Τετάρτη 29 Νοεμβρίου 2023

Η σημασία του να είναι κανείς αναβλητικός

 


Δεν κοιμόταν καλά καιρό τώρα. Στριφογυρνούσε και ζεσταινόταν. Ή στριφογυρνούσε και κρύωνε, ανάλογα με την εποχή. Δεν θυμόταν πότε είχαν αρχίσει τα προβλήματα στον ύπνο. Από τον πρώτο καιρό που άρχισαν τα πολλά καθήκοντα και μαζί και όσα από την λίστα για να γίνουν έμεναν πίσω και περνούσαν στη λίστα της επόμενης μέρας και του επόμενου μήνα και του επόμενου χρόνου. Όλοι ξέρουν ότι υπάρχουν τεσσάρων ειδών πράγματα να κάνουμε στη ζωή: Τα επείγοντα και σημαντικά, τα επείγοντα μη σημαντικά, τα σημαντικά μη επείγοντα, τα μη επείγοντα και μη σημαντικά. Το 80% του χρόνου της το περνούσε στα επείγοντα και τον υπόλοιπο 20% χαζολογούσε στο internet. Τα σημαντικά, αλλά ωστόσο μη επείγοντα πράγματα τσουλούσαν πάντα γλυκά από λίστα σε λίστα πασπαλισμένα με λίγη λήθη άχνη. Και παστωμένα κάτω από απανωτά κιλίμια βαρεμάρας και αναβλητικότητας. Όλα μετατίθονταν για μια άλλη στιγμή στο μέλλον, όταν θα είχε χρόνο, όταν θα είχε λεφτά, όταν θα είχε όρεξη και δεν θα βαριόταν.  

Το βάρος ωστόσο συσσωρευόταν και παρά την πεισματική άρνηση να κοιτάξει κάτω από το χαλί, η λίστα εκκρεμοτήτων μεγάλωνε και το υποσυνείδητό της δυσκολευόταν να την αγνοεί.  Προφανώς την ενοχλούσε και πεταγόταν κάθε φορά που του δινόταν η ευκαιρία σαν φουσκωτή μπάλα που κρατάς κρυμμένη μέσα στη θάλασσα για να κολυμπάς πάνω της, μόνο που καμιά φορά σου ξεφεύγει και εκτοξεύεται πάνω από την επιφάνεια πετώντας νερά για να την προσέξουν όλοι. Όταν τα βράδια πεταγόταν από τους εφιάλτες και χρειαζόταν ώρα για να ξανακοιμηθεί, η Χριστίνα θυμόταν όλα όσα δεν είχε κάνει ακόμα. Ήθελε να γίνει μπαλαρίνα μικρή, και επιστήμονας και συγγραφέας και να γυρίσει όλο τον κόσμο και να πάει στην Ιρλανδία και στην Ανταρκτική. Και τι είχε κάνει στα τριάντα οχτώ της; Ας το αφήσουμε καλύτερα.

Γύριζε στο πλευρό και σκεπαζόταν καλύτερα, όμως η Ανταρκτική ήταν εκεί επίμονα και την κρατούσε ξύπνια, στριφογυρίζοντας και μετρώντας χτύπους της καρδιάς και αναπνοές μέχρι που τα μάτια της έκλειναν και σχεδόν την έπαιρνε ο ύπνος. Περίμενε! Πότε ήταν η τελευταία φορά που έκανε τεστ-παπ? Και κάπως έτσι ο ύπνος ξεδίπλωνε τα φτεράκια του και πετούσε μακριά να φυτέψει όνειρα σε άλλα λιβάδια.

Ήταν πλέον σαφές ότι έπρεπε να βρει θεραπεία για το άγχος που της προκαλούσε η αναβλητικότητά της. Θα μπορούσε κάποιος να πει ότι θα μπορούσε απλά να εκτελέσει και στη συνέχεια να διαγράψει τις εκκρεμότητες από την λίστα της, σαν κοινός ερασιτέχνης αναβλητικός, αλλά όχι, εκείνη ήθελε να σπάσει τα στεγανά, να μάθει να ζεί με το άγχος της, να το δαμάσει και να το μεταμορφώσει σε κάτι ανώτερο. Ξεκίνησε απλά αντικαθιστώντας την ενοχή με μια άλλη δραστηριότητα, καμουφλαρισμένη με την επίφαση της σπουδαιότητας. Μεγαλοφυές! Είχε ξεκινήσει την καριέρα της με απλά πράγματα. Αντί να διαβάζει για την εξεταστική στο τμήμα Τοπογράφων Μηχανικών, έπλενε στο χέρι τα ευαίσθητα πλεκτά της. Τη μία ζακέτα μετά την άλλη. Και μετά καθάριζε το μπάνιο με το viakal και τους αρμούς στα πλακάκια με την οδοντόβουρτσα. Tί σημασία έχει που όλο το εξάμηνο δεν είχε περάσει σφουγγάρι από τον νιπτήρα; Περνούσε τώρα με μπρίο και ενθουσιασμό. Ποιος χρειάζεται προβολική γεωμετρία, ή γεωδαισία όταν ο αρμός σε καλεί; Κατάκοπη, χαρούμενη και αδιάβαστη περνούσε τα βράδια στο chat με φίλους και συμφοιτητές ή στο youtube βλέποντας συνταγές για γιαπωνέζικο τσιζκέικ. Μετά από το μπάνιο ακολουθούσε η κουζίνα, τα κάγκελα, τα πατζούρια, το πατάρι και μέχρι να τελειώσει η φασίνα περνούσε και η εξεταστική με τα μισά μαθήματα απέραστα και το σπίτι να αστράφτει.

Αφού εξασκήθηκε στην αναβλητικότητα εντός του ασφαλούς περιβάλλοντος της σχολής, ήρθε η ώρα να ανοίξει τα φτερά της και να πετάξει στην αρένα της ζωής. Αντί να γράψει την διπλωματική της, πήρε σκύλο, μετακόμισε σε άλλη πόλη, παντρεύτηκε και έπιασε δουλειά σε τεχνική εταιρεία. Αν μιλάμε για δυνατό πλασάρισμα! Τώρα όμως θα έπρεπε να κάνει την ιδεολογία της κομμάτι της καθημερινής της ζωής. Τι σκατά ιδεολογία είναι αν δεν την εφαρμόζεις? Έβαλε τις ιδέες της σε εφαρμογή. Και αν ήταν κάτι που την χαρακτήριζε, αυτό ήταν η πρωτοτυπία και η δημιουργικότητα.

Μια φορά αντί να κάνει αρχειοθέτηση και απογραφή της παλιάς αλληλογραφίας, πέρασε μια βδομάδα μαθαίνοντας κώδικα μορς. Στο τέλος της εβδομάδας έβαλε όλα τα έγγραφα εισερχόμενα και εξερχόμενα σε ένα μεγάλο ντοσιέ και έγραψε απ’ έξω την χρονολογία 2008 με παύλες και τελίτσες

“ ..--- ----- ----- ---..”

συμμετρικό και όμορφο και άντε γεια! Ποιος θα έψαχνε δεκαπέντε χρονών έγγραφα; Καθώς δεν την ενθουσίαζαν ιδιαίτερα οι δουλειές του σπιτιού, τώρα που ο βραχνάς της σχολής είχε εκλείψει, αντικαθιστούσε κάθε δουλειά με κάτι άλλο. Το σιδέρωμα με τη βόλτα του Ξαβιέ, το μαγείρεμα με τα μαθήματα τσέλου, το σφουγγάρισμα με τα ισπανικά. Ήταν αναβλητική και ταυτόχρονα αναπτυσσόταν ως άνθρωπος!

Μόλις όμως κατέκτησε την τέχνη της αναβλητικότητας, άρχισε να την επηρεάζει έναν νέο φαινόμενο. Επιθυμούσε διακαώς να αναβάλει αυτές τις δραστηριότητες, που για να κάνει είχε αναβάλει κάποιες αρχικές δραστηριότητες. Δευτερογενή αναβλητικότητα να το πούμε; Υπήρχε καν αυτό σαν φαινόμενο, σαν ορολογία; Μαζί με όλα τα άλλα ανέβαλε και τη ζωή της. Σκέφτηκε ορισμένες φορές να το ψάξει, αλλά πάντα προτιμούσε να κάνει κάτι άλλο όπως να φτιάξε μπισκότα με φουντούκι και κομματάκια σοκολάτας, να γράψει ένα ποίημα, ή να κάνει edit ένα βίντεο. Η πατημένη μπάλα όμως κινδύνευε ξανά να πεταχτεί στην επιφάνεια και αυτό ήταν κάτι που η Χριστίνα δεν θα επέτρεπε ποτέ.

Πειραματίστηκε με διάφορες λύσεις. Η μία ήταν να εισάγει όντως και τρίτη πίστα αναβολής όπως στις εξισώσεις συνέχειας στην υδροδυναμική, ένα από τα μαθήματα που είχε παραδόξως διαβάσει γιατί εκείνην την εβδομάδα είχε αναβάλει να πάει στη χορωδία και κάθισε και μελέτησε τις εξισώσεις Navier Stokes και Euler αντί να διαβάσει μουσική. Από την άλλη αυτή θα μπορούσε ίσως να είναι η λύση στην αγωνία της. Να αναλαμβάνει ταυτόχρονα δύο project. Έτσι θα μπορούσε να χρονοτριβεί στο πρώτο, χαζολογώντας με το δεύτερο και όταν θα βαριόταν το δεύτερο θα μπορούσε να τρώει τον χρόνο της δουλεύοντας πάνω στο πρώτο. Με αυτό τον τρόπο θα μπορούσε να είναι διπλά παραγωγική μη κάνοντας τίποτα άλλο παρά να κωλοβαράει.


 

Κυριακή 30 Ιουλίου 2023

Η επανάσταση

- Πιάσε εκεί το φορείο, γρήγορα, γρήγορα! Να τον βάλουμε πάνω στο τραπέζι!

    Λαβίδα! Γάζες!


Στο αυτοσχέδιο νοσοκομείο του μετώπου, η κατάσταση ήταν ένας χαρούμενος πολεμικός πανικός. Ο χειρούργος Επίατρος (Ταγματάρχης) Μήτσος είχε μείνει χωρίς νοσοκόμο. Η τελευταία του νοσηλεύτρια, η ανθυπολοχαγός Νατάσα είχε φάει μια αδέσποτη σφαίρα και είχε πεθάνει μπροστά στα μάτια του.

Οι τραυματίες όμως συνέχιζαν να έρχονται ασταμάτητα και ο Μήτσος δεν είχε περιθώρια για σοκ και πένθος.

Ο πρώτος που βρέθηκε μπροστά του ήταν ο Θανάσης, ο καθαριστής που εκείνη την ώρα έβγαινε από την αποθήκη που είχε πάει να αφήσει τον εξοπλισμό της καθαριότητας. Είχε σφουγγαρίσει με τον ίδιο κουβά όλο το νοσοκομείο, από τα – ας τα πούμε – χειρουργεία, και τους θαλάμους, ως τους διαδρόμους.

- Ρε, δεν ακούς τί σου λέω; Γρήγορα, γρήγορα, χάνει πολύ αίμα! Λαβίδα! ΤΩΡΑ!

Ούρλιαζε ο επίατρος.

Ο Θανάσης άπλωσε το χέρι του και έπιασε ένα εξάρτημα πάνω από τον πάγκο στην τύχη. Υπάρχουν καθημερινά στη ζωή μας, εκατοντάδες μικρές αποφάσεις που τις παίρνουμε ασυναίσθητα, χωρίς πολύ σκέψη, και γεγονότα φαινομενικά τυχαία που μπορεί να την καθορίσουν. Ένα λεωφορείο που δεν πρόλαβες και πήρες το επόμενο και έτσι δεν διασταυρώθηκες με κάποιο κομβικό γεγονός που θα σου άλλαζε τον τρόπο σκέψης και θα σου γύριζε την ζωή ανάποδα, όπως αν έψαχνες να βρεις ένα κόκκινο μπλουζάκι με τιράντες σε μια καρέκλα γεμάτη ρούχα.

Όπως φαίνεται αυτό που έπιασε ο Θανάσης ήταν όντως η λαβίδα. Και αυτό όρισε την τύχη του. Έτσι απλά, έγινε ο νέος νοσοκόμος των επειγόντων του πολεμικού νοσοκομείου.

Ο Θανάσης θεωρούσε ότι δεν ήταν γεννημένος για νοσοκόμος. Δεν είχε ούτε την πειθαρχία, ούτε την αφοσίωση που απαιτείται από μια παρα-ιατρική ειδικότητα που έχει να κάνει με ανθρώπινες ζωές. Ήταν για άλλα πράγματα, όπως πχ κηπουρός να κόβει φράχτες και γκαζόν και να φυσσάει τα φύλλα από εδώ και από εκεί με την τεράστια και θορυβώδη φυσούνα του. Ή με την σφουγγαρίστρα του να μαζεύει τις σκόνες από τα πατώματα, ή λαντζιέρης στα μαγειρεία. Τέτοια απλά, μικρά και χωρίς μεγάλο αντίκτυπο στην κοινωνία πράγματα. Εκεί την τοποθετούσε την ευθύνη και την ικανότητά του. Όχι τώρα στο νοσοκομείο να είναι ο βοηθός του γιατρού, ανάμεσα σε ένα σκασμό ιατρικά εργαλεία και με ζωές στο λαιμό του.

Θα μου πεις οι ασθενείς που φτάνανε στο τραπέζι τους ήταν ήδη μισοπεθαμένοι, άλλος τους είχε καταντήσει έτσι, δεν θα ήταν εκείνου η ευθύνη αν ζούσαν, ή αν πέθαιναν. Εκείνος με τη φυσούνα του δεν έπαιρνε ζωές, μόνο αυτιά.

Πώς στο καλό έγινε και ο πρώτος ασθενής που είχε έρθει κομμάτια, βγήκε από το χειρουργείο ζωντανός, ο Θανάσης ούτε που το κατάλαβε! Φαινόταν ότι ο Επίατρος ήξερε πολύ καλά τη δουλειά του, αλλά και ο Θανάσης είτε από καθαρή τύχη, είτε από κρυφό ταλέντο, φαινόταν να πιάνει στην τύχη τα σωστά εργαλεία που ζητούσε ο χειρούργος. Όταν επέζησε και ο δεύτερος και ο τρίτος πετσοκομμένος ασθενής ο Θανάσης άρχισε να παραξενεύεται. Ώρες ήταν να μην καταλάβουν ότι ήταν άσχετος και να τον κρατήσουν εκεί για πάντα να δίνει νυστέρια, βελόνες, ράμματα, να σκουπίζει πληγές και να πετάει ακρωτηριασμένα μέλη.

Καθώς περνούσαν τα περιστατικά, όλα ζωντανά, πλέον ήταν σίγουρος ότι ο χειρούργος είχε καταλάβει την περίπτωση του. Και με μεγάλη του έκπληξη, αντί να τον διώξει να πάει να πλύνει κανένα πιάτο τον κρατούσε εκεί να τον βοηθάει. Πρέπει όμως να παραδεχτούμε ότι ο Θανάσης είχε μια κωλοφαρδία στο να διαλέγει το σωστό μέγεθος ραμμάτων για την κάθε περίπτωση, ήταν ταχύτατος, δεν του έπεφτε ποτέ τίποτα από τα χέρια, μάθαινε γρήγορα και δεν έχανε την ψυχραιμία του.

Την τρίτη πλέον μέρα που τους έφεραν μια πολύ δύσκολη περίπτωση με εκτεταμένα τραύματα στη σπλαχνική χώρα, δεν πετάρισε ούτε το βλέφαρό του, καθώς μπήκε στην αίθουσα του χειρουργείο το φορείο με τον μπόγο από ματωμένες σάρκες που κάποτε ήταν στρατιώτης. Άπλωσε το χέρι του και έπιασε το Βελονοκάτοχo Mayo-Hegar από ανοξείδωτο ατσάλι πριν καν γυρίσει ο επίατρος να ρίξει τα μάτια του στον ασθενή. Είχε αρχίσει να νιώθει κάτι να αλλάζει στον ανώτερό του. Μυστικά, σαν ένας κήπος χωμένος σε ταράτσα της Κυψέλης.

Ζωντανός και αυτός!

Οκ, χαιρόταν που οι άνθρωποι επιζούσαν, εκεί που ο καθένας θα περίμενε να πεθάνουν, αλλά του έλειπε η σφουγγαρίστρα του.

- Θανάση παιδί μου, έχεις μεγάλο ταλέντο!

Του είπε το βράδυ ο Επίατρος, την ώρα του συσσιτίου.

- Εύγε παιδί μου! Δεν ξέρω τί έκανες προηγουμένως στη ζωή σου – δεν με νοιάζει κιόλας – αλλά πλέον μου είσαι απαραίτητος. Θα ζητήσω από τον Στρατηγό να σε διαθέσει για πάντα στο ιατρείο μου!