδερφός του παππού μου, η γιαγιά η Μαριγούλα, η Γιάννα που πηγαίναμε μαζί σχολείο, ήταν δύο χρόνια μικρότερή μου όταν… 12 χρονών. Εγώ κοντεύω να σαρανταρίσω. Εκείνη είναι ακόμα δώδεκα. Για πάντα δώδεκα… Αυτός νομίζω ότι είναι και ο μόνος τρόπος να μείνεις για πάντα νέος. Δεν θέλω να μείνω νέα για πάντα, θέλω να ζήσω!

Σε μια άκρη ένας χορταριασμένος τάφος και πιο δίπλα στη μάντρα ακουμπισμένοι κάμποσοι αδέσποτοι σταυροί, με ονόματα και ημερομηνίες παλιές. 




Ο κύριος Γιάννης, ο δάσκαλός μου την έκτη δημοτικού, ο κύριος Ηλίας καθηγητής θρησκευτικών στο Γυμνάσιο, θυμάμαι να μας μιλάει για τη θέωση, ένας Δημήτριος Γουιγούης(!!!) έτσι ακριβώς γράφει Γουιγούης ετών 80, η θεία η Μίνα, ο θείος ο Κωστάκης, ο παππούς μου ο Πλούταρχος και η γιαγιά η Ευθυμία μαζί. Φτάνω στους θείους, τον θείο Γιάννη και τον θείο Πάνο, μπατζανάκια. Στα τραπέζια καθόντουσαν δίπλα – δίπλα και τραγουδούσανε στη θειά μου «γειά σου Δημητρούλα μ’, -τρούλαμ’, -τρούλαμ’» πρίμο, σεκόντο, ο θείος ο Πάνος έκανε φοβερές δεύτερες! Γυρνούσε σε εμάς και έλεγε «μικροί ψαράδες έτοιμοι;» και εμείς ξέραμε ότι άρχιζε το παιχνίδι. Τα καντήλια τους είναι αναμμένα, γεμάτα ως απάνω, δίπλα – δίπλα και εδώ. Κόβω από το διπλανό χωράφι μερικές καμπανούλες και μαργαρίτες και τους τις αφήνω. 

Κάπου σε ένα νεκροταφείο αλλού, κάποιος είναι για πάντα 36...


It's a Beautiful Day-Time Is

Time is:
Too Slow for those who Wait,
Too Swift for those who Fear,
Too Long for those who Grieve,
Too Short for those who Rejoice;
But for those who Love,
Time is Not

Παρασκευή 22 Δεκεμβρίου 2017

Πήρα τον δρόμο κι έρχομαι, μες τη βροχή και βρέχομαι

Μεγαλύτερη νύχτα του χρόνου, μεσάνυχτα, Μετρό Κατεχάκη, βρέχει. Τυλιγμένη με ένα μάλλινο μωβ κασκόλ, ζεστό πουλόβερ, φούστα, χοντρό καλσόν και παλτό.

Περπατάω προς το αυτοκίνητο κουβαλώντας τα πάντα εκτός από ομπρέλα. Δεν ωφελεί να τρέξω. Τα τακούνια μου γλιστράνε στα νερά και λίγο λίγο γίνομαι μουσκίδι. Δεν αγχώνομαι, δεν βιάζομαι, δεν θέλω να πάω κάπου, δεν έχω σκοπό και δεν με νοιάζει...

Περπατώ αργά μέσα στη βροχή και απολαμβάνω το δράμα.



Κυριακή 22 Οκτωβρίου 2017

Μην ακουμπάτε το φεγγάρι





Πόσοι δεν έχουν δει ταινίες που σε αποφοιτήσεις σπουδαίων και ακριβών κολλεγίων ο ομιλητής ενθαρρύνει τους νέους πτυχιούχους να βγουν εκεί έξω και να πιάσουν τα όνειρά τους. Ατάκες του τύπου «ο κόσμος είναι το κέλυφος σου», «ακούμπησε τα αστέρια», «μπορείς να πετύχεις ό,τι ονειρευτείς» εκτός από πραγματικά ελπιδοφόρες είναι και επικερδείς για τις εταιρείες που πουλάνε υλικό κινητοποίησης. Και ως εκεί τα πράγματα είναι καλά, αλλά…

Το αλλά έγκειται στο ότι αν δεν αποφοιτάς από ένα μεγάλο και σπουδαίο σχολείο, του οποίου το όνομα και οι διασυνδέσεις σε συνδυασμό με το δικό σου όνομα και διασυνδέσεις θα σου εξασφαλίσουν οικονομική αποκατάσταση, άσχετα από το πεδίο των σπουδών σου, ιστορία της τέχνης – ξέρω γω – η εκπαίδευση και η κινητοποίηση που λαμβάνεις είναι ελαφρώς διαφορετική. Και για να μην παρεξηγηθώ μου αρέσει η ιστορία της τέχνης, κυρίως δηλαδή μου αρέσει η τέχνη, αλλά μέσα από πολλές επισκέψεις σε πολλά και διαφορετικά μουσεία ακούγοντας πολλούς και διαφορετικούς ξεναγούς και audio guides, κάτι μου έχει μείνει και για την ιστορία της. Θα ήθελα να είχα την οικονομική άνεση να σπουδάσω και τέχνη, αλλά δεν την έχω. Και επανέρχομαι στο «αλλά».

Η εκπαίδευση για τους κοινούς θνητούς είναι η εκπαίδευση του συμβιβασμού. Και δεν είναι μόνο το εκπαιδευτικό σύστημα αλλά η ίδια η κοινωνία που σε μαθαίνει να μην απλώνεσαι πολύ, να μην εκτίθεσαι, να ακολουθείς πιστά τους κανόνες, να μην παίρνεις ρίσκα για να μην κάνεις λάθη (πολύ μεγάλη παγίδα αυτή), να τα κάνεις όλα σύμφωνα με το αυστηρό χρονοδιάγραμμα, δηλαδή να κάνεις τυπικές σπουδές, να βρεις μια «καλή δουλίτσα» και ένα «καλό» αγόρι/κορίτσι να κάνεις μια «καλή» οικογένεια και όταν αυτά σε φέρουν σε αδιέξοδο, οικονομικό, συναισθηματικό ή/και υπαρξιακό η ίδια κοινωνία θα σου πετάξει ένα «το όριο είναι ο ουρανός», θα σου πει ότι είσαι υπεύθυνος για τον εαυτό σου και ότι θα έπρεπε αν ήσουν «άξιος», «έξυπνος» να μην έχεις φτάσει στο αδιέξοδο που έφτασες. 

Οπότε όχι μόνο σε εκπαιδεύει να αποτύχεις, αλλά σου ρίχνει και όλη την ευθύνη!






Τετάρτη 9 Αυγούστου 2017

Μια φορά θυμάμαι...

Από τα πράγματα που με έχουν πραγματικά σημαδέψει από την παιδική μου ηλικία είναι οι εκδρομές και οι βόλτες με το αυτοκίνητο των γονιών μου, ένα πορτοκαλί Renault 14, ένα κουκλί του σχεδιασμού, που τώρα καταλαβαίνω ότι ήταν πολύ μπροστά, αλλά στην τρυφερή νηπιακή ηλικία δεν είχα την κριτική ικανότητα να το εκτιμήσω. Είχε εξαιρετικές αναρτήσεις το Ρενώ, ειδικά στους χωματόδρομους γύρω από το χωριό και στα χωράφια που μας έπαιρνε μαζί ο πατέρας μου όταν πήγαινε να ελέγξει τα μπεκ αν ποτίζονται οι ελιές και μας έβαζε να πίνουμε νερό σαν καμπόυδες - έλεγε - σάματις και ξέραμε πώς πίνουν νερό οι καμπόυδες, απλά εμπιστευόμασταν τον μπαμπά τυφλά. Στα χωράφια μπαίνανε από τα ανοιχτά παράθυρα τζιτζίκια

Μόνο τα πόνυ μας λείπανε εμάς, κατά τα άλλα μπαμπάς-μαμά μπροστά και εγώ με τον αδερφό μου να ζμπρωχνόμαστε πίσω

Λοιπόν το κασετόφωνο στο ρενώ έπαιρνε κάτι τεράστιες ορθογώνιες κασέτες στις οποίες έπαιζαν ταυτόχρονα 4 κανάλια και εσύ με ένα κουμπάκι επέλεγες ποιο θα ακούσεις. Πολύ μπροστά το ρενώ λέμε! Μια από αυτές τις κασέτες είχε νέο κύμα Γιώργο Ζωγράφο, Αρλέτα, Καίτη Χωματά και την είχαμε λιώσει. Λιώσει όμως! Και κάπως έτσι, χωρίς να το καταλάβουμε, λαμβάναμε μουσική παιδεία. Σίγουρα ένα νήπιο προτιμάει τις μείζονες κλίμακες και τις εύκολες μελωδίες, εμένα για παράδειγμα μου άρεσαν το "στην ποταμιά σωπαίνει το κανόνι/πετούν τα παλιομάχαιρα" που τραγουδούσε η Χωματά γιατί ήταν τσιριμπίμ τσιριμπόμ η μελωδία και η ενορχήστρωση, άσχετο που οι στίχοι του Καμπανέλλη είναι να σηκώνεται η τρίχα των ενηλίκων, αλλά αφού εμείς τα παιδιά δεν είχαμε τρίχες, απολαμβάναμε την μακαριότητα του πτωχού πνεύματος. Το άλλο αγαπημένο μου ήταν του Γιώργου Ζωγράφου "άκρη δεν έχει ο ουρανός" κυρίως για τον ρυθμό του και τα αρπίσματα της κιθάρας. Και το "ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος" για το ενθουσιώδες vivace, τα πνευστά, την εξαιρετική μελωδία, στο τέλος λιγάκι γινόταν θλιβερό γιατί δακρύζανε ανεξήγητα και ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος, μάλλον λόγω της ελάσσονος κλίμακας... αλλά τελικά ένα γρήγορο εντυπωσιακό τελείωμα δεν σε άφηνε να το πολυ-σκεφτείς. Είπαμε άλλα τα κριτήρια των παιδιών. Για να προσέξω τους στίχους ούτε λόγος, εξάλλου πού να ήξερα τί πα να πει καημός, ή πόλεμος..



Γιώργος Ζωγράφος - Ο Ιρλανδός και ο Ιουδαίος

Το επόμενο τραγούδι της κασέτας ήταν το "άσπρα καράβια τ' όνειρά μας" και όλα καλά!

Κάπου εκεί ανάμεσα έμπαινε και το τραγούδι "μια φορά θυμάμαι" που ήταν μια σκέτη γλύκα με την κιθάρα και τη φωνή της Αρλέτας έτσι το τραγουδούσα ασυναίσθητα "έφυγες εσύ και έχουν ανάψει...",  "θα 'ρθει το πρωί και θα περάσει, θα με λυπηθεί θα με ξεχάσει" και μετά όταν φτάναμε στην θάλασσα, έβγαινα τρέχοντας φορώντας τα πορτοκαλί μου μπρατσάκια ήδη από το σπίτι και βουτούσα μπιχτοκέφαλα στα νερά, πριν καλά καλά στήσει ο πατέρας μου την κόκκινη ομπρέλα με τα λουλουδάκια. 

Έτσι λοιπόν έγινε η Αρλέτα κομμάτι της ανατροφής μου και της μουσικής μου παιδείας και ενώ νόμιζα ότι ούτε που έδινα σημασία στα "βαρετά" τραγούδια της κασέτας, τώρα διαπιστώνω ότι ήταν τα πιο ενδιαφέροντα. 

"Φώναξε με, αγάπη! Φώναξέ με!"

Αρλέτα - Φώναξε με αγάπη

"Είχα ένα αγόρι" 

Σήμερα δεν μπορώ να ακούσω το τραγούδι για αυτόν τον άγριο άνεμο χωρίς να βάλω κλάματα για τα όνειρά του που γίναν' δυο σταλαγματιές πικρή δροσιά. 


Αρλέτα - Είχα ένα αγόρι


Και μετά το ποτάμι που έγινε αναφιλητό, ερχόταν ένα ακόμα τραγουδάκι που ήταν πολύ αισιόδοξο γιατί μιλούσε για τα φτερά που θα άνοιγα και εγώ σύντομα, μόλις δηλαδή μάθαινα να κολυμπάω χωρίς μπρατσάκια! Υποπτευόμουν ότι κάτι δεν πήγαινε εντελώς καλά, αλλά αυτή η τόσο γλυκιά φωνή με το απαλό βιμπράτο με καθησύχαζε ακόμα και αν σε εκείνη την ηλικία ήμουν ανίκανη συναισθηματικά να μελαγχολήσω.



Αρλέτα - Τώρα θ' ανοίξω τα φτερά


Η σημερινή ανάρτηση μου βγήκε λίγο ραδιοφωνική. Με ήχους. Να μπορούσα μόνο να βάλω και τις μυρωδιές από τα χόρτα στην θάλασσα που στην πραγματικότητα βρωμάνε, αλλά για μένα μυρίζουν αθωότητα! "Τα μικρά παιδιά, που κρατούνε στο χέρι τους, σαν το μήλο το χάρτινο τις ελπίδες μας"Ακόμα μπορώ να νιώσω τα μπρατσάκια, το μαγιό (γυαλόβρακο κατά τον πατέρα μου, δηλαδή το βρακί που φοράς και πας στον γυαλό) τα λεπτά φύκια στα πόδια μου, να ακούσω το γέλιο της μάνας μου, να θυμηθώ τις βουτιές που μας έκανε ο μπαμπάς από την πλάτη του. Μια φορά θυμάμαι...




------
Παρόμοια ανάρτηση

    

Παρασκευή 16 Ιουνίου 2017

H μέρα που σταμάτησε ο χρόνος



"Όχι, ο χρόνος δεν γιατρεύει όλες τις πληγές. Ο Χρόνος είναι η Πληγή.." 

Εlke Ηeidenreich



Στο πένθος ο χρόνος διαχωρίζεται σε σημεία προ και μετά του γεγονότος μηδέν. Σε ένα σύμπαν πριν και μετά. Σε δύο σύμπαντα που απέχουν όσο ο ουρανός από τη γη. Μετά από εκείνη τη στιγμή τίποτα δεν είναι το ίδιο. Αλλάζει όλος ο κόσμος. 

Υπάρχουν αναμνήσεις από γεγονότα του «πριν», λόγια, λέξεις, πράξεις, συναισθήματα. Δεν είναι μόνο ένα το πρόσωπο που δεν υπάρχει πια όπως το ξέραμε. Δεν είναι μόνο εκείνος που ταξίδεψε. Είμαι και εγώ και εκείνοι που μείναμε πίσω. Θυμάμαι πώς ήμουν. Δεν είμαι πια. Είμαι μια άλλη. Σαν να ανοιγόκλεισα τα μάτια και να βρέθηκα ξαφνικά σε ένα άλλο σύμπαν. Που δεν βγάζει νόημα. Που δεν είναι δυνατόν να υπάρχει. Παράδοξο. Διαιρέθηκαν τα πάντα με το μηδέν και ακυρώθηκαν. Η ομορφιά στον κόσμο δεν έχει πλέον κανένα νόημα, κανένα λόγο ύπαρξης. Όλα τα άλλα συμβαίνουν σαν να είναι κανονικά. Οι άνθρωποι ζουν σαν να είναι όλα κανονικά. Δεν βλέπουν ότι δεν είναι; Δεν βλέπουν την παραδοξότητα; Πώς είναι δυνατόν να υπάρχει κόσμος με τέτοια απουσία;


(Yesterday, Beatles, τραγουδάω εγώ)


Παραδόξως όμως ο χρόνος κυλάει. Δηλαδή, ας πούμε ότι κυλάει. Μετράω 3 ημέρες, 15 ημέρες, 96 ημέρες, 600 μέρες και ακόμα δεν καταλαβαίνω πως είναι δυνατόν. Έχω συνείδηση του εαυτού μου σε χρονικές στιγμές μετά του γεγονότος μηδέν. Του καινούργιου εαυτού μου. Ο παλιός που γέλαγε εύκολα και ήταν αθώος και ξένοιαστος χάθηκε. Και όσο απομακρύνομαι χρονικά από το γεγονός, δεν συμβαίνουν και συνταρακτικές αλλαγές. Δεν απαλύνεται τίποτα. Φυσικά δεν είναι δυνατόν να είσαι όλη την ώρα μέσα στη θλίψη. Είναι βιολογικά αδύνατον. Υπάρχουν μηχανισμοί άμυνας. Ξεχνιέσαι, ασχολείσαι με διάφορα. Αλλά το μηδέν είναι πάντα εκεί. Όταν μένεις μακρυά από το μηδέν υπάρχει η ψευδαίσθηση της κανονικότητας. Όταν πλησιάζεις στο μηδέν, όλα παραμορφώνονται. Ο χρόνος μετά, εμπεριέχει αιώνια το μηδέν. 

Ωστόσο όταν καθαρίζει η όρασή μου από τα χιόνια των ασήμαντων πραγμάτων που καταδυναστεύουν τη ζωή μας, αξιολογώ τα σημαντικά, τα δυνατά, τα πολύτιμα και τα αληθινά. Έτσι διακρίνω εκτός από το μηδέν και κάτι ακόμα. Κάτι από το οποίο προσπαθώ να κρατηθώ. Ότι τα αληθινά πράγματα βρίσκονται έξω από τον χρόνο, υπάρχουν από πάντα. Κάποια στιγμή στη ζωή μας, η μοίρα και ο καιρός ορίζουν να διασταυρωθούμε, επιλέγουμε να τα γνωρίσουμε και μας κατακτήσουν και μετά από αυτό υπάρχουν σε ένα ατέρμονο Τώρα, ακόμα και αν δεν βρίσκονται σε αυτόν τον κόσμο. Η αιωνιότητα και η Αγάπη, βρίσκουν απάντηση έξω από τον χρόνο... 



Να λείπεις- δεν είναι τίποτα να λείπεις. 

Αν έχεις λείψει για ό,τι πρέπει, 

θα 'σαι για πάντα μέσα σ' όλα εκείνα 

που γι' αυτά έχεις λείψει, 

θα 'σαι για πάντα 

μέσα σ' όλο τον κόσμο.



Γ. Ρίτσος «Γειτονιές του Κόσμου»


Τετάρτη 31 Μαΐου 2017

Supergirl

Βγήκα έξω απόψε με τα ακουστικά στα αυτιά να περπατήσω στο δροσερό βράδυ. Πρέπει να περπατάω μετά το χειρουργείο λέει γιατί πρέπει να ενεργοποιηθεί το λεπτό έντερο. Αυτό είναι κωδικός για το «πετάξαμε τα έντερα μέσα στην κοιλιά όπως - όπως και σε κλείσαμε, οπότε μέχρι να πάρει μπροστά το λεπτό έντερο εσύ θα πρήζεσαι και θα φουσκώνεις σαν μπαλόνι, εκτός και αν περπατάς #χαμογελάκι». Κανένα πρόβλημα. Ξέρετε πόσο εύκολα μπερδεύεται η αντεριά όταν φτιάχνεις κοκορέτσι;

Στο ραδιόφωνο παίζει το supergirl των Reamon που μέχρι και πρόσφατα θα μπορούσα να πω ότι ήταν ο ύμνος μου  “Super girls don’t cry, super girls just fly”! Εγώ ήμουν αυτό το supergirl που άντεχε, που δεν κουραζόταν ποτέ, που μετακινεί τα έπιπλα, που είναι υπεράνω και πολιτισμένη στις προσβολές, που όταν κάποιος που έχει ευεργετήσει, στρέφεται εναντίον της με αχαριστία αυτή λέει "δεν πειράζει" και φεύγει πετώντας. Που δεν θέλει βοήθεια, που τα κάνει όλα μόνη της, που είναι πάντα γελαστή, ψύχραιμη και δυνατή! 







Απεταξάμην! Και τινάζω και την σκόνη από πάνω μου

Μετά το χειρουργείο (έκανα ένα μεγάλο χειρουργείο στην κοιλιά) αναγκάστηκα να παραδεχτώ ότι ΔΕΝ είμαι supergirl. Οϊμέ! Το πρώτο δείγμα ήταν που δεν ήμουν ικανή να κάνω εγχείρηση στον εαυτό μου – dah – και έπρεπε να βασιστώ στον χειρούργο ότι θα μου την έκανε σωστά. Όταν συναντηθήκαμε έξω από το χειρουργείο, εγώ ξαπλωμένη στο φορείο με το σι θρού ρομπάκι να είμαι ανήσυχη, μου είπε «μη φοβάσαι, έχεις εμένα»! Πώς να του πω τώρα «εσένα είναι που φοβάμαι γιατρέ»; Έκατσα και μου το έκανε το χειρουργείο και μετά εκτός από τους πόνους, το επίσης οδυνηρό ήταν ότι βασιζόμουν σε άλλους για βασικές μου ανάγκες. Εντάξει μέσα στο νοσοκομείο δεν μπορούσα ούτε το νερό από το κομοδίνο να πιάσω, ούτε να το θυμάμαι δεν θέλω. Μιλάω για μετά, για το σπίτι. Βασιζόμουν σε άλλους να στρώνουν το κρεβάτι, να βάζουν τα πιάτα στο και από το πλυντήριο, να φτάνουν τα ψηλά ντουλάπια, τα χαμηλά ντουλάπια, να μου κάνουν αλλαγή στις γάζες, να κουβαλάνε οτιδήποτε είχε βάρος πάνω από ένα ποτήρι, να σηκώνουν από κάτω οτιδήποτε μου έπεφτε από τα χέρια, να μου πλένουν και να μου σιδερώνουν τα ρούχα, να με βοηθάνε να φορέσω τη ζώνη για να στηρίζεται κοιλιά και πλάτη, να με πηγαίνουν με το αυτοκίνητο στον γιατρό. Τα ηλεκτρικά μπαντζούρια πάντως, ε! Μόνη μου πατάω το κουμπί και κατεβαίνουν!

Super Nantia


Αυτή η εικόνα απέχει παρασάγκας από το supergirl όμως. Αμ, η ψυχραιμία; Ανύπαρκτη. Και κλάμα η κυρία. Πολύ περισσότερο από όσο συνήθως. Αλλά τελικά ξέρεις κάτι;

Δεν με νοιάζει!

Μεγάλο σχολείο ο πόνος. Σε κάνει να καταλαβαίνεις ποια πράγματα έχουν πραγματικά σημασία και αξία σε αυτή τη ζωή. Εύκολα το λέμε νοητικά, ότι δεν πρέπει να σκοτιζόμαστε για μικροπράγματα, αλλά όταν θα γίνει η στραβή στη δουλειά θα πάρεις ανάποδες πριν προλάβεις να πεις κύμινο. Θα θυμώσεις στο φανάρι, στην ουρά για τα τυριά, στην τράπεζα. Και τα πράγματα που έχουν στ’ αλήθεια σπουδαιότητα θα περιμένουν σε μια γωνίτσα να τα θυμηθείς. Μόνο που όταν πονάς οι προτεραιότητες τείνουν να αναθεωρούνται και αυτό που ήταν πολύ σημαντικό για σένα – κοίτα να δεις – δεν είναι πια! 

Δεν με νοιάζει που δεν είμαι η παντοδύναμη βασίλισσα της τελειότητας. Δεν με νοιάζει να εμπλακώ σε αντιπαραθέσεις που δεν θα αποφέρουν τίποτα. Τα κρατάω τα χρυσά μου τα λογάκια. Ούτε θα προσπαθήσω να πείσω κανέναν για τις καλές μου προθέσεις. Α, και να ξέρετε ότι είμαι άνθρωπος με ελαττώματα, πάθη και ζηλεύω. Επίσης αφού δεν είμαι supergirl δεν χρειάζεται να τα ανέχομαι όλα. Και όταν χαμογελάω και πολύ και το παίζω ψύχραιμη ενώ θα έπρεπε να είμαι θυμωμένη, να ξέρεις ότι με έχεις χάσει. Μουα-χα-χα-χα! Φλερτάρω με την ελευθερία των κινήσεων που έχει ένας άνθρωπος που δεν τον νοιάζει τι γνώμη έχουν οι άλλοι για αυτόν. Πώς δεν το είχα πάρει χαμπάρι τόσο καιρό; Ούτε χρειάζεται να αρέσω σε όλους, ούτε καν στους περισσότερους. Και με αυτούς με τους οποίους ταιριάζουν τα χνώτα μας και συνεννογιόμαστε αγαπάω τα ελαττώματά τους, όπως αγαπάνε και αυτοί τα δικά μου. Όπως αγαπάω και εγώ τα δικά μου. 

Γυρίζοντας από το περπάτημα στο ραδιόφωνο είχε το Personal Jesus. Πολύ καλύτερα εδώ. 




Νοητικά το αναζητούσα από πάντα, αλλά αυτή η αλλαγή έγινε βιωματικά και την εφαρμόζω από το χειρουργείο και μετά. Ελπίζω να μου κρατήσει. Το μόνο θέμα είναι ότι μέχρι να επαναλειτουργήσει κανονικά το έντερο, δεν κλάνω! Και αυτό είναι το μοναδικό κοινό χαρακτηριστικό που έχω με ένα καθώς πρέπει supergirl.